Το τόλμημα της μνήμης

ΜΕΛΙΣΣΑ

  • Read in Turkish by the author
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.
  • An excerpt from The Wasp by Müge İplikçi
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.

Ένα σύντομο διήγημα της συγγραφέως Müge İplikçi από την Τουρκία. Μετάφραση: Θάνος Ζαραγκάλης.

«Μια μέλισσα! Αχ, γιε μου, αχ!» μουρμούρισε.

Η γυναίκα περίμενε. Χάιδεψε το μέτωπο του παιδιού που ψηνόταν απ’ τον πυρετό. Ήταν η δεύτερη μέρα που καιγόταν έτσι. Εδώ και ώρες κουβαλούσε στη ράχη της το φλογισμένο παιδί. Όμως δεν άντεχε άλλο να πάει παραπέρα. Ήταν φανερό πως δεν μπορούσε να προχωρήσει μ’ αυτόν τον τρόπο. Μακάρι να τέλειωνε εδώ! Αυτός ήταν ο διακαής της πόθος. Ήταν κουρασμένη του θανατά, είχε μείνει πετσί και κόκαλο. Σαν να μην έφταναν όλα τα άλλα, ήρθε κι αυτό! Ενώ με δυσκολία κουβαλούσε το δικό της κορμί, έπρεπε να τώρα κουβαλήσει και το παιδί. Αλλά είχε εξαντληθεί. Τώρα έπρεπε να περιμένει. Να περιμένει.

Τουλάχιστον μέχρι να σηκωθεί στα πόδια του το παιδί… Κάτω απ’ την Αυγουστιάτικη, ζεστή σκιά μιας ισχνής καρυδιάς ένιωσε τον πυρετό που έκαιγε το κορμί του παιδιού. Ήταν κι αυτή η φασαρία. Τα τζιτζίκια τερέτίζαν χωρίς να πάρουν ανάσα. Παρότι η γιαγιά τής πρότεινε να μείνει μαζί τους, η γυναίκα της είπε «Όχι, εσείς πηγαίνετε, εμείς θα πάρουμε μια ανάσα πρώτα και μετά θα σας προλάβουμε».

Η γιαγιά ήταν η γνωστή γιαγιά. Πολύ καλή, προστατευτική, πάντα σε εγρήγορση. Έτσι ήταν πάντα. Φύλακας άγγελος. Η γιαγιά είχε μια χρυσή καρδιά που καταπίεζε τη γυναίκα· την έπνιγε, την εξουθένωνε. Κι αφότου έφυγαν οι άλλοι όλοι, ακόμη περισσότερο. Οι θάνατοι ακολούθησαν τους θανάτους, οι πένθιμες ειδήσεις δεν είχαν τελειωμό, και στο τέλος έμειναν μόνες τους οι δυο. Η γιαγιά δεν ήταν πια πεθερά αλλά μάνα, δεν ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα αλλά συνομήλικη, δεν ήταν η μητέρα του άντρα της αλλά μια όμαιμη συγγενής. Καλοσύνη χωρίς τέλος. Όμως πλέον η καλοσύνη ήταν μαρτύριο για τη γυναίκα, ήταν φτώχεια, σκλαβιά… Το φαγητό, τα καθαρά κρεβάτια, η φροντίδα των παιδιών, το συγύρισμα του σπιτιού… Όλα τα φρόντιζε η γιαγιά. Με στοργή, κατανόηση, αγάπη, καλοπροαίρετα. Κι όμως η γυναίκα περισσότερο απ’ όλα αυτά διψούσε για ζωή. Αφαιρέθηκε ο αέρας που ανάσαινε μαζί με τον άντρα της, η ιδιωτική ζωή της έσβησε με τους θανάτους που ήρθαν από νωρίς, οι ελπίδες ματαιώθηκαν, τα όνειρα έσβησαν. Τα στοργικά φτερά της γιαγιάς που έριχνε πάνω σ’ όλα αυτά την έπνιγαν, της προκαλούσαν ασφυξία. Δεν ήταν ούτε τριάντα χρονών η γυναίκα. Κι όμως ήταν τελειωμένη. Μετά από τα τόσα παιχνίδια που της έπαιξε η μοίρα, θαρρείς που τώρα πια επιθυμούσε την κακία. Απ’ τη μια ντρεπόταν που αισθανόταν έτσι κι από την άλλη δεν μπορούσε να απομακρύνει τούτη τη σκέψη. Αναστέναξε βαθιά. Ανασήκωσε τους ώμους και μετά χαλάρωσε.

Το αγόρι βογκούσε και το μικρό του κορμί σφάδαζε από τον πόνο που ερχόταν βαθιά μέσα απ’ τα σπλάχνα του. Η γυναίκα μουρμούρισε και πάλι «Αχ, γιε μου, αχ!». Ο πυρετός του παιδιού είχε ανέβει. Η γυναίκα έριξε λίγο νερό στο χέρι της απ’ την κανάτα και δρόσισε το μέτωπο του αγοριού που θαρρείς πετούσε σπίθες. Ήταν τόσο ζεστό το μέτωπο που μόλις τράβηξε το χέρι, αυτό είχε κιόλας στεγνώσει. Το ίδιο χέρι που στον επάνω όροφο του σπιτιού της Αδριανούπολης, στο φως του καντηλιού που έσχιζε τη νύχτα, χάιδευε τα μαλλιά του μουρμουρίζοντας του νανουρίσματα. «Αχ…»

Το παιδί άκουσε τη φωνή μέσα απ’ τις αχνές μνήμες που χάνονταν εξαιτίας της ταλαιπωρίας του πολυήμερου ταξιδιού. Λες και η μητέρα του τού μιλούσε πίσω απ’ τις αχνισμένες κατσαρόλες της κουζίνας. Οι αχνιστοί κουραμπιέδες της Καβάλας μόλις είχαν βγει απ’ το φούρνο και γλύκαιναν την εικόνα. Το ζωηρό τίναγμα της άχνης απ’ τον κουραμπιέ στον αέρα, η στιγμή που το λάδι ακουμπά στο αλεύρι, τη ζάχαρη και τη ζωή. Μια βαθιά και γρήγορη ανάσα ταρακούνησε ολόκληρο το κορμί του παιδιού. Εδώ και ώρα ανέπνεε μ’ αυτόν τον τρόπο. Η γυναίκα έσπρωξε με μίσος τα μυρμήγκια που αφού ανέβηκαν πρώτα στο κιλίμι σκαρφάλωσαν πάνω στους ταρσούς του αγοριού τα οποία είχαν πάρει γκριζογάλανο χρώμα· μερικά τα σκότωσε μέσα στη χούφτα της, είχε θυμώσει μ’ αυτά τα πλάσματα που είχαν ξεπεράσει τα όρια. Γι’ αυτό πετάχτηκαν οι φλέβες του λαιμού της. «Μόνο εσείς λείπατε τώρα» είπε μαλώνοντάς τα…

Τα κουρασμένα, εξαντλημένα βήματα του καραβανιού περνούσαν από μπροστά τους όπως οι σκιές των αδύναμων δέντρων κυλούσαν δίχως τελειωμό στον Έβρο. Γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι, πληγωμένοι δεκάδες άνθρωποι. Αργά, λαχανιασμένοι, εξαντλημένοι. Κάποιοι τη ρωτούσαν κιόλας «Τι τρέχει, κοπέλα μου;» Μερικοί ήταν γνωστά πρόσωπα απ’ το Διδυμότειχο, το Σοφικό που ήρθαν μαζί στην Αδριανούπολη όταν εκείνη ήταν ακόμη νεόνυμφη… Γείτονες, μακρινοί συγγενείς… Διδυμότειχο… «Αχ, αχ» αναστέναξε η γυναίκα. «Τα κορίτσια του Διδυμότειχου όλα είχαν κορμί κυπαρισσένιο».

Εκείνες τις εποχές δεν ένιωθε την σημερινή ασφυξία. Οι νύχτες και οι ημέρες τότε κυλούσαν γαλήνια σαν το κρύο νερό. Τότε υπήρχε μια νύφη που η γαλήνια της όψη έσπερνε χαμόγελα σε όσους την κοιτούσαν. Μια νύφη που έτρεχε να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη, κινιόταν ασταμάτητα, έριχνε ολόκληρο το βάρος του σπιτιού πάνω στο λεβεντόκορμο κορμί της σαν να ‘ταν πούπουλο, χωρίς διαμαρτυρία. Αυτά συνέβαιναν προτού περικυκλώσουν τα σπίτια οι συμμορίες. Πριν ακόμη οι άγριες κραυγές των συμμοριτών έσχιζαν τη νύχτα καθώς φώναζαν τους νέους που έμεναν σ’ εκείνα τα σπίτια. Πριν ακόμη αρχίσουν να πετούν οι κάτοικοι έξω απ’ τα σπίτια τα πουγκιά με τα χρυσά για να μπορέσουν να ανακουφιστούν για λίγο. Πριν ακόμη τελειώσουν τα πουγκιά και τα χρυσάφια.

Και ύστερα; Το ύστερα ήταν μαρτύριο.

Μαρτύριο ήταν και το ταξίδι από το Διδυμότειχο προς την Αδριανούπολη. Το ίδιο κι όταν έβγαιναν απ’ το Διδυμότειχο. Ήταν τότε που περίμεναν μέρα με τη μέρα να ξεσπάσει ο Βαλκανικός πόλεμος. Δύσκολο πράγμα να κάνεις υπομονή. Σ’ όλα τα χωριά επικρατούσε μια αυξανόμενη βία. Μία απανθρωπιά που ασκούσε ένας άνθρωπος σ’ έναν άλλο, μια θρησκεία σε μιαν άλλη θρησκεία, ένα έθνος πάνω σ’ ένα άλλο έθνος. Μια αναταραχή απ’ την οποία κανείς δεν θα έβγαινε κερδισμένος. Ναι, ήταν γνωστό αυτό, αλλά να που το βέλος είχε τιναχτεί πια απ’ το τόξο. Όλοι οι άνθρωποι της Δυτικής Θράκης έχυναν μαύρο δάκρυ. Η καταπίεση ολοένα και μεγάλωνε διευρυνόμενη. Κανείς δεν είχε το χρόνο ή τη δύναμη να δει το δίκιο του άλλου.

Στο δρόμο προς την Αδριανούπολη η γυναίκα όταν θυμήθηκε το περσινό της γάμο, την πήραν τα δάκρυα. Είχε δίπλα της τον Χασάν, τον άντρα της, τον γιο των γειτόνων της, την παιδική της αγάπη. «Μη φοβάσαι» του είχε πει, «Θα στήσουμε το σπίτι μας στην Αδριανούπολη, θα ξεκινήσουμε απ’ την αρχή».

Είχε γίνει έτσι πράγματι στην Αδριανούπολη;

Όχι.

Πρώτα απ’ όλα η έννοια του σπιτιού είχε τελειώσει για την γυναίκα. Σπίτι σήμαινε κάτι που το εγκαταλείπεις τη νύχτα και δεν επιστρέφεις ποτέ πια.

Κάθε βήμα, κάθε ανάσα σήμαινε να τελειώνεις μέσα σου με το παρελθόν, να ζεις χωρίς να θυμάσαι, χωρίς να μιλάς. Σπίτι σήμαινε να χαθείς μαζί με όλα τα άλλα. Να ζεις με κάτι λειψό. Η πίκρα που μένει επειδή είναι αδύνατο να τα ξεχάσεις όλα. Θα θυμάσαι πάντα. Θα θυμάσαι το τίποτα, και όμως μέσα σ’ εκείνο το τίποτα υπάρχει εκείνος. Λέξεις που έμοιαζαν καινούργιες έμπαιναν στο λεξιλόγιό σου. Οι έννοιές τους δεν είχαν να κάνουν ούτε με το παρελθόν ούτε με το παρόν. Η νέα έννοια του φεύγω σήμαινε να περνάς το φράχτη εκείνου του παλιού σπιτιού και να φεύγεις. Η νέα έννοια του πέφτω ήταν να πέφτεις στο ξεροπήγαδο του κήπου του παλιού σπιτιού. Η νέα έννοια του κλειδώνομαι, να κλειδωθείς στη σοφίτα εκείνου του σπιτιού… Η ζωή ήταν πλέον μια ζωή χωρίς σπίτι, αλλά ταυτόχρονα μια ζωή γεμάτη ‘σπίτι’. Σπίτι σήμαινε κονάκι. Το κονάκι στο Διδυμότειχο. Η μυρωδιά της υγρασίας που ανέδιδε η τριζάτη σκάλα. Το σκαλιστό ταβάνι, ο εξώστης του επάνω ορόφου, το σπίτι του γείτονα που φαινόταν απ’ τον εξώστη, τα δωμάτια που άνοιγαν σε άλλα δωμάτια όπου είχαν ζήσει τόσα και τόσα ευτυχισμένα μερόνυχτα. Τα τραγούδια που συνόδευαν εκείνες τις ευτυχισμένες στιγμές:

στη μέση του μοναστηριού μια πηγή
αχ, καλή μου πηγή
κυπαρισσένιες όλες οι κοπελιές του Διδυμότειχου
κι εμείς παίζουμε και τραγουδάμε

Χρειάστηκαν δέκα χρόνια για να μετακομίσει και ψυχικά από το Διδυμότειχο στην Αδριανούπολη. Κι αυτό με δυσκολία. Αβέβαιη, σιωπηλή.

Με τον καιρό γέννησε και τα παιδιά της· ένα, δύο, τρία. Αφότου έμαθε τι θα πει μητρότητα, άλλαξε κομμάτι. Καθώς τελείωναν πρώτα ο Βαλκανικός Πόλεμος κατόπιν ο Πόλεμος του Τσανάκκαλε, τελείωσαν και όλες οι πρόσκαιρες, χαρούμενες στιγμές. «Αν χώμα σημαίνει δάκρυ, καλύτερα να μου λείπει» είπε μια μέρα. Τότε θέλησε να λησμονήσει όλα, μα όλα ανεξαιρέτως. Ακόμη περισσότερο όταν μετά τη γέννηση της μικρής κόρης, έχασε τον άντρα της, τον Χασάν, και ύστερα από λίγο το γιο της…Τους είχε παραδώσει και τους δυο στην κόλαση της χολέρας. Η αγάπη είχε θαφτεί στο χώμα, πράγμα πολύ κακό. Με τον καιρό νέες απώλειες πήραν σειρά. Έθαψε στη γη της Αδριανούπολης τη μητέρα και τον πατέρα της, κατόπιν τον πεθερό της. Άρχισε να νιώθει πως ανήκε πλέον στην Αδριανούπολη όχι με τους ζωντανούς, αλλά με τους νεκρούς της. Πολλές φορές θέλησε να πεθάνει, κι άλλες τόσες την έσωσε η γιαγιά. Αυτή η καλόκαρδη γιαγιά που έλεγε «Όσες γυναίκες γνώρισαν τον πόνο του παιδιού, στέκονται δίπλα – δίπλα». Η φιλεύσπλαχνη γιαγιά που δήλωνε «Απ’ εδώ και στο εξής δεν είσαι νύφη μου, αλλά κόρη, αδελφή, αίμα μου». Αυτή η γριά ξεμωραμένη που την γλίτωσε απ’ την τρέλα!

Τώρα ήταν ξανά στους δρόμους με τη γιαγιά. Περισσότερο κι από φοβισμένες ήταν εξαντλημένες, περισσότερο οργισμένες παρά απελπισμένες. Τώρα προορισμός ήταν η Ιστανμπούλ. Μετά, μια άγνωστη γωνιά της Ανατολίας. Όλοι γνώριζαν αυτή την ιστορία της μετανάστευσης. Ήταν μια πληροφορία που είχε εισχωρήσει μέχρι τις φλέβες τους. Είχε τόσο δουλέψει μέσα τους που ήταν κάτι σαν το όνομα, η ψυχή τους. Οι αναμνήσεις ήταν απ’ αυτά που αφήνεις ξωπίσω σου δίχως να γυρίσεις το κεφάλι να κοιτάξεις. Μνήμες σκεπασμένες με στάχτη.

Μπορούσε άραγε να ξεκινήσει απ’ την αρχή;

Αυτά που κουβαλούσε στο μέλλον ήταν ένα αγόρι τόσο δα που έλιωνε στην αγκαλιά της, ένα κορίτσι δυο – τρία χιλιόμετρα πιο πέρα, μια πονεμένη ηλικιωμένη που κούτσαινε απ’ τον ένα πόδι και μερικά σκεύη.

Θα ήταν πιο σωστό να λέγαμε αυτά που έσερνε στο μέλλον.

Όλα κυλούσαν μπροστά απ’ τα μάτια της. Το γαλάζιο κονάκι του Διδυμότειχου, το ανθεκτικό τριώροφο, ξύλινο σπίτι στην Αδριανούπολη, ευτυχισμένες στιγμές με το άρωμα της μελαγχολίας, χαρές που ακουμπούσαν στη θλίψη…

Κορμιά που παρασύρονται προς το μέλλον. Ή μήπως πτώματα;

Κοίταξε με κενό βλέμμα τα όσα κυλούσαν από μπροστά της η γυναίκα.

Κάποιοι τώρα την καλούσαν με το όνομά της.

Μπεντριγιέ!

Εκείνη απαντούσε σε όλους με τον ίδιο απόμακρο τρόπο. «Πριν από δυο μέρες το τσίμπησε μέλισσα στο κάτω λιβάδι, τώρα έχει πυρετό».

Κι όμως δεν μπορεί να ήταν το τσίμπημα που προκαλούσε τον πυρετό.

Κάποιος πρότεινε να πάρει το παιδί στην πλάτη του, κάποιος άλλος να το φορτώσει στο κοκαλιάρικο άλογό του. Ωστόσο η Μπεντριγιέ γνώριζε ότι στην προσφυγιά το να βγεις στο δρόμο σημαίνει να προχωρείς στο άγνωστο υπολογίζοντας το κάθε τετραγωνικό χιλιοστό. Οι φρούδες ελπίδες φορτωμένες με δυο τρία σκεύη και άφθονες αναμνήσεις αρκούσαν για ένα μόνο άτομο, δεν υπήρχε χώρος ώστε κάποιος άλλος να επωφεληθεί, να βρει μια θέση. Ο ελεύθερος χώρος στην προσφυγιά ήταν περίσσια πολυτέλεια, άπιαστο όνειρο. Γι’ αυτό έπρεπε να περιμένει. Θα περίμενε να πέσει ο πυρετός, να καταλαγιάσει η τρεμούλα, η αίσθηση της παγωνιάς. Όμως το κορμί του παιδιού συγκλονιζόταν ολοένα και περισσότερο απ’ τους σπασμούς, το φως των ματιών του έσβηνε σταδιακά. Η Μπεντριγιέ γνώριζε αυτόν τον αφανισμό. Τον γνώριζε μεν αλλά δεν ήθελε να τον θυμάται. Δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει έτσι.

Όχι.

Όμως παρ’ όλα αυτά προσευχήθηκε στο Θεό.

«Ή θεράπευσέ τον, ή βοήθησε να τον αφήσω εδώ!»

Τότε θα ‘ριχνε μαύρη πέτρα πίσω της η Μπεντριγιέ. Θα πήγαινε όπου την οδηγούσε ο δρόμος! Έτσι κι αλλιώς η γιαγιά θα φρόντιζε την μικρή της κόρη.

Το παιδί έβλεπε και πάλι τον εαυτό του στο χωράφι με τα σιτάρια όπου τον τσίμπησε η μέλισσα. Τούτη τη φορά δεν υπήρχε ούτε ίχνος πόνου, αμφιβολίας, φόβου. Τα μαλλιά του ήταν πιο ξανθά ή τα στάχυα; Δεν μπορούσε να καταλάβει. Παρέα με τον άνεμο ξάπλωσαν μια δεξιά, μια αριστερά. Μετά ο άνεμος τον έσπρωξε με μιας από πίσω. Άρχισε να τρέχει. Έτρεξε, έτρεξε, έτρεξε. Μέχρι το μοναστήρι απέναντι, μέχρι τη μεγάλη κρήνη στο κέντρο του μοναστηριού. Ήταν φανερό ότι το αγόρι βρισκόταν στην αρχή ενός μεγάλου ονείρου. Ο ήχος του νερού αναμιγνυόταν στη δροσιά της αυλής. Ήταν φανερό επίσης ότι στο νερό αντιλαλούσε η φωνή της αθωότητας που είναι η φωνή της παιδικής ηλικίας. Μετά η λυπητερή φωνή της μητέρας. Η κελαρυστή φωνή της μητέρας που αγκάλιαζε, μάγευε το σπίτι και θυμιάτιζε τη ζωή.

στην μέση του μοναστηριού μια κρήνη,
αχ, καλή μου κρήνη
ατίθασες όλες οι κοπελιές του Διδυμότειχου
κι εμείς παίζουμε και τραγουδάμε

στη μέση του μοναστηριού μια βρύση
αχ, καλή μου βρύση
εκλεκτές όλες οι κοπελιές του Διδυμότειχου
κι εμείς παίζουμε και τραγουδάμε

στη μέση του μοναστηριού μια πηγή
αχ, καλή μου πηγή
κυπαρισσένιες όλες οι κοπελιές του Διδυμότειχου
κι εμείς παίζουμε και τραγουδάμε

Η γυναίκα κοίταξε τα μάτια τα κρυμμένα στις κόγχες του κεφαλιού που γλιστρούσε μέσα απ’ τα χέρια της. Ήταν πολύ γνώριμα μάτια. Το χρώμα τους, το πράσινό τους χρώμα που αντανακλούσε στο φαρδύ μέτωπο, η σκόρπια δροσιά μέσα στο πράσινο... Τα μάτια που γυρόφερναν μέσα στις κόγχες που τις γνώριζε απ’ έξω κι ανακατωτά από τη μέρα που γεννήθηκε ο μικρός. Ακόμη και οι κόγχες των ματιών ήταν ολόιδιες του πατέρα του. Τα μαύρα τσίνορα, οι φλογισμένες, στριφτές άκρες που άγγιζαν τα βλέφαρα…

Τα αστέρια που ταξίδευαν στα μάτια, αντανακλούσαν έως τα ματοτσίνορα.

«Αχ, γιε μου, αχ!»

Αλλά άγνωστο γιατί, αίφνης αναρίγησε. Θα ‘πρεπε να κάνει κάπου λάθος. Μια μέλισσα, στο κάτω – κάτω της γραφής ήταν μια μέλισσα! Σιγά το πράμα, ένα τσίμπημα της μέλισσας ήταν όλο κι όλο. Σίγουρα θα ‘παιρναν πάλι το δρόμο, θα προλάβαιναν τη γιαγιά με το κορίτσι, και θα άρχιζαν και πάλι να αφηγούνται διάφορες ιστορίες.

Κοίταξε τα μάτια του γιου της.
Κοίταξε τον ουρανό.
Κοίταξε αυτούς που περνούσαν από μπροστά της.

Σ’ αυτά τα μάτια δεν υπήρχαν οι ανταύγειες - απομεινάρια μιας θαυμάσιας μέρας που έβλεπε στα μάτια του Χασάν της ή του γιου της, οι οποίοι είχαν φύγει απ’ αυτόν τον κόσμο νωρίτερα, αλλά η θαμπάδα που διέκρινε στο κρεβάτι του θανάτου τους.

 

© Muhsin Akgun
Müge Iplikci από την Τουρκία
Müge İplikçi. Γεννήθηκε το 1966 στην Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας, όπου και ζει. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης και στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο. Η πτυχιακή της εργασία (Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης) είχε τίτλο «Λαϊκή κουλτούρα και γυναίκες». Διδάσκει στον Τομέα Θεωρίας των Μέσων του Πανεπιστημίου Bilgi στην Κωνσταντινούπολη. Συγγραφέας. Έχει εκδώσει πλήθος βιβλίων, μεταξύ των οποίων: Kısa Ömürlü Açelyalar, διήγημα (Κωνσταντινούπολη 2009); Kafdağı, μυθιστόρημα (Κωνσταντινούπολη 2008), Gelaciyen Bajare Nu - Yeni Kent Dedikoduları, επιλεγμένα διηγήματα (Diyarbakir 2007), Cemre, μυθιστόρημα (Κωνσταντινούπολη 2006), Kül ve Kel, μυθιστόρημα (Κωνσταντινούπολη 2004), Transit Yolcular, νουβέλα (Κωνσταντινούπολη 2002). Τα έργα της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.  Για το λογοτεχνικό της έργο τιμήθηκε με τα Βραβεία „Yaşar Nabi Nayır“ και „Haldun Taner Kısa“.

 

Μετάφραση της Monika Demirel
Monika Demirel, γεννήθηκε το 1960 στο Wiesbaden Γερμανίας. Σπούδασε Μετάφραση  και Διερμηνεία στη Χαϊδελβέργη (ισπανικά και αγγλικά, 1981-87). Στη συνέχεια, έμεινε για κάποια χρόνια στο εξωτερικό, απασχολούμενη στον ταξιδιωτικό κλάδο, ως καθηγήτρια γερμανικών και μεταφράστρια τεχνικών κειμένων. Από το 1999 μεταφράζει λογοτεχνικά έργα από τα τούρκικα στα γερμανικά των: Oya Baydar, Gülten  Dayıoğlu, Kemal Özer. Επίσης πλήθος δοκιμίων, διηγημάτων διαφόρων άλλων  συγγραφέων, αλλά και ταξιδιωτικών οδηγών. Η Monika Demirel ζει  από το  1993 στην Τουρκία.