Recorded Memories

Το παρόν του πρόσφατου παρελθόντος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Ο Winston Churchill, που δεν ήταν μόνο Βρετανός ηγέτης, αλλά και ιστορικός, είπε την ακόλουθη φράση: «The Balkans produce more history than they can consume», που σημαίνει: «Τα Βαλκάνια παράγουν περισσότερη Ιστορία απ’ όση αντέχουν».

© Iosif Király. Reconstruction – Tirgu Jiu_6B, 2008

Το αν αυτή ήταν η ακριβής διατύπωση δεν έχει σημασία. Επίσης, το αμιγώς ακαδημαϊκό ερώτημα (που ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο συζητιέται με περίσσιο ζήλο μεταξύ των επαγγελματιών ιστορικών) αν ο όρος «Βαλκάνια» είναι ταυτόσημος με τον όρο «Νοτιοανατολική Ευρώπη», καθώς και το αν η τελευταία υφίσταται ως ιστορική οντότητα, είναι ερωτήματα που θα αφήσω αναπάντητα εδώ. Ένα πράγμα πάντως μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα – κάτι που διακρίνεται καθαρά και σε πολλά από τα έργα πάνω στο θέμα της «καταγεγραμμένης μνήμης» της περιοχής αυτής: Αυτό το κομμάτι της Γηραιάς Ηπείρου παρήγαγε στο πρόσφατο παρελθόν για πολλούς από τους κατοίκους του περισσότερη Ιστορία απ’ όσο μπορεί ένα άτομο να «καταναλώσει» ή τέλος πάντων να «χωνέψει».

Αυτό έχει να κάνει πρώτα απ’όλα με τις ποικίλες και βαθιές πολιτικές και κοινωνικές ανατροπές που σημάδεψαν τον 20ό και τον 21ο αιώνα στην περιοχή αυτή. Εξού και η σημασία και το βάρος της σύγχρονης Ιστορίας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης για τους λαούς της, για το κάθε άτομο χωριστά, είναι μεγαλύτερα απ’ ό,τι σε άλλους τόπους, διότι εδώ η Ιστορία επηρεάζει και σήμερα ακόμα την κοινωνική συνείδηση πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλες περιοχές της ευρωπαϊκής ηπείρου. Με βάση έναν από τους επικρατέστερους ορισμούς που έχουν προταθεί για τον όρο, η «Σύγχρονη Ιστορία» (Zeitgeschichte) αφορά τη χρονική περίοδο που έχει βιωθεί από έναν σημαντικό αριθμό ανθρώπων εν ζωή. Έτσι, για τη γερμανική π. χ. κοινωνία δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο –επίκαιρο ακόμα-- ιστορικό γεγονός που να βιώνεται σήμερα ως σημαντικό, πέρα από την κυριαρχία του εθνικοσοσιαλισμού την περίοδο 1933 – 1945. Στη Νοτιοανατολική Ευρώπη η κατάσταση είναι διαφορετική. Δεν αναφέρομαι στο ότι το ενδιαφέρον των πολιτών για την Ιστορία είναι κατά μέσον όρο εντονότερο απ’ ό,τι στη χώρα μας, και για το λόγο αυτό συμβαίνει συχνά άνθρωποι, γνωστοί ή και άγνωστοι μεταξύ τους, να διαπληκτίζονται έντονα σε συζητήσεις σχετικά με το παρελθόν. Περισσότερο θέλω να τονίσω ότι λόγω των σημαντικά ισχυρότερων, σε σύγκριση με την Κεντρική Ευρώπη, οικογενειακών δεσμών, που διατηρούνται περισσότερο και από γενιά σε γενιά, η συλλογική μνήμη μπορεί να προσδίδει μια αίσθηση παρόντος σε γεγονότα που σχεδόν κανείς από αυτούς που είναι σήμερα εν ζωή δεν έχει βιώσει. Βέβαια η δυνατότητα αυτής της μνήμης να εισχωρεί βαθιά στο παρελθόν, υπερβαίνοντας τα χρονικά όρια του ατομικού βίου, δεν είναι απεριόριστη. Στα Βαλκάνια ωστόσο έχει ένα εύρος κατά μία γενιά μεγαλύτερο απ’ ό,τι σε μας. Αυτό μαρτυρούν πολλά από τα έργα που παρουσιάζονται σε αυτή την έκθεση. Η Stefana Savić, για παράδειγμα, μιλάει για «κληρονομημένες αναμνήσεις» (έστω κι αν αναφέρεται σε αφηγήσεις μαρτύρων που είχαν άμεση αντίληψη των γεγονότων), ενώ ο Erhan Muratoğlu καταγράφει τις αναμνήσεις μιας κατά τα άλλα προφανώς άγνωστής του 94χρονης γυναίκας.

Φαίνεται λοιπόν ότι ο απόηχος της κατάρρευσης δύο αυτοκρατοριών με καθοριστική επίδραση στην Ιστορία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, της Οθωμανικής και της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων (1912 και 1918 αντίστοιχα), διαρκεί ως σήμερα. Αυτό δεν δίνει απλώς αφορμή για μια ενεστωτική αναφορά π.χ. στους πολέμους που συνόδευσαν αυτή την εξέλιξη -- στην περίπτωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι δύο Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-13 και στην περίπτωση της Αυστρουγγαρίας ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η ενεστωτική αναφορά φτάνει πιο πίσω ακόμα, σε μια εποχή όπου το 90% του πληθυσμού μεγάλων περιοχών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ζούσε στην ύπαιθρο και ήταν ως επί το πλείστον αναλφάβητοι. Υπό αυτήν την έννοια, καταλαβαίνει κανείς πόσο σκληρές, πόσο σαρωτικές ήταν οι ανατροπές που οδήγησαν στη διάρκεια του 20ού αιώνα στη μαζική αστικοποίηση, τη διάδοση της εκπαίδευσης, την εκβιομηχάνιση και αμέσως μετά στην αποβιομηχάνιση. Ειδικά το περιβάλλον των μεγάλων πόλεων, απ’ όπου κατάγονται οι περισσότεροι καλλιτέχνες που συμμετέχουν στην έκθεση, είναι προϊόν αυτής ακριβώς της παρατεταμένης σύγχρονης Ιστορίας. Γύρω στα 1900 δεν υπήρχε σε ολόκληρη την περιοχή ούτε μία μεγαλούπολη του ενός εκατομμυρίου κατοίκων. Εκτός από την Κωνσταντινούπολη, μόνο το Βουκουρέστι είχε πάνω από 250.000 κατοίκους. Σήμερα αντιθέτως, οι πρωτεύουσες των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης είναι σχεδόν όλες μητροπόλεις. Πέρα από την πολύ μεγάλη πόλη Κωνσταντινούπολη, υπάρχουν και οι πόλεις εκατομμυρίων κατοίκων, η Αθήνα, το Βουκουρέστι, η Σόφια, το Βελιγράδι. Όμως και το Σαράγεβο, τα Τίρανα, το Κισινάου και το Ζάγκρεμπ, με πληθυσμό μεταξύ 500.000 – 1.000.000 κατοίκους, είναι πόλεις με ιδιαίτερη σημασία για την αστική υπόσταση της χώρας τους.

Με αφετηρία αυτό το πανόραμα των πρωτευουσών, θα επιχειρήσω να θίξω καίρια σημεία που αφορούν έξι ζητήματα τα οποία πιστεύω ότι συμβάλλουν στην κατανόηση των προβλημάτων που βαραίνουν την περιοχή αυτή συνολικά.
  • Το συλλογικό, έντονο αίσθημα της ανασφάλειας που πηγάζει από το μικρό μέγεθος των χωρών αυτών και από τη μεταβλητότητα των συσχετισμών ισχύος μεταξύ τους.
  • Αυτό συναρτάται με την ευρέως διαδεδομένη αίσθηση της κηδεμόνευσης από ξένες (συχνά μάλιστα μακρινές) χώρες.
  • Η αδυναμία και ανεπάρκεια των κρατικών εποπτικών θεσμών, που συνεπάγεται μιαν αντίστοιχα ελλειμματική δέσμευση σημαντικής μερίδας των πολιτών στα καθήκοντά τους ως πολίτες.
  • Τα ελλείμματα στην οικονομική ανάπτυξη.
  • Το χάσμα ανάμεσα στις δυνατότητες και ευκαιρίες των αγροτικών και των αστικών πληθυσμών αντίστοιχα, το οποίο διευρύνθηκε ακόμα περισσότερα στο πρόσφατο παρελθόν.
  • Η σχέση της κοινωνίας με το πρόσφατο παρελθόν.

Αισθήματα ανασφάλειας

Στη διάρκεια του 20ού αιώνα η πολιτισμική και εθνοτική ποικιλότητα που χαρακτήριζε για πολλούς αιώνες το μεγαλύτερο μέρος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης συρρικνώθηκε δραματικά. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στους πολέμους. Μπορεί να μην ήταν πιο συχνοί απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη, είχαν ωστόσο μεγαλύτερη διάρκεια. Για παράδειγμα, το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων (1912-13, με διακύβευμα την ευρωπαϊκή κληρονομιά της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) συνέπεσε, για τους λαούς που συμμετείχαν, με την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, με αποτέλεσμα οι δύο αυτοί διαδοχικοί πόλεμοι να αποτελέσουν ένα ενιαίο σύνολο. Ειδικά η Ελλάδα και η Τουρκία πέρασαν μια ολόκληρη δεκαετία σε κατάσταση πολέμου που έληξε με τη Μικρασιατική Καταστροφήτο 1992. Η διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ήταν στην περιοχή αυτή λίγο μικρότερη ( αφού ο πόλεμος ξεκίνησε το 1940 και 1941). Ωστόσο, οι εθνοπολιτικές και εμφυλιακές διαμάχες που προέκυψαν στη Βόρεια Γιουγκοσλαβία, την Αλβανία και την Ελλάδα είχαν συγκεκριμένες και δραματικές επιπτώσεις στους πληθυσμούς των χωρών αυτών. Ο πραγματικός εμφύλιος ανάμεσα στις αριστερές και τις δεξιές πολιτικές δυνάμεις (αν εξαιρέσει κανείς το αντικομμουνιστικό αντάρτικο που έλαβε χώρα κυρίως στα βουνά της Βόρειας Αλβανίας και της Κεντρικής Ρουμανίας ως την αρχή της δεκαετίας του 1950) συνεχίστηκε στην πραγματικότητα μόνο στην Ελλάδα, το 1944-45 και το 1946-1949. Οι τέσσερις «πόλεμοι για τη διαδοχή της Γιουγκοσλαβίας» (ο πολύ σύντομος στη Σλοβενία το 1991, στην Κροατία το 1991 ως το 1995, στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη το 1992 ως το 1995 και ο πόλεμος για το Κόσοβο, το 1998-99) αφορούσαν μικρές σχετικά γεωπολιτικές ενότητες. Μια συνολική ωστόσο ματιά οδηγεί στη διαπίστωση ότι οι πόλεμοι είχαν ολέθριες επιπτώσεις στην ευρύτερη περιοχή – είτε αναφερόμαστε στις υλικές καταστροφές, είτε στις ανθρώπινες απώλειες, ειδικά με τις «εθνοκαθάρσεις». Η ροπή προς την εθνική ομοιογενοποίηση δεν εκδηλωνόταν μόνο σε σχέση με την πολεμική βία. Έχει να κάνει μεταξύ άλλων με το γεγονός ότι οι θεσμοί των νεοσύστατων κρατών πριμοδότησαν στις ελκυστικότερες θέσεις εργασίας τις κατά τόπους εθνικές ελίτ με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, με αποτέλεσμα ακόμα και εντός της ενωμένης τότε Γιουγκοσλαβίας τα στρώματα αυτά να παρακινηθούν να εγκαταλείψουν τον τόπο καταγωγής τους. Έτσι, όλο και περισσότεροι μορφωμένοι Σέρβοι της Κροατίας, της Βοσνίας και του Κοσόβου άρχισαν να εγκαθίστανται στο Βελιγράδι. Κάτι ανάλογο έγινε και με τις ελίτ στις παρυφές των κροατικών οικισμών, των οικισμών Βόσνιων μουσουλμάνων, αλλά και των αλβανικών οικισμών στο εσωτερικό της Γιουγκοσλαβίας. Επίσης μαγιάροι της Ρουμανίας μετακινήθηκαν μαζικά προς την Ουγγαρία. Τούρκοι και άλλοι μουσουλμάνοι της Βουλγαρίας μετακινήθηκαν στις δεκαετίες μετά το 1945 προς την Τουρκία, είτε υπό καθεστώς πίεσης, είτε λόγω της έλξης που ασκούσε η ζωή σε ένα πλαίσιο ομοεθνικό και μη σοσιαλιστικό.

Ανεξάρτητα από την ομοιογενοποίηση των πληθυσμών τους και παρά την πολιτική και εδαφική σταθεροποίηση, όλα τα διάδοχα κράτη των παλιών αυτοκρατοριών στα Βαλκάνια (με εξαίρεση την Τουρκία) είναι κράτη μικρά έως μεσαία. Το συλλογικό συναίσθημα αδυναμίας που απορρέει από την πραγματικότητα αυτή, η επαναλαμβανόμενη εμπειρία αστάθειας της κρατικής υπόστασης, η ορατή πιθανότητα συνοριακών διενέξεων κ.λπ. ευθύνονται για ένα συλλογικό άγχος, ένα αίσθημα μόνιμης απειλής. Βέβαια σε κανένα μέρος του κόσμου τα κράτη δεν εγείρουν αξιώσεις αιώνιας ύπαρξης. Ωστόσο ειδικά εκεί όπου η δυναμική των εξελίξεων είναι τόσο έντονη όσο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη του 20ού και του 21ου αιώνα, δημιουργούνται προϋποθέσεις τόσο για ελπίδες πιθανών αλλαγών, όσο και φόβους για το ίδιο ακριβώς ενδεχόμενο. Οκτώ κράτη της περιοχής αυτής πρωτοεμφανίστηκαν με τη σημερινή τους μορφή στη διεθνή σκηνή μόλις από το 1991 και ύστερα (η Σλοβενία και η Κροατία το 1991, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η πΓΔΜ και η Δημοκρατία της Μολδαβίας το 1992, η Σερβία και το Μαυροβούνιο το 1996 και το Κόσοβο το 2008). Αν προσθέσει κανείς σε αυτά το τουρκικό ψευδοκράτος στο βόρειο τμήμα της Κύπρου (το 1974, βλ. σχετικά τη δουλειά της Μαριάννας Χριστοφίδου), αλλά και την πολιτική οντότητα της Σερβικής Δημοκρατίας στο κράτος της Βοσνίας-Ερυεγοβίνης, διαπιστώνει πόσο ευρύ είναι αυτό το φαινόμενο.

Αισθήματα κηδεμόνευσης

Η Νοτιοανατολική Ευρώπη έχει μακρά εμπειρία υπαγωγής σε αυτοκρατορίες και υποκράτη. Ειδικά την Οθωμανική Αυτοκρατορία όλοι σχεδόν οι λαοί που υπάγονταν στην επικράτειά της τη θεωρούν υπεύθυνη για πολλές δυσκολίες όχι μόνο του χθες, αλλά και του σήμερα. Στο σημείο αυτό είναι ασφαλώς εμφανής μια ροπή προς την αυτο-αποενοχοποίηση. Από την άλλη μεριά ωστόσο, ο υπόλοιπος κόσμος ελάχιστα λαμβάνει υπόψη πόσο μεγάλες ήταν τελικά οι αδυναμίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τόσο στον τομέα της διοίκησης όσο και στον τομέα της ανάπτυξης. Η σοβιετική κυριαρχία στο ανατολικό τμήμα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (στο δυτικό, δύο κομμουνιστικά κράτη αποτίναξαν την επιρροή της ΕΣΣΔ: η Γιουγκοσλαβία το 1948 και η Αλβανία, δέκα περίπου χρόνια αργότερα) δεν συνέβαλε στο να καταστήσει δημοφιλή την ένταξη σε υπερκρατικές οντότητες. Όπως και να ΄χει, στην περιοχή αυτή η ιδέα ότι τελικά ακόμα και σήμερα άλλοι έχουν το πάνω χέρι είναι ευρύτατα διαδεδομένη. Σε αυτό συμβάλλει ασφαλώς και η ισχυρή επιρροή των ΗΠΑ σε πολλά από τα σημερινά κράτη. Κάτι που ισχύει ακόμα περισσότερο για το πολυετές καθεστώς διεθνούς προτεκτοράτου στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (από τα τέλη του 1995) και στο Κόσοβο (από το 1999), όπου οι «προστάτιδες δυνάμεις» ήταν απαλλαγμένες από οποιονδήποτε δημοκρατικό έλεγχο που κανονικά θα είχαν δικαίωμα να ασκούν οι «προστατευόμενοι». Όμως, ακόμα και για τα ρυθμιστικά μέτρα των Βρυξελλών εντός της διευρυμένης ΕΕ θεωρείται εν μέρει ότι υποκρύπτουν προθέσεις κηδεμονίας. Παρ’ όλα αυτά, η ευρωπαϊκή ενοποίηση φαίνεται πως συνέβαλε σημαντικά στην αύξηση της διακρατικής σταθερότητας, έδωσε προοπτικές επενδύσεων σε έργα υποδομής αλλά και μεγαλύτερη ελευθερία κίνησης εντός της Ένωσης. Αυτό είναι σημαντικό, ειδικά εάν σκεφτεί κανείς ότι σε προηγούμενες δεκαετίες ακόμα και βήματα ολοκλήρωσης με ευρωπαϊκό πρόσημο δεν ενίσχυσαν το αίσθημα της ασφάλειας: αυτό αποδεικνύει η δυσπιστία της Ελλάδας και ο συνεχής φόβος απέναντι στην Τουρκία, εταίρο της στο ΝΑΤΟ, αλλά και η διχοτόμηση της Κύπρου.

Θεσμική αδυναμία και αδυναμία της κοινωνίας των πολιτών

Ωστόσο, οι πολίτες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης αναπτύσσουν συχνά ένα αίσθημα αποξένωσης απέναντι στο ίδιο τους το κράτος. Τα κράτη της περιοχής έχουν σημειώσει βέβαια αξιόλογη πρόοδο σε σύγκριση με τις παλιές αυτοκρατορίες, όπως π.χ. στον τομέα της καταπολέμησης του αναλφαβητισμού. Επίσης, το δικαίωμα συμμετοχής στον πολιτικό βίο είναι δεδομένο, ενώ η ικανοποίηση νόμιμων συμφερόντων επιτυγχάνεται με απλούστερες διαδικασίες απ’ ό,τι παλαιότερα, υπό την κυριαρχία των Οθωμανών ή των Αψβούργων. Ωστόσο, για ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της περιοχής αυτής, από τότε έως σήμερα μεσολαβεί και η εμπειρία της βίας της κομμουνιστικής εξουσίας, με αποτέλεσμα σε ορισμένες χώρες (ιδίως στην Αλβανία, όπου οι παρεμβάσεις της κομμουνιστικής ηγεσίας στην ατομική ζωή των πολιτών ήταν οι πιο βάναυσες – βλέπε σχετικά τη σειρά των εκφραστιών φωτογραφιών του Fani Zguro), το κράτος στην περίοδο της αλλαγής του συστήματος να είναι αντικείμενο φόβου και μίσους. Στην Αλβανία, η επιδεινούμενη αδυναμία των κρατικών δομών από το 1989-90 και εξής κατέληξε στην παροδική κατάρρευση σχεδόν όλων των θεσμών (1997). Τα παραπάνω είναι μερικά μόνο παραδείγματα μιας γενικευμένης θεσμικής αδυναμίας σε όλη την περιοχή. Το ίδιο ισχύει εν μέρει στον εκπαιδευτικό τομέα, οπωσδήποτε στον τομέα των συγκοινωνιών και γενικά στις υποδομές, όπως και στον τομέα της δικαιοσύνης και της υγείας. Σε όλες τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης πολλές δημόσιες υπηρεσίες είτε δυσλειτουργούν, είτε λειτουργούν μόνο με την πρακτική της δωροδοκίας. Από το 1918 και μετά, αλλά και στην κομμουνιστική περίοδο, οι διοικήσεις δημιούργησαν αρκετές κρατικές δομές, οι οποίες ωστόσο πόρρω απέχουν από το να εξυπηρετούν τον πολίτη, να είναι δηλαδή πραγματικές κρατικές υπηρεσίες. Ταυτόχρονα, σε πολλές από αυτές τις χώρες οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι αυτό ακριβώς που λέει οι λέξη: υπάλληλοι. Δεν έχουν δηλαδή την αίσθηση ότι ασκούν ένα λειτούργημα -- άρα δεν υπάρχει ένας ισχυρός θεσμός δημόσιων λειτουργών. Με την έννοια μιας φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων, αυτό μπορεί να φαίνεται προοδευτικό, όμως στην πραγματικότητα οδηγεί στο να υπόκεινται οι υπάλληλοι σε ένα καθεστώς πολιτικών επιρροών και διαφθοράς: Κάθε φορά μετά τις εκλογές η δημόσια διοίκηση αλλάζει, τουλάχιστον στις υψηλόβαθμες και μεσαίες θέσεις. Με δεδομένα αυτά τα προβλήματα, δεν εκπλήσσει η έτσι κι αλλιώς αδύναμη, κατά μέσο όρο, ατομική δέσμευση ως προς την ιδιότητα και τα καθήκοντα του πολίτη (δραστηριοποίηση σε πεδία πέραν του στενά ατομικού συμφέροντος, φορολογική εντιμότητα κ.λπ.).

Οικονομικές δομές

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο βιομηχανικός τομέας ήταν σχεδόν ανύπαρκτος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη (ή τουλάχιστον δεν είχε κάποια αξιόλογη ανάπτυξη), καθώς οι οικονομικές δομές ήταν αποκλειστικά αγροτικές. Το ίδιο και η αστική βιοτεχνία παρέμενε αδύναμη, διότι οι κατά πλειονότητα μουσουλμάνοι τεχνίτες στο άλλοτε οθωμανικό τμήμα της περιοχής, όταν συστάθηκαν τα νέα κράτη είτε εκτοπίστηκαν άμεσα, είτε εξαναγκάστηκαν να φύγουν κατά κύματα στις περιοχές που παρέμειναν υπό οθωμανική κυριαρχία (δηλαδή στην Τουρκία, από το 1923). Με αφετηρία μια τέτοια, κατά βάση αγροτική οικονομία, η περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη δίνει σε πρώτη ματιά την εντύπωση μιας μεγαλειώδους διαδικασίας αναπλήρωσης του χαμένου χρόνου. Πράγματι, στο διάστημα μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων, και κυρίως μετά --είτε στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς (στην Ελλάδα και στην Τουρκία), είτε στο πλαίσιο του «υπαρκτού σοσιαλισμού»-- αναπτύχθηκε με εντυπωσιακή ταχύτητα και ο τομέας της βιομηχανίας. Οι σοσιαλιστικές χώρες μάλιστα έδιναν την αίσθηση πως είχαν το προβάδισμα, ειδικά στη βαριά βιομηχανία. Ωστόσο, η ανεπάρκεια πολλών από αυτές τις κρατικοδίαιτες δομές ήταν ολοένα πιο εμφανής, ενώ ήδη πριν από την αλλαγή του συστήματος φάνηκε πια ξεκάθαρα. Μετά δε την αλλαγή, η βαριά βιομηχανία στο σύνολό της κατέρρευσε. Τα «νεκρά εργοστάσια» του Peter Tzanev αποδίδουν παραστατικά την εκόνα αυτών των ρημαγμένων βιομηχανικών μνημείων. Η βιομηχανία καταναλωτικών ειδών ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Έτσι, μαζί με τον τομέα των υπηρεσιών, αποτέλεσε, λόγω του σαθρού συστήματος της δικαιοσύνης, εύκολο θύμα ιδιωτικοποιήσεων προς όφελος μελών της άλλοτε νομενκλατούρας, αλλά και κερδοσκόπων που αποκόμισαν πλούσια κέρδη στη διαδικασία του μετασχηματισμού. Τα υπόλοιπα τμήματα του πληθυσμού δεν ανήκαν επ’ ουδενί όλα στην κατηγορία των χαμένων από τις νέες ελευθερίες, όμως ειδικά η εργατική τάξη, τόσο σημαντική στις πρηγούμενες δεκαετίες, περιέπεσε σε μεγάλη αθλιότητα (βλέπε τις φωτογραφίες του Sašo Stanojkoviǩ, που αποτυπώνουν την κατάσταση στα Σκόπια).

Δημογραφικές ανατροπές

Το επόμενο καίριο στοιχείο που επισημαίνουμε εδώ δεν αναδεικνύεται ιδιαίτερα στις δημιουργίες των καλλιτεχνών που συμμετέχουν σε αυτή την έκθεση. Πιστεύω πως αυτό οφείλεται στο ότι οι ελίτ της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στις οποίες ανήκουν και οι καλλιτέχνες, προέρχονται κυρίως από το αστικό περιβάλλον των μεγάλων πόλεων. Οι κάτοικοι των πρωτευουσών συνήθως αγνοούν πόσο βαθύ είναι το ρήγμα ανάμεσα στις μητροπόλεις και την επαρχία (κυρίως μάλιστα στις αγροτικές περιοχές) σχεδόν παντού στην Νοτιοανατολική Ευρώπη. Από την κατάσταση αυτή πλήττονται ιδιαίτερα οι πληθυσμιακές ομάδες που εξαιτίας της εθνικής ομοιογενοποίησης κατέληξαν να γίνουν μειονότητες. Αυτό είναι έντονα αισθητό στις ερημωμένες περιοχές στην περιφέρεια της Κροατίας και της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, όπου έγιναν και οι πιο σφοδρές πολεμικές συγκρούσεις, και οι πληγές είναι ακόμα νωπές. Όμως και τα μέλη των κυρίαρχων πληθυσμιακών ομάδων υπέστησαν τις επιπτώσεις αυτής της εκ νέου ρηγμάτωσης μεταξύ των μεγαλουπόλεων και της υπαίθρου. Από χρονική έποψη, πρώτα στην Ελλάδα περίπου στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και στη συνέχεια, μετά το 1989, και στις άλλες χώρες, όπου προηγουμένως υπήρχαν ακόμα περιορισμοί στην εσωτερική κινητικότητα, η αιμορραγία της περιφέρειας είναι εμφανέστατη. Στην ύπαιθρο παραμένουν σε πολλά μέρη μόνον άνθρωποι που είναι αρκετά ολιγαρκείς ώστε να καλύπτουν ίσα ίσα τα προς το ζην, όμως στην πλειονότητά τους είναι ηλικιωμένοι. Η μετανάστευση στις μεγάλες πόλεις και στο εξωτερικό – πέρα από το γεγονός ότι οι μετανάστες στέλνουν χρήματα - δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο τη ζωή στην ύπαιθρο για αυτούς που μένουν πίσω. Και καθώς, κατ’ επέκταση, αδρανούν ολοένα περισσότερο οι ήδη ασθενείς δημόσιες δομές, αρχίζει λίγο λίγο να «τεμπελιάζει» και η φύση. Βέβαια η ζωή συνεχίζεται, όμως πλέον συνεχίζεται κυρίως στον αστικό χώρο. Η δημογραφική ανακατανομή μεταξύ πόλης και υπαίθρου καταγράφηκε πρώτα στην Ελλάδα. Το οικονομικό και βιοτικό επίπεδο, υψηλό συγκριτικά με εκείνο των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, την κατέστησε μετά από το 1989 (άρα πριν από την πρόσφατη κρίση, αλλά και κατά τη διάρκειά της) προσφιλή προορισμό για εκατοντάδες χιλιάδες οικονομικούς πρόσφυγες. Αυτό ήταν μια μεγάλη, νέα εμπειρία για τη χώρα. Οι μετανάστες προέρχονταν κυρίως από τη γειτονική Αλβανία, όμως λίγο αργότερα άρχισαν να καταφθάνουν και από τις πιο απομακρυσμένες γωνιές του πλανήτη. Η προσαρμογή σε μια τέτοια αλλαγή αποτελεί πρόκληση για κάθε Έλληνα πολίτη.

Για τη σχέση με το παρελθόν

Η πίεση της καθημερινότητας σε μεταβατικές κοινωνίες που μαστίζονται από κρίσεις έχει ως αποτέλεσμα τα βάρη του παρελθόντος να απασχολούν έντονα πολύ λίγα άτομα πλέον. Το γκράφιτι Forget your past του Nikola Mihov μιλάει ασφαλώς μέσα από την ψυχή των ανθρώπων. Αυτή η στάση ευνοεί και μια επιλεκτική, βολική άποψη για τα πράγματα. Καθένας μπορεί πια --συλλογικά ή ατομικά— να αισθάνεται θύμα μιας συμβολικής ή μη βίας του εκάστοτε Άλλου. Τέτοια συναισθήματα σε ατομικό επίπεδο ενδέχεται εξάλλου να τοποθετούν σε δεύτερη μοίρα ζητήματα όπως αυτό του Ολοκαυτώματος, το οποίο διατηρεί ακόμα σημαντική θέση στη συνείδηση άλλων Ευρωπαίων, και ειδικά των Γερμανών, ως επιγόνων των δραστών αυτού του εγκλήματος. Στο σημείο αυτό υπάρχουν ασφαλώς πολλά που εκκρεμεί να συζητηθούν, σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο, και κυρίως το ποιος σε περιόδους δικτατορίας κράτησε αυτή ή εκείνη τη στάση και απέναντι σε ποιόν. Η συζήτηση αυτή δεν πρέπει να περιοριστεί στην πρώην επικράτεια του υπαρκτού σοσιαλισμού. Εκκρεμεί και για την Ελλάδα, όπου οι εχθρότητες, που ρίζωσαν ακόμα και μέσα σε οικογένειες στη διάρκεια του Εμφύλιου των ετών 1944-46 και έως το 1949, ήταν θέματα ταμπού για πολλές δεκαετίες. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τα αρχεία των μυστικών υπηρεσιών και υπηρεσιών παρακολούθησης της κομμουνιστικής περιόδου –και αυτών της Τουρκίας στην περίοδο που ήταν κατά βάση στρατιωτικοποιημένη--, παραμένουν σφραγισμένα. Τέτοια και άλλα μέτρα ενισχύουν την παραδοσιακά διαδεδομένη τάση να υπάρχει εμπιστοσύνη μόνο σε πολύ στενό κύκλο, καθώς εμποδίζουν την ανάδυση του παρελθόντος στη συνείδηση. Οι «καταγεγραμμένες μνήμες» μπορεί να αποτελέσουν ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή της εσωτερικής απελευθέρωσης.

     

    Konrad Clewing
    Ο Konrad Clewing σπούδασε Ιστορία και Εθνική Οικονομία στο Μόναχο, τη Βιέννη και το Ζάγκρεμπ. Το 1997 εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή και στη συνέχεια εργάστηκε ως επιστημονικός συνεργάτης και από το 2007 ως αναπληρωτής διευθυντής στο Südost-Institut (SOI). Είναι επιστημονικός συνεργάτης του Ινστιτούτου Ερευνών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Institut für Ost- und Südosteuropaforschung,  ΙΟS) στο Ρέγκενσμπουργκ. Θέματα που αποτελούν τον πυρήνα της ερευνητικής του δραστηριότητας είναι, μεταξύ άλλων, η αλληλεπίδραση μεταξύ κράτους και κοινωνίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η διερεύνηση των εννοιών του έθνους και του εθνικισμού, η ισοτρία της πρώην Γιουγκοσλαβίας και του αλβανικού χώρου, καθώς και η ιστορία των μουσουλμάνων των Βαλκάνιων.