Το τόλμημα της μνήμης

ΤΟ ΑΚΡΙΒΟ ΣΗΚΩΤΙ ΤΗΣ ΒΙΤΑΣ

  • Read in Albanian by the author
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.
  • Excerpts from Vita’s Expensive Liver by Elsa Demo
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.

Ένα διήγημα της συγγραφέως Elsa Demo από την Αλβανία. Μετάφραση: Τηλέμαχος Κώτσιας.

Τη θέση των ανακριτών στη μετακομμουνιστική Αλβανία πήραν οι πρεσβείες

align="right"Η πατρίδα δεν κερδίζεται, είναι δώρο πολέμου και στο βωμό του θα ζητήσει από σένα την Ιφιγένεια

- Όνομα;

- Σαμπρί.

- Επώνυμο;

- Ντόκο.

- Ετών;

- 42.

- Πότε έγινε η διάγνωση;

- Το δύο χιλιάδες δύο.

- Κάποια προσπάθεια για να πάτε στο εξωτερικό;

- Στην Ελλάδα.

- Γιατί στην Ελλάδα;

- Εκεί ζει η οικογένειά μας όλη. Σκεφτήκαμε ότι θα ήταν καλύτερα από κάποια άλλη ώρα όπου δεν έχουμε κανέναν.

- Με τι βιοπορίζεστε;

- Έχω νοικιάσει μια μικρή βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων. Μαζί με την κόρη μου. Οι άνθρωποι χρήματα δεν έχουν αλλά δεν τα λυπούμται, προτιμούν να αγοράζουν καινούργια παρά να μεταποιούν τα παλιά.

Η Βίτα είχε βγει στο διάδρομο μετανιωμένη από εκείνο το «οι άνθρωποι χρήματα δεν έχουν αλλά δεν τσιγκουνεύονται». Ήταν η πρώτη συνάντηση με έναν υπουργό Υγείας μέσα στο νοσοκομείο. Ο Μπίκου - το υποκοριστικό του συζύγου της - παρατηρούσε τους ασθενείς: εξαντλημένοι, αλλά πιο κουρασμένοι ήταν οι άνθρωποι που τους συνόδευαν.

Η Βίτα σήκωσε τα ρολά του μαγαζιού. Πάνω από την πόρτα έγραφε: «αγγλική μόδα».

Στο δρόμο κρατούσε το χέρι του Μπίκου. Τα δάχτυλά του είχαν λεπτύνει. Και μαυρίσει. Κυρίως τα χείλη, μελανιασμένα σαν βαμμένα με βατόμουρα. Ο Μπίκου είχε κάτι από παιδί που μάζευε βατόμουρα. Μικρό παιδάκι, που παράτησε τα παιχνίδια εξαιτίας ενός πόνου στην κοιλιά και μάζευε βατόμουρα για να πνίξει τον ανεξήγητο πόνο. Το ίδιο χρώμα είχε και το συκώτι του. Το σκουρότερο από όλα τα όργανα του σώματός του. Ακόμα και στην όψη του αυτό το όργανο έμοιαζε με μπάλωμα από φύλλο βατομουριάς, οδοντωτό και φαγωμένο. Αν συνέχιζε έτσι, το ήπαρ θα τρωγόταν ολόκληρο από τα δοντάκια του, θα γινόταν κομματάκια.

Εκείνα τα λεπτά δάχτυλα, που η Βίτα τα είχε νιώσει υγρά, έπιαναν το μαγνητισμένο κατσαβίδι και μετά βίας σταθεροποιούσαν τις μικρές βίδες των ρολογιών. Ο Μπίκου σκότωνε την ώρα του βιδώνοντας και ξεβιδώνοντας ρολόγια και ηλεκτρικές συσκευές που απαιτούν συγκέντρωση. Η συγκέντρωση θέλει χρόνο και ο χρόνος θέλει δράση. Κι αυτός μένει ξάπλα ή καθιστός και χαϊδεύει το γάτο, σαν να βρίσκεται σε μια έρημο. Το ήπαρ του είναι μια έρημος. Κανένας προσανατολισμός, κανένα σημείο αναφοράς.

Έπρεπε να γίνει τοπική αναισθησία στο σημείο του ήπατος. Να επέμβουν απ’ έξω με μια μακριά βελόνα για να πάρουν λίγο υλικό απ’ το ήπαρ. Εκείνος όμως λιποθυμούσε. Δυο φορές είχαν προσπαθήσει ενώ η Βίτα περίμενε, τη μια φορά στη μισάνοιχτη πόρτα, ενώ τη δεύτερη είχε νιώσει το απαλό πέσιμό του πίσω από την κλειστή πόρτα και είχε μπει αμέσως να τον δει.

Κι όμως, αυτή η αποκαλούμενη βιοψία, ήταν καθοριστική. Ήταν η απαραίτητη εξέταση προκειμένου να προσδιορίσουν πόσο είχε φαγωθεί και πόσο είχε πρηστεί το ήπαρ και ύστερα να αποφασίσουν σχετικά με τη μέθοδο θεραπείας, τη δόση, πώς θα συνέχιζαν, διότι όποια θεραπεία μέχρι τότε γινόταν συμπτωματικά. Η δόση καθοριζόταν ανάλογα με την αντίδρασή του. Διαγνωστικά εργαστήρια για την ηπατίτιδα δεν υπήρχαν στη χώρα. Ο ασθενής πέρασε σε κίρρωση, η κίρρωση επιβάλλει μεταμόσχευση ήπατος, ασχέτως αν ο ιός ενδέχεται να εμφανιστεί ξανά μετά τη μεταμόσχευση.

- Πάνω στο σώμα του Μπίκου γίνονται πειράματα.

- Αν έρθει εγκαίρως η βοήθεια, ο άντρας σου θα έχει επλίδες να ζήσει.

Τη μέρα που η Βίτα κρατούσε το χέρι του Μπίκου κατά την επιστροφή από τη συνάντηση με τον υπουργό, εκείνος της είχε εξηγήσει ότι η Αλβανία δεν έχει κάποια συμφωνία με ξένες χώρες για μεταμοσχεύσεις ήπατος. Ο μόνος δρόμος που έμενε ήταν να εκδώσει το υπουργείο Υγείας ρηματική διακοίνωση προς τις πρεσβείες των ξένων χωρών για μια βίζα, ούτως ώστε ο Σαμπρί να εισαχθεί σε νοσοκομείο της Ελλάδας ή της Ιταλίας όπου γίνονταν μεταμοσχεύσεις ήπατος. Ο άντρας της θα έπρεπε να διαμείνει στη χώρα όπου θα γινόταν η επέμβαση. Χρειαζόταν βίζα μακροπρόθεσμη και για τους δυο, τον άντρα και τη γυναίκα, και κυρίως πολλά χρήματα.

- Κοστίζει, είχε πει ο γιατρός χωρίς να διστάσει.

- Ο άντρας μου παίρνει σύνταξη αναπηρίας εφτά χιλιάδες διακόσια λεκ του μήνα. Τους πρώτους έξι μήνες κάλυψαν τη θεραπεία οι γονείς μου. Εκατόν δέκα τέσσερα δολάρια κάθε βδομάδα. Αν δε μας είχε καλύψει το δημόσιο τον τελευταίο καιρό τα νοσήλια, που έφταναν τρεις χιλιάδες ευρώ το μήνα, δε θα μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα.

- Καταλαβαίνω, είπε όσο να προσθέσει κάτι ο υπουργός, ο οποίος αν και καταγόταν από τη μειονότητα, είχε αποδείξει ότι το πραγματικό διαβατήριο του ανθρώπου σε αυτή τη χώρα είναι οι φήμες για το καλό όνομα παρά τα έργα.

Το όνομά του, λατινικό στην καταγωγή, σήμαινε κάτι σαν «μόνος» ή «μοναχικός». Ως υπουργός από το κόμμα της ελληνικής μειονότητας είχε καταλάβει ότι εφόσον έτσι κι αλλιώς δεν είχε τίποτα στο χέρι του, το να παίρνει ένα ύφος υπομονετικού πατέρα μπροστά σε αυτούς τους Αλβανούς που έπαιρναν φωτιά, δικαίως ή αδίκως, σαν να ήταν στουπί με βενζίνη, θα έκανε να τον θυμούνται για καλό, ακόμα κι αν δεν είχε κάνει ούτε πέντε παράδες έργο, ή έστω μια μεταρρύθμιση. Έτσι έλεγε η διοίκηση αυτού του κράτους τις απολύσεις των μελών της αντιπολίτευσης και την αντικατάστασή τους από κομματόσκυλα.

- Άρα, θα μας βοηθήσετε, κύριε υπουργέ;

- Θα προσπαθήσω.

- Οι γονείς μου στην Αθήνα βρήκαν το νοσοκομείο που θα μας κάνει τις εξετάσεις. Δεν ζητούμε οικονομική βοήθεια από το κράτος για τα νοσηλεία. Ούτε που το σκεφτόμαστε πια. Με το κράτος δεν μπορείς να βρεις άκρη, το ξέρουμε… Είμαστε έτοιμοι να πουλήσουμε το σπίτι, μπορούμε να πάρουμε δάνειο… αν χρειαστεί… μπορώ να γίνω δότρια.

- Το φαντάζομαι, είχε ξαφνιαστεί ο καλοσυνάτος υπουργός που εκείνη τη στιγμή μπροστά στη γυναίκα έμοιαζε με συνηθισμένο άνθρωπο ανάμεσα σε άλλους συνηθισμένος, εφτά χρόνια αναμονής και να, μια τέτοια στιγμή σαν κι αυτή δίνει διέξοδο στις μοιραίες καταστάσεις. Το φαντάζομαι, είχε επαναλάβει, τώρα η μεταμόσχευση του ήπατος μπορεί να γίνει όχι μόνο από πτωματικά μοσχεύματα, αλλά αν είναι συμβατό, και από ζωντανούς δότες.

Ο άντρας έπρεπε να ένιωθε πόνο στο ήπαρ, στα δεξιά της κοιλιάς, ακριβώς κάτω από το θώρακα. Στην πραγματικότητα όμως δεν ένιωθε. Ένιωθε κούραση, που είναι χειρότερη από τον πόνο. Αδυναμία. Ένας ανίκανος άνθρωπος ήταν.

- Αίσθηση αηδίας;

- Ο Μπίκου δεν έχει νάζια.

- Εμετούς;

- Σχεδόν ποτέ.

- Νεύρα;

- Περισσότερο κούραση, γιατρέ. Έχει χάσει την αυτοσυγκέντρωση. Όπως είδατε, έχασε και βάρος. Έχει ύψος ένα κι εβδομήντα και βάρος σχεδόν 60 κιλά, όχι παραπάνω.

- Ούρηση;

- Λίγο δύσκολη, και το χρώμα των ούρων, σαν κόκα κόλα.

- Πώς είναι ο ύπνος του;

- Να σου πω ξυπνάει κάθε πρωί, δεν μπορώ, αφού μένει όλη τη νύχτα άυπνος.

- Πυρετό κάνει;

- Αν δεν έχει πόνους θα έχει πυρετό. Αν δεν έχει πυρετό θα έχει αϋπνίες… συν την ψυχολογική πλευρά… πουλήσαμε το σπίτι… περιμένουμε τις βίζες.

- Πρέπει να αποφευχθούν οι παράγοντες κινδύνου…

Η Βίτα ήθελε να αγγίξει τα δάχτυλα του Μπίκου. Δυσφόρησε όταν σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να αποκαλύψει τα προσωπικά της σε εκείνη την υπάλληλο με κεφάλι σαν κουφοξυλιά, η οποία τηρεί την τάξη και την ασφάλεια στους αιτούντες βίζα μέσα από το προαύλιο της πρεσβείας με τους ψηλούς τοίχους με κάγκελα από πάνω και με κάμερες στις γωνίες.. Ο κοκκινοτρίχης σκοπός με τα πολιτικά είχε μια τάση να διασκεδάζει με τα αλβανικά του διαβάζοντας τα ονόματα της λίστας. Έλαμπε το πρόσωπό του όταν διάβαζε ονόματα όπως Γιάννα, Χαρίλαος, Μαρία, Πέτρος, Γιώργος, Μαργαρίτα, Χρηστάκης, Δημητράκης, Νάση, Τρύφων… Εκείνοι στην ουρά χαμογελούσαν με αυτόν τον καλό Έλληνα που προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί το χρόνο της παραμονής του στην Αλβανία γνωρίζοντας τους ανθρώπους. Αν περνούσε κάτι από το χέρι του, θα έκανε περισσότερα για εκείνους που έμεναν στην ουρά. Οι ίδιοι εκείνοι που μόλις είχαν χαμογελάσει με τη συνήθεια του Έλληνα, συγχύζονταν, άνοιγε από μόνο του το στόμα τους ή διαγραφόταν από την έκπληξη ένα ωμέγα στο μέτωπο, όταν η σκοπιά, άφηνε το κύπελλο με τον καφέ φίλτρου στο εξωτερικό πρεβάζι του γκισέ και έτρεχε να σταματήσει ακριβώς μπροστά στα πρόσωπά τους, σαν αν ήθελε να φάει τη μύτη εκείνου που επέπληττε, τον ένα να χαμηλώσει τη φωνή, τον άλλο να μη μιλάει στο κινητό, τον τρίτο να καθίσει στη σειρά, κάποιον άλλο να σβήσει το τσιγάρο, έναν αστυνομικό με στολή και το σύμβολο του αετού στο μπράτσο, που έβγαζε κάτι σαν φωτιά από το ράμφος, που όμως εδώ δεν έπινε νερό ούτε η στολή, ούτε ο αετός, ακόμα ούτε το ίδιο του τομάρι.

Πρέπει να αποφευχθούν οι παράγοντες κινδύνου, επανέλαβε μέσα της η Βίτα την οδηγία του γιατρού. Το στόμα του κοκκινοτρίχη άνοιξε μέσα από το γκισέ για μια τηγανητή πατάτα. Ο υπάλληλος της ασφάλειας επέστρεψε στη θέση του κάνοντας ένα σχόλιο πίσω από το τζάμι για τον ένστολο και τώρα ρωτούσε:

- Γιατί θέλετε να πάτε στην Ελλάδα;

- Για λόγους υγείας του άντρα μου.

- Ποιος καλύπτει τα έξοδα;

- Οι γονείς μου.

- Πού θα μείνετε;

- Στους γονείς μου.

- Τι θα κάνει εκεί ο άντρας σου;

- Μια βιοψία ήπατος. Μας περιμένουν οι γιατροί.

Η γυναίκα πίσω από το τζάμι την κοίταξε με ένα βλέμμα σαύρας, παρδαλό, ψυχρό, σαν να ήθελε να πει: γυναίκα, γυναίκα, δεν ρώτησα αν περιμένουν κι εσάς οι γιατροί. Ούτε η ρηματική διακοίνωση σας καθιστά προνομιούχα απέναντι στους υπόλοιπους που περιμένουν στη σειρά. Τα αγγλικά της όμως δεν αρκούσαν να χρησιμοποιήσει επαρκώς το προνόμιο που της έδιναν οι σχέσεις που καθιέρωναν ανάμεσά τους δυο γυναίκες, όπως τώρα απέναντι, μέσα κι έξω από το τζάμι. Η γυναίκα μέσα από το τζάμι δεν μπόρεσε να κρύψει κάποιον κόμπο που της ήρθε και στύλωσε με δύναμη τις σαύρες των ματιών της στο φάκελο του ζεύγους Ντόκο επανεξετάζοντας μία μία τις υπογραφές και τις σφραγίδες σε όλες τις σελίδες. Χωρίς να δείξει τις σαύρες της, τώρα πια ξενερωμένες, είπε στην αλβανίδα διερμηνέα ότι οι Ντόκο να παρουσιαστούν στην ελληνική Πρεσβεία στις 7 Γενάρη.

Στις 7 Γενάρη ο Σαμπρί Ντόκο παρέλαβε τη βίζα για την Ελλάδα, δωρεάν, για λόγους υγείας. Στη Βίτα Ντόκο απορρίφθηκε το αίτημα με τη δικαιολογία ότι δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Στο επίσημο φυλλάδιο αναφερόταν: μπορείτε να υποβάλλετε ένσταση εντός 90 ημερών στο Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδος.

Η βίζα του συζύγου ήταν τρίμηνη, με 30 μέρες δικαίωμα παραμονής. Μέσα σε τρεις μήνες μπορούσε να χρησιμοποιήσει 30 μέρες. Όμως η βίζα αυτή ήταν δώρον άδωρον εφόσον εκείνος δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει χωρίς τη Βίτα.

Κι εκείνος δεν αναχώρησε. Εισήχθη στο νοσοκομείο χωρίς να είναι ασθενής, μόνο όσο να δυναμώσει, να γίνει ικανός για ταξίδι, δηλαδή να πάρει κάτι ορούς, κάτι συνηθισμένα παρασκευάσματα, ορυκτά άλατα. Τώρα το ήπαρ είχε αρχίσει να μαζεύει υγρό κι εκείνος χρησιμοποιούσε καθετήρα κι ένα παρασκεύασμα με φυτική βάση που του είχαν στείλει από την Αμερική, το οποίο έκανε χρέη ήπατος, εξουδετέρωνε τα δηλητήρια. Ο άνθρωπος δυνάμωνε. Περνούσε ίσως την πιο καλή περίοδό του.

Η Βίτα επέστρεφε από το Υπουργείο Εξωτερικών όπου είχε ζητήσει κάποιες σαφείς εξηγήσεις, ότι σε ποιο σημείο είχε γίνει το λάθος κατά τη διαδικασία. Είχε υποβάλλει ξανά αίτηση στην Ελληνική Πρεσβεία. Ανέβαινε τις σκάλες της πολυκατοικίας. Θυμήθηκε το γιατρό του Μπίκου: έπρεπε να αποφευχθούν οι επικίνδυνοι παράγοντες. Ποιοι ήταν αυτή τη φορά; Το σπίτι είχε πουληθεί. Σύντομα θα μετακόμιζαν σε ένα άλλο ενοικιαζόμενο.

Από το διαμέρισμα αυτό είχε ακούσει πολλές φορές τη γειτόνισσα που φώναζε δυνατά στην κόρη της: Φιόρι, Φιόρι, έπεσε ο παππούς σου από τις σκάλες. Ο Μπίκου κατέβαινε και σήκωνε τον πατέρα του. Ο γέρος, ούτε στον ύπνο ούτε στον ξύπνιο, τα πόδια του σούρνονταν στις σκάλες, ενώ το χέρι του γιου του, λιγάκι πιο υγιές, κουνιόταν σαν εκκρεμές πάνω στην αόρατη πληγή, από την πλευρά του ήπατος. Η Βίτα παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα από τις σκάλες όπου ο σύζυγός της σήκωνε σχεδόν καθημερινά τον μεθυσμένο πατέρα. Θυμήθηκε τόσες φορές την ειρωνική φωνή της γειτόνισσας: Φιόρι, Φιόρι, έπεσε ο.. και στέγνωνε ο λαιμός της. Τα σχέδιά της δραπέτευαν προς αντίθετη κατεύθυνση.

Εκείνο το βράδυ ο Μπίκου έπαθε εγκεφαλική αιμορραγία.

Μισοξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι του Γαστροηπατολογικού τμήματος ξερνούσε αίμα. Καθώς στεκόταν στο πλευρό, ένα κύμα αίματος ανέβλυσε, μια τουλούπα αίματος. Η τουλούπα βγήκε και ξεκόπηκε από το κορμί του Μπίκου το οποίο μαζεύτηκε και έκλεισε σαν νυχτολούλουδο στην αγκαλιά της Βίτας. Το κεφάλι έγειρε στον ώμο της γυναίκας. Βγήκε από μέσα της μια κραυγή, μια ξένη και βραχνή φωνή: «καρδούλα μου». Έσφιξε στο στήθος της τον σμικρυμένο άντρα που δεν είχε κάνει ούτε κιχ. Ο Μπίκου έπεσε σε κώμα για πέντε μέρες. Δεν επανήλθε ξανά.

***

Ήρθε η μέρα που η Βίτα έπρεπε να παρουσιαστεί στην πρεσβεία. Σκέφτηκε μια φορά να μη πάει. Είχαν μπλεχτεί το πείσμα, η δυστυχία, τα νεύρα, το δίκιο που έπρεπε να ζητήσει, παρόλο που τα πράγματα πήγαν όπως πήγαν. Παρουσιάστηκε εκεί. Στο διάδρομο της πρεσβείας έστεκε δίβουλη. Τι θα τους έλεγε; Στο μεταξύ οι υπάλληλοι έκοβαν βόλτες μπροστά της, ένα κορίτσι της είπε: κυρία, μιλούν για σας. Εκεί στον προθάλαμο με τα γκισέ της φάνηκε σαν να είχαν γνώση για τα πάντα. Υπήρχαν σειρές με ανθρώπους και στη Βίτα έλεγαν περίμενε. Κι εκείνη αποφάσισε να το παίξει αυτό το παιχνίδι. Τους είπε ότι ήθελε να μιλήσει με εκείνον που ήταν υπεύθυνος να εξετάσει το φάκελο Ντόκο. Ξανά της είπαν να περιμένει.

Η γυναίκα βγήκε στο χώρο κοντά στην πρεσβεία. Κάθισε σε ένα μπαρ. Ύστερα από ένα τέταρτο χτύπησε το τηλέφωνο του άντρα. Ήταν μια γυναικεία φωνή, στ’ αλβανικά.

- Θέλουμε να μιλήσουμε με τον κύριο Ντόκο.

- Μπορείτε να μου συστηθείτε, κυρία;

- Δεν μου επιτρέπεται, κυρία.

- Είμαι η σύζυγός του.

- Πού είναι ο σύζυγός σου;

- Τούτο είναι το τηλέφωνο του συζύγου, αλλά το έχω εγώ.

Το τηλέφωνο έκλεισε ξαφνικά. Αμέσως ακούστηκε να χτυπάει το τηλέφωνο της Βίτας.

- Ξανά εσύ, κυρία;

- Ναι, εγώ ξανά.

- Γιατί έχεις και τα δύο τηλέφωνα;

- Τα έχω.

- Δεν καταλαβαίνω.

- Ούτε εγώ καταλαβαίνω. Συνηθίζετε να παίρνετε στο κινητό τα άτομα που ζητούν βίζα;

- Θέλουμε να μιλήσουμε με το σύζυγό σας.

- Ο σύζυγός μου είναι στο σπίτι.

Ύστερα πρόσθεσε μεμιάς: Εσείς θέλετε να μιλήσετε με το σύζυγό μου, εγώ ζητάω συνάντηση με τον πρόξενο ή με τον πρέσβη.

- Γιατί; Για ποια αίτηση;

- Για την πρώτη αίτηση.

Η φωνή από την άλλη άκρη σιώπησε για λίγες στιγμές, όμως στη συνέχεια είπε: Θα σας γνωστοποιήσουμε, διότι τώρα είναι αδύνατο να έρθετε σε επαφή με τον πρόξενο ή με τον πρέσβη.

Όλη εκείνη τη βδομάδα η Βίτα ζητούσε μία μόνο εξήγηση. Το κεφάλι της σκίστηκε, πήγαινε να σκάσει. Επαναλάμβανε συνέχεια εκείνα τα ευτελή πιθανά επιχειρήματα: στον ασθενή δινόταν βίζα, σε αυτή όχι, γιατί δεν θα επέστρεφε ξανά.

Ξαναθυμήθηκε τη γυναικεία φωνή της πρεσβείας:

- Μιλάω με την κυρία Ντόκο;

- Ναι.

- Πώς είναι ο άντρας σας;

- Γιατί με ρωτάς για το άντρα μου, αφού ξέρεις πολύ καλά πώς είναι;

- Όχι, δεν ξέρουμε.

- Εσείς το ξέρατε καλά από τη μέρα που ήρθα στην πρεσβεία.

- Τότε γιατί είπατε ότι ο άντρας σας είναι στο σπίτι;

- Ο άντρας είναι στο σπίτι του και δε σας είπα σε πιο σπίτι. Αν θέλετε να ξέρετε τη διεύθυνση του άντρα μου, σας πηγαίνω εγώ. Θέλω όμως να ξέρω ποιος αισθάνεται υπεύθυνος γι’ αυτό που συνέβη στον άντρα μου.

- Εσείς όμως, τι ζητάτε τώρα; Ζητάτε ακόμα βίζα;

- Το τι ζητάω εγώ, πρέπει να ξέρετε πολύ καλά ότι εγώ δεν έχασα μόνο τον άντρα μου, αλλά έχασα και το σπίτι μου. Τα παιδιά μου είναι στους δρόμους. Θέλω να ξέρω, είσαι εσύ προσωπικά υπεύθυνη για την απόρριψη της βίζας μου; Ή γι’ αυτό που συνέβη σε μένα;

Σιωπή.

- Αν δεν είσαι εσύ υπεύθυνη, αγαπητή μου κυρία, δεν μιλάω καθόλου με σένα. Εγώ ζήτησα επαφή με τον πρόξενο ή με τον πρέσβη.

- Γιατί; Θέλεις επαφή με τον πρόξενο ή με τον πρέσβη για να του πεις αυτά τα πράγματα;

- Ναι.

- Ξέρεις ελληνικά;

- Δεν χρειάζεται να ξέρω ελληνικά, παίρνω διερμηνέα.

- Δεν επιτρέπεται διερμηνέας, πρόσθεσε η φωνή.

- Τότε ο πρόξενος ή ο πρέσβης θα πρέπει να ξέρουν κάποια ξένη γλώσσα. Συνεπώς δεν είναι αυτό το εμπόδιο.

- Θα σε ειδοποιήσουμε.

- Δε θέλω να με ειδοποιήσετε. Θέλω να με καλέσετε και την απάντηση, θετική ή αρνητική, να μου την πείτε κατάμουτρα. Θέλω να σας κοιτάξω στα μάτια.

Τη δεύτερη βδομάδα του Μάρτη χορηγήθηκε στη Βίτα βίζα για την Ελλάδα. Της γνωστοποιήθηκε με μήνυμα στο κινητό της. Της έδιναν βίζα ενός μηνός. Σκέφτηκε να προχωρήσει πιο πέρα, να ρωτήσει τον πρόξενο ή τον πρέσβη, ή την αρμόδια υπάλληλο για το τι νόμιζαν ότι θα μπορούσε να κάνει με μια βίζα ενός μηνός. Ύστερα όμως σκέφτηκε, στην Αλβανία ζούμε, τι θα κέρδιζε. Θα χαλούσε τα νεύρα της σε έναν καιρό που έπρεπε κάτι να κερδίσει, τουλάχιστον να μάθαινε ποιος ήταν υπεύθυνος και αποφάσιζε για τη ζωή ή το θάνατο των ανθρώπων. Ποιος ήταν αυτός ο παντοδύναμος;

Από την άλλη, το να καθιστούσε υπεύθυνο το αλβανικό Υπουργείο Εξωτερικών, δεν άξιζε τον κόπο. Η Βίτα πήγε εκεί. Δεν της έδωσαν κάποια επίσημη απάντηση. Η μοναδική απάντηση που της έδωσαν ήταν ανεπίσημη: είμαστε ανίκανοι μπροστά στην ελληνική πρεσβεία.

Η χώρα αυτή, ακόμα και για ένα άτομο ήταν ανίκανη, να υποβάλλει μια αίτηση, πόσο μάλλον να ζητήσει λογαριασμό, να πάρει μια απάντηση σχετικά με το τι λάθος είχε κάνει εκείνη στη συμπλήρωση των δικαιολογητικών. Ούτε αυτό δεν μπορείς να κερδίσεις εδώ, είπε μέσα της. Τι της έμενε ακόμα; Όχι πια παράγοντες κινδύνου, θυμήθηκε την άχρηστη συμβουλή του γιατρού.

***

Ο Σαμπρί Ντόκο πέθανε στις 19 Φλεβάρη 2009, ενάμισι μήνα αφού του είχαν δώσει ελληνική βίζα, όχι όμως και της γυναίκας του. Μια καθημερινή εφημερίδα της πρωτεύουσας έγραψε: «Ο Σαμπρί Ντόκο άλλαξε ζωή μετά από μια αγωνία εγκεφαλικού επεισοδίου σε ηλικία 42 ετών. Υπέφερε για οχτώ χρόνια από Ηπατίτιδα Γ και είχε ανάγκη για μεταμόσχευση. Για όλο αυτό το διάστημα κατοικία του είχε γίνει το τμήμα Γαστροηπατολογίας της πτέρυγας Παθολογικού του Πανεπιστημιακού Νοσοκομειακού Κέντρου «Μητέρα Τερέζα». Άφησε πίσω δυο ανήλικα κορίτσια και τη σύζυγό του. Τόσα χρόνια γυρόφερνε στις πόρτες του κράτους για βοήθεια, ενώ τον τραγικό επίλογο σφράγισε η ελληνική πρεσβεία η οποία απέρριψε τη βίζα στη σύζυγό του».

Ένα μήνα αργότερα τον ακολούθησε και ο πατέρας του. Είχε κόψει το ποτό και το φαΐ. Η Βίτα δεν έφυγε από την Αλβανία με τουριστική βίζα 30 ημερών που πήρε από την ελληνική πρεσβεία τρεις βδομάδες μετά το θάνατο του συζύγου.

 

© Elsa Demo
Elsa Demo από την Αλβανία
Elsa Demo. Γεννήθηκε στο Φιέρι της Αλβανίας. Ζει στα Τίρανα. Σπούδασε Αλβανική Λογοτεχνία και Γλωσσολογία στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου των Τιράνων (1955-1999). Από το 1999 αρθρογραφεί τακτικά στις αλβανικές ημερήσιες εφημερίδες Koha jonë, Korrieri, Shekulli, και από το 2003 είναι υπεύθυνη για το πολιτιστικό τμήμα της μεγαλύτερης ημερήσιας αλβανικής εφημερίδας Shekulli. Πλήθος δοκιμίων, ρεπορτάζ και διηγημάτων της έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες Koha jonë, Korrieri, Spektër, Shekulli και σε άλλα αλβανικά έντυπα και ανθολογίες. Συνεκδότρια των δύο ανθολογιών αλβανών συγγραφέων Shqipëria kujton. 1944-1991 (Τίρανα 2009) και Shqipëria tregon. 1991-2010 (Τίρανα 2010). Το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Βοϊτίλα στο Μπάρι (Ιταλία) στο πλαίσιο του 1ου Διεθνούς Δημοσιογραφικού Διαγωνισμού "Giornalisti del Mediterraneo".

 

Μετάφραση του Ardian Klosi
Ardian Klosi, γεννήθηκε το 1957 στα Τίρανα Αλβανίας. Πέθανε το 2012. Αφότου πήρε το πτυχίο του στις Αλβανικές Σπουδές στα Τίρανα (1980-1986), εργάστηκε ως επιμελητής και διορθωτής στον λογοτεχνικό εκδοτικό οίκο Naim Frashëri. Κατόπιν, σπουδές Γερμανικής Φιλολογίας και Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ και διδακτορικό το έτος 1990. Μετά την επιστροφή του στην Αλβανία, δραστηριοποιήθηκε στο φοιτητικό κίνημα και τον νέο ανεξάρτητο Τύπο. Το διάστημα 1993-1998 έζησε και εργάστηκε στο Μόναχο, όπου δίδαξε στην έδρα Αλβανικών Σπουδών. Μαζί με τον Wilfried Fiedler συνέταξαν το Γερμανικο-Αλβανικό Λεξικό των εκδ. Langenscheidt (1997). Πολυάριθμες μελέτες, άρθρα, βιβλία, μετά την επιστροφή του στην Αλβανία το 1998, μεταξύ άλλων Netët Pellazgjike te Karl Reinholdit (2005), Robert Schwartz oder die Fenster meiner Stadt (2007, αλβανικά-γερμανικά), Katastrofa e Gërdecit 2009 (αγγλ. The Gërdec Desaster, 2010) κ.ά. Από το 1983 μεταφραστής πολλών έργων λογοτεχνίας γερμανόφωνων συγγραφέων, όπως των Büchner, Kafka, Brecht, Böll, Dürrenmatt κ.ά. Έχει διακριθεί με πολλά βραβεία τόσο για τα πρωτότυπα έργα του όσο και για τις μεταφράσεις του.