Το τόλμημα της μνήμης

Τι σημαίνει για κείνους η Σλαβονία

Λογοτεχνικό δοκίμιο του αρθρογράφου Slobodan Snajder, από την Κροατία. Μετάφραση: Ισμήνη Ραντούλοβιτς.

1.

Ο εφιάλτης όλων εκείνων οι οποίοι των 18ο αιώνα έπλεαν από το Ούλμ ακολουθώντας το ρεύμα του Δούναβη ονομαζόταν βράχος του Ντουπστάινερ (Duppsteiner Klippen) – και την εποχή εκείνη είχαν δύο μέρες ταξίδι από το Engelhartzelle. Αν υπήρχαν, τα κέρδη από τα ασφάλιστρα θα ανερχόταν σε αμύθητα ποσά. Ή μάλλον καμία ασφαλιστική εταιρεία δεν θα αναλάμβανε να ασφαλίσει τους ταξιδιώτες και την περιουσία τους. Παρ' όλα αυτά ταξίδευαν γιατί δεν γινόταν αλλιώς. Η πηγή λέει: “Θα μάζευαν τα κουπιά και το πλήρωμα θα παρακαλούσε τους ταξιδιώτες, ο καθένας στη γλώσσα του, να προσευχηθεί ψελλίζοντας το Πάτερ ημών.” Φοβερή δίνη σαγήνευε στο παλάτι των θεών του ποταμού κάτω από την επιφάνεια, τα απόκρημνα βράχια απειλούσαν με το δικό τους τρόπο. Οι ταξιδιώτες προσεύχονταν: Πάτερ ημών σε ταυτόχρονη μετάφραση. Ο πατέρας μας άκουγε. Ή δεν άκουγε;

Η λογική του καπετάνιου ήταν η εξής: Κάποιο κανάλι, κάποια από τις γλώσσες, θα ενεργοποιηθεί! Ο Θεός θα ακούσει και θα καταλάβει! Η σύγχυση της Βαβέλ δεν θα βλάψει, γιατί οι ταξιδιώτες δεν θα μιλούν ο ένας στον άλλο, αλλά κατευθείαν σ' Εκείνον. Ακόμη κι αν τους μπέρδεψε, ο Θεός σε κάθε περίπτωση είναι πολύγλωσσος. Εξάλλου, στη σχεδία – γιατί επρόκειτο συνήθως για μεγάλες σχεδίες τις οποίες και σε ομαλές συνθήκες ήταν δύσκολο να κουμαντάρει κανείς – δεν υπήρχε ίχνος αλαζονείας την οποία, εκείνοι που βρίσκονταν στους πρόποδες του Πύργου της Βαβέλ σε εξέλιξη, θα εντόπιζαν για λογαριασμό του Ουρανού και θα την κατήγγελλαν στον Θεό και Πατέρα μας. Απεναντίας, στη σχεδία επικρατούσε ατμόσφαιρα απόλυτης ταπεινοφροσύνης, και ο καθένας έπρεπε να σκέφτεται το τέλος. Οι ταξιδιώτες, πόσο μάλλον το πλήρωμα, γνώριζαν τους κινδύνους. Οι πράκτορες στο Ουλμ τους καθησύχαζαν φυσικά, μα όλοι τους ήξεραν καλά ότι κάθε δεύτερη σχεδία χανόταν, και ότι για πολλούς από εκείνους που προσπάθησαν να περάσουν από τους ύφαλους του Ντίπσταϊν (Duppsteiner Klippen) δεν ξανακούστηκαν νέα. Ο καπετάνιος θα ανακάλυπτε ίσως ότι ανάμεσα στους πελάτες του βρίσκονταν και κάποιος Εβραίος έμπορος. Σίγουρα σκέφτηκε ότι ο ψαλμός που αρθρώθηκε στα εβραϊκά, κατά κάποιο τρόπο αυξάνει τις πιθανότητες για ασφαλή διέλευση. Δεν είναι πολύ πιθανόν, μα δεν αποκλείεται, να βρεθεί στη σχεδία και κανένας μωαμεθανός. Οι μπαρόκ πόλεμοι είχαν μόλις αναγκάσει τους Τούρκους να υποχωρήσουν πιο βαθιά στα Βαλκάνια, όμως οι πολιτισμοί που πολεμούν ταυτόχρονα κάνουν συνήθως και εμπόριο. Δεν είναι καθόλου πιθανόν ότι, σε περίπτωση που ο καπετάνιος αντιμετωπίζε το τέλος, θα πέταγε στο Δούναβη τον λάτρη της ημισελήνου. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα τον παρακαλούσε να ανοίξει το χαλάκι της προσευχής και να συστήσει το πλήρωμά του και όλους τους ταξιδιώτες στον δικό του Θεό. Η μικρή πολυεθνική παρέα έπλεε στην καταστροφή ή στη σωτηρία. Η σχεδία, από ένα σημείο και μετά, δεν μπορούσε να κουμανταριστεί. Ήταν – στην κυριολεξία – στο έλεος του Θεού.

Οι ταξιδιώτες, λοιπόν, κρατιούνται γερά από το κάγκελο, αν υπάρχει κάτι τέτοιο, και πασχίζουν να κρίνουν πόσα δευτερόλεπτα τους απομένουν μέχρι το τελικό χτύπημα: μέχρι τη στιγμή που η δίνη θα στριφογυρίσει τη σχεδία και θα τη διαλύσει ρίχνοντάς την πάνω στα βράχια. Ο καθένας απευθύνει την προσευχή του στον Πατέρα όπως έχει μάθει. Οι σλαβικές γλώσσες μπερδεύονται με τις γερμανικές, κυρίως με τις νοτιογερμανικές διαλέκτους, ο Εβραίος με την μακριά του γενειάδα απαγγέλλει τον ψαλμό του, οι γυναίκες έχουν σφιχταγκαλιάσει τα παιδιά τους τα οποία και αυτά προσεύχονται, ο μωαμεθανός πέφτει γονυπετής στο χαλάκι του...

Και η σχεδία περνάει.

2.

Η σχεδία περνάει, γιατί αν είχε γκρεμοτσακιστεί, εγώ δεν θα είχα γεννηθεί. Με την ύπαρξή μου, εγώ, ο κληρονόμος των τότε μεταβιβασμένων γενετικών συνδυασμών, εγγυώμαι ότι η σχεδία πέρασε. Δεν είναι γνωστό πια προσευχή έπιασε. Ή η στάθμη του Δούναβη ήταν αρκετά ψηλή από το ανοιξιάτικο λιώσιμο των χιονιών. Μπορεί να ήταν και πολύ χαμηλή κι η δίνη είχε χάσει τη δύναμή της. Δεν πιστεύω, δηλαδή, ότι ο Θεός εκεί ψηλά είχε κάποιο ιδιαίτερο συμφέρον να με αφήσει να γεννηθώ: αφού είναι πατέρας τόσων και τόσων.

Εξάλλου πολλές σχεδίες δεν τα κατάφεραν. Πολλές έμειναν στον πάτο του ποταμού, κάποιες παρέσυραν οι νεράιδες του Δούναβη, πολλές φαγώθηκαν από τα ψάρια. Από τον πάτο του ποταμού κοιτούν τώρα εκείνους που στάθηκαν πιο τυχεροί. Τα βράχια του Ντιπστάιν βύθισαν πολλές ελπίδες. Ο Θεός την ώρα της κρίσεως στην προσφορά των γλωσσών δεν βρήκε εκείνη που επιθυμούσε να καταλάβει. Ή μάλλον η δίνη ήταν υπερβολικά ισχυρή. Οι πράκτορες στο Ουλμ προσπαθούσαν να ενθαρρύνουν τους πελάτες, αλλά οι κίνδυνοι ήταν πασίγνωστοι. Ο καπετάνιος επίσης δέχονταν το ρίσκο ότι στη σχεδία ίσως επιβιβάστηκε κάποιος αμαρτωλός ο οποίος στα μάτια του Θεού δεν μπορεί να σωθεί.

Ο καπετάνιος, ο οποίος ήταν και επιχειρηματίας, δηλαδή το αφεντικό της σχεδίας, είχε μπροστά του μια ποικίλη ομάδα φτωχών ανθρώπων, οι οποίοι πούλησαν ό,τι είχαν για να μπορέσουν να επιβιβαστούν στη σχεδία, για να μπορέσουν να ρισκάρουν. Είχαν πάρει μαζί τους ό,τι τους είχε απομείνει και ό,τι μπορούσαν να πάρουν μαζί τους. Ως επί το πλείστον ήταν οικογένειες, στην παραγωγική ηλικία. Συχνά όμως ήταν και κάποιος νεαρός, βοηθός τεχνίτη, που είχε πίσω του χρόνια μαθητείας και τώρα έψαχνε να πουλήσει τις υπηρεσίες του.

Ταξίδευαν και στρατιώτες, μισθοφόροι, οι οποίοι επίσης έψαχναν κάποιους οι οποίοι θα αγόραζαν τις υπηρεσίες τους, ή επέστρεφαν από μια τέτοια παροχή υπηρεσιών, συχνά γεμάτοι τραύματα. Επιβιβάζονταν και οι υποτιθέμενες γυναίκες που δεν βάραιναν ιδιαιτέρως τη σχεδία γιατί έτσι κι αλλιώς όλοι τις θεωρούσαν εύκολες. Κι αυτοί θα ήταν όλοι οι πελάτες, αν δεν εξαιρέσουμε και τον ιερέα που αποφάσισε να ακολουθήσει τη μικρή του κοινότητα εφόσον αυτή, ως έχει, αποφάσισε να ταξιδέψει.

Οι υπάλληλοι της Μοναρχίας, η οποία τότε δεν είχε ακόμη χωριστεί, ταξίδευαν με κάποιον άλλο πιο ασφαλή τρόπο. Η χρονιά που μας αφορά εδώ – το 1769 – κατά την οποία παρακολουθούμε το δραματικό και, απ' ό,τι αποδείχθηκε, αίσιο ταξίδι της σχεδίας στο Δούναβη, στα βράχια του Ντιπστάιν είναι η χρονιά που ο James Watt μόλις είχε παρουσιάσει την ατμομηχανή του: η απαρχή της βιομηχανικής επανάστασης η οποία αποφάσισε να εξελιχθεί στην Αγγλία και όχι στη Γερμανία. Η ατμομηχανή τρένου ωστόσο δεν διαφαίνεται ακόμη στον ορίζοντα και έτσι στην Ευρώπη εξακολουθούν να ταξιδεύουν με τη ισχύ των ίππων. Οι υπάλληλοι, οι ανώτερες τάξεις, οι ευγενείς, ασχέτως από τη γλώσσα στην οποία απαγγέλλουν το δικό τους Πάτερ Ημών, δεν ταξιδεύουν με σχεδία στο Δούναβη. Οι λουθηρανοί ευγενείς δεν ταξιδεύουν στις περιοχές οι οποίες βρίσκονται κάτω από το σκήπτρο και τη φούστα της ισχυρής αυτοκράτειρας. Οι ευγενείς καθολικού δόγματος κι εκείνοι από την επικράτεια των Αψβούργων δεν έχουν την ανάγκη να ταξιδεύουν, εκτός σε περίπτωση πολέμου. Και κανένας καλοστεκούμενος ταξιδιώτης του 18ου αιώνα με τίποτα δεν θα ρίσκαρε την συνάντηση με τα βράχια του Ντιπστάιν.

Ο καπετάνιος λοιπόν έχει μπροστά του ανθρώπους οι οποίοι πάνε από την μια ανέχεια στην άλλη. Ο Μάρξ δεν είχε ακόμη επινοήσει τον όρο: η αυτοκρατορία της αναγκαιότητας. Δεν είχε ακόμη γεννηθεί, κι έτσι δεν μπορούσε να έχει επινοήσει τίποτε το ιδιαίτερο. Εκείνοι οι οποίοι το έσκαγαν από την μία ανέχεια στην άλλη προέρχονταν κυρίως από τις νοτιογερμανικές επαρχίες. Στη σχεδία πάνω στην οποία έπλεαν προς την μοίρα τους οι ταξιδιώτες μιλούσαν κυρίως γερμανικά, παρόλο που Τσέχοι και Πολωνοί, Ουκρανοί και Ρώσοι, δεν μπορούν να αποκλειστούν ως επιβάτες της. Δεν είναι παντελώς αδύνατη η παρουσία κάποιου Σέρβου εμπόρου, δηλαδή, ενός ορθόδοξου ο οποίος αργότερα έγινε ήρωας των μυθιστορημάτων του Μίλος Τσερνιάνσκι (για παράδειγμα στο έργο Μεταναστεύσεις). Γενικά, πρόκειται για ένα γερμανο-σλαβικό μείγμα, μια multi-culti λιτανεία, με τα εβραϊκά που ήταν ένα ιδιόμορφο basso continuo, και ταυτόχρονα πηγή επιφυλακτικότητας και φθόνου. Ήταν ακόμη μακριά οι ναπολεόντειες μεταρρυθμίσεις, οι οποίες εξάλλου νότια του Ρήνου, ποτέ δεν έπιασαν ιδιαίτερα.

3.

Στη γλώσσα αυτή – ένα μείγμα κροατικής “αλλοιωμένης” με τα χαρακτηριστικά της διαλέκτου της Σλαβονίας, σε συνδυασμό με ίχνη της γερμανικής γραμματικής (τα ουσιαστικά με κεφαλαίο, για παράδειγμα), είναι γραμμένη η επιστολή η οποία στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα του περασμένου αιώνα έφτασε στον πατέρα μου από ένα χωριό κοντά στο Passau. Το υπογράφει κάποιος που έχει το επίθετό μου, δηλαδή εγώ φέρω το δικό του στην κροατικοποιημένη εκδοχή της προφοράς του. Λέγεται Johannes, και παρουσιάζεται ως αδερφός του πατέρα του πατέρα μου, δηλαδή αδερφός του παππού μου. Μέχρι να δω αυτό το γράμμα δεν ήξερα ότι υπήρχε. Στο γράμμα εκφράζεται η λύπη για το γεγονός “οτί εμείς αναγκαστήκαμε, λόγω του πολέμου, να αφήσουμε τη Σλαβονία”, καθώς και το ενδιαφέρον για “μας”, δεδομένου ότι γίνεται πάλι πόλεμος, ενώ τίθεται το ερώτημα αν χρειαζόμαστε κάτι.

Αυτό το μέρος της οικογένειας που αναγκάστηκε να αφήσει τη Σλαβονία το 1944, λοιπόν, πριν εξορίσουν τις γερμανικές “εθνικές κοινότητες” και αυτό γιατί ο όχι πια τόσο αγαπητός ηγέτης διέταξε την “κοινότητα” να υποχωρήσει ή να αποχωρήσει δηλ. να αποσυρθεί στα τότε σύνορα του Reich υπό διάλυση. Για εκείνους με το επίθετό μου που ανήκαν σε αυτή τη “εθνική κοινότητα” ο προορισμός ήταν ακριβώς το Passau.

To 1769 οι πρόγονοί τους ακριβώς από τις περιοχές αυτές, στις οποίες επέστρεψαν το 1944, μετοίκισαν στην – Σλαβονία.

Το μοναδικό μεταφορικό μέσο που μπορούσαν να πληρώσουν ήταν η σχεδία από το Ουλμ προς το ρεύμα του ποταμού, με το αναπόφευκτο πέρασμα ή μη από τους βράχους του Ντιπστάιν. Το 1769 ήταν στη Γερμανία “χρονιά πείνας”. Μπορεί να μην πέθαιναν ομαδικά από την πείνα, όπως την ίδια χρονιά στη Βεγγάλη: 10.000.000 άνθρωποι. Η μεγαλύτερη καταστροφή όλων των εποχών. Μα για να μην αρχίσουν να πεθαίνουν έπρεπε να φύγουν από τη Γερμανία. Η κατεύθυνση της πείνας ήταν ακριβώς η αντίθετη από εκείνη της δεκαετίας του εξήντα του περασμένου αιώνα όταν εκατοντάδες χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες ξεκίνησαν για τη Γερμανία ακριβώς από τις χώρες στις οποίες τον 18ο αιώνα είχαν μετοικήσει Γερμανοί άποικοι στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων της Μαρίας Θηρεσίας. Εμένα, τον μακρινό παράπλευρο εγγονό, δεν με συμβουλεύει τώρα να γραφτώ στους γκασταρμπάιτερ. Ύφεση! Τον 18ο αιώνα ήταν απλώς η πείνα. Και η πείνα ακολουθεί κάποιο δικό της ρεύμα ανέμων, μόνο που εκείνη κινείται με γνώμονα τους αιώνες και όχι τις μέρες: όπως ο νοτιάς, ο βοριάς, τα μαϊστράλια... οι φουρτούνες που και που.

Ο αδελφός του παππού μου το είχε ήδη υπογράψει το γράμμα, όταν, ξαφνικά σε μια στιγμή παράξενης έμπνευσης, την οποία παρομοιάζω με την απίστευτη φρίκη πριν από το πέρασμα από τα βράχια του Ντιπστάιν, εστίασε το χρόνο, και αποφάσισε σε ξεχωριστό πρόχειρο χαρτί να προσθέσει και την εξής πολύτιμη πληροφορία:

ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ ΜΕΤΟΙΚΙΣΑΝ ΣΤΟ ΝΟΥΣΤΑΡ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΟΜΙΔΕΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΚΥΒΕΡΝΟΥΣΕ Η ΜΑΡΙΑ ΘΗΡΕΣΙΑ

Με τέτοιες σκέψεις έσπευδαν σ' εκεινους τους βράχους, πάνω σε πολύ χαλαρά δεμένους κορμούς τους οποίους δεν μπορούσε να κουμαντάρει κανείς: Σημαντικές πληροφορίες για τους απογόνους, ή μάλλον για τους “αγαπημένους”, πριν από την καταστροφή: ο ταξιδιώτης που γράφει σημειώσεις στο Μπόιγκ που γκρεμίζεται.

4.

Οι απόγονοι επιβεβαιώνω γεννήθηκαν, και το μήνυμα έφτασε μέσα από το χρόνο, μέσα από τα αφρισμένα νερά, ανάμεσα στα βράχια:

“ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ ΜΕΤΟΙΚΙΣΑΝ ΣΤΟ ΝΟΥΣΤΑΡ...” σε πρόχειρο χαρτί, τοποθετημένο ξεχωριστά, γραμμένο με στυλό, σαν προσθήκη, σημείωμα στο κάτω μέρος του φύλλου, με κεφαλαία. Σαν εξαιρετικά σημαντική οδηγία που συνδέει τη διαχρονία (“την εποχή μιας αφοσιωμένης αυτοκράτειρας που δεν κατανοήθηκε πλήρως”) με την συγχρονία, το Νούσταρ, μια κωμόπολη στη Σλαβονία, για την οποία στον τελευταίο βαλκανικό πόλεμο, τη δεκαετία του ενενήντα του περασμένου αιώνα πολεμούσαν χωρίς οίκτο. Με την συγχρονία, εκείνο που συμβαίνει τώρα, στη σύγχρονη εποχή, γιατί ο αδερφός του παππού στο μυαλό του in mente, στις μνήμες του, είχε μείνει στο Νούστουρ και ΠΟΤΕ του δεν πήγε στο Passau όπου διέπρεψε στον “αγροτικό τουρισμό”.

Οι δικοί μας που είναι δικοί σου. Ο αδερφός του παππού μου, η μοναδική ζωντανή γέφυρα που μας συνδέει με την προηγούμενη γενιά, δεν έγραψε από που είχαν πρωτοέρθει. Υπάρχει μια ομιχλώδης φήμη ότι ήρθαν από τη Νότια Γερμανία, και είναι γεγονός ότι σ' εκείνη τη σχεδία προσεύχονταν με τον τρόπο των καθολικών.

5.

Ήταν αυτονόητο ότι ο Θεός είναι ένας, ότι είναι όμως πολύγλωσσος... Ήταν εξαιρετικής σημασίας να χτυπηθεί η χορδή στην οποία ήταν συντονισμένος τη στιγμή του περάσματος: από τα βράχια του Ντιπστάιν προς το αντίθετο ρεύμα έμεναν άνθρωποι οι οποίοι αποχαιρετούσαν την παρδαλή παρέα πάνω στη σχεδία, κυριολεκτικά για πάντα. Στην κατεύθυνση της ροής βρισκόταν ο άγνωστος κόσμος τον οποίο μπορούσαν μόνο να φανταστούν. Έπρεπε να πιστέψουν στις υποσχέσεις των υπαλλήλων της αυτοκράτειρας οι οποίοι δελέαζαν τους αποίκους με κάθε δυνατό τρόπο. Δεν είναι εύκολη απόφαση να αφήσει κανείς τα πάντα, ακόμη κι αν δεν έχει τίποτα. Ο υπάλληλος της Θηρεσίας ίσως μεταμορφώνεται σε κυνηγό των τσακαλιών από το παραμύθι το οποίο έγραψαν οι αδελφοί Γκριμ. Παρεπιμπτόντως, μιλάμε για την εποχή που ο Χέρντερ άρχιζε να ταξιδεύει “μέσα από το λαό” τον οποίο είχε μόλις ανακαλύψει. Μετά το προαναφερόμενο έτος 1769, που είχε πάει στη Νάντη και στη συνέχεια στο Παρίσι.

Όμως και αυτό το ταξίδι ήταν αρκετά ενδιαφέρον για να γράψει ο Χέρντερ την περιήγησή του. Ο λαός, όμως, das Volk, που είχε μόλις ανακαλύψει κατέφευγε από την πείνα στην Ανατολή, μέσα από τα μονοπάτια που είχαν ανοίξει οι ανθρακωρύχοι της Σαξονίας οι οποίοι εδώ και μερικούς αιώνες έσκαβαν τα βουνά των Βαλκανίων. Ο λαός που έφευγε συνωστιζόταν προς την Ανατολή: Drang nach Osten, ακόμα δίχως τη βοήθεια των τανκς, τα οποία, καθώς γνωρίζουμε, άρχισαν να ακολουθούν τέτοιες και παρόμοιες προελάσεις πολλά χρόνια μετά.

Οι γητευτές από το παραμύθι για τη νέα αρχή της Θηρεσίας ίσως γοήτεψε μέσα σε μία νύχτα τον πληθυσμό νεότερης ηλικίας, που βρισκόταν στην “παραγωγική ηλικία”, με τη βοήθεια της φλογέρας με την οποία τραγουδούσε για τη γη της επαγγελίας – πίσω από επτά δρυμούς, πίσω από επτά θάλασσες (δεν είμαι σίγουρος, μα νομίζω ότι η Βαβαρία έχει επτά μεγάλες λίμνες), πέρα από τα σκοτεινά δάση – σε κάποια Τρανσιλβανία...

Η Σλαβονία δεν αναφερόταν ακόμη, ούτε και το Νούσταρ, που ήταν σχεδόν ανύπαρκτη κωμόπολη δίπλα σε ένα μοναστήρι. Πιο συγκεκριμένες τοποθεσίες ανακοινώνονταν στους αποίκους μόνο όταν η σχεδία είχε ξεκινήσει. Όταν είχε ήδη ξεκινήσει ο απόπλους τους, δηλαδή ο απόπλους των δικών μας, δηλαδή των δικών μου.

Ο καπετάνιος, λοιπόν, φρόντιζε να αναπτυχθεί ολόκληρο δίκτυο γλωσσών στο οποίο έπρεπε να παγιδευτεί το έλεος του Θεού. Το γεγονός ότι η πελατεία ήταν τόσο ετερογενής, το θεωρούσε προνόμιο. Αν είχε επιβιβαστεί στη σχεδία του και κανένας Κινέζος έμπορος, θα τον θεωρούσε καλό οιωνό. Δεν τον ενοχλούσε διόλου που ο Εβραίος επιβιβάστηκε στη δική του χρονολογία: το 1769 οι Εβραίοι μετρούσαν τη χρονιά που βρίσκονταν μεταξύ του 5529 και του 5530. Ο καθένας λοιπόν μετράει και λέει τα δικά του, όλα τα κομποσκοίνια ανεβαίνουν σα σμήνος προς τον Ουρανό, και τα βράχια ολοένα και πλησίαζαν, η πράσινη δίνη μαίνονταν όλο και πιο ισχυρή. Τα ψάρια αναμένουν, όπως και οι νεράιδες του Δούναβη, όπως και ο βασιλιάς του ποταμού στο γυάλινο παλάτι του, στα βάθη. Πάνω, επικρατούσε αναμφισβήτητα η αυτοκράτειρα. Κάτω, στην είσοδο του υπόγειου βασιλείου, ήταν κάποιοι άλλοι τελωνειακοί.

6.

Στα σύνορα της αυτοκρατορίας της Θηρεσίας οι τελωνειακοί αφαιρούσαν την λουθηρανική Βίβλο. Ο Γερμανός άποικος μπορούσε να φέρει τη γάτα του, τον σκύλο ή την αγελάδα του, και κανένας δεν τον ρωτούσε για χρήματα. Οι υπάλληλοι της αυτοκράτειρας θα τον εφοδίαζαν με τα απαραίτητα χαρτιά και με μια μικρή χρηματική ποσότητα, αυστηρά προδιαγραμμένη, την οποία οι αυτοκρατορικές αρχές όριζαν ως οδοιπορικά έξοδα. Το τελωνείο γνώριζε ότι ο φτωχός άποικος δεν θα φέρει μαζί του μεγάλη ποσότητα ξένου χρήματος ώστε να μπορέσει να απειλήσει το νόμισμα της αυτοκράτειρας. Οι τελωνειακοί ήξεραν καλά ότι οι άποικοι εισάγουν στην αυτοκρατορία τους ίδιους τους εαυτούς τους, την γυμνή εργατική και αναπαραγωγική τους δύναμη. ΄Ομως , εκείνο που μπορεί να έφερναν μέσα στα μυαλά τους, έπρεπε όσο να 'ναι να ελεγχθεί λίγο, και, ει δυνατόν, να ελεγχθεί και να καθαριστεί. Η μετάφραση της Βίβλου από τον Λούθηρο, η απαρχή αυτή του νέου γερμανικού ιδιώματος, δεν γινόταν να παραβλεφθεί στις αποσκευές. Οι ταξιδιώτες την παρέδιδαν μόνοι τους, ακόμη και αν ήταν λουθηρανοί, ακόμη και όταν ως λουθηρανοί αποικούσαν τα εδάφη της Θηρεσίας λόγω ποινής. Ποιος ξέρει πόσες Βίβλοι κατέληξαν στο βυθό του Δούναβη.

Οι διαφορές, οι οποίες πάνω στη σχεδία που σπεύδει στην δοκιμασία την οποία θα ξεπεράσει ή δεν θα ξεπεράσει, τώρα γίνονταν ύποπτες. Ενωμένοι μπροστά στον θάνατο, οι ταξιδιώτες άρχισαν να ξεχωρίζουν ως προσωπικότητες, με υποψίες και καχυποψία. Τώρα ανακαλύπτουν ότι οι προορισμοί τους είναι διαφορετικοί, παρόλο που τα ονόματα των χωριών δεν τους λένε τίποτε. Τρανσιλβανία λέγεται ό,τιδήποτε βρίσκεται πέρα από τα γερμανικά δάση. Ανακαλύπτουν ότι ταξιδεύουν με διαφορετικά “γιατί”.

Ο Εβραίος εμποράκος χάνεται στη Βιέννη, όπως και οι εύκολες δεσποινίδες. Η παρέα ξαφνικά συρρικνώθηκε, παρόλο που το τέλος του ταξιδιού είναι ακόμη μακριά.

Τους είχαν πει ότι είναι σοφό να διαφυλάξουν τη σχεδία. Αρπακτικά κάθε χρώματος ήδη τη μυρίζονται, δοκιμάζουν τους κορμούς της, την μετράνε στο λιμάνι της Βιέννης πάνω στο Δούναβη. Θέλουν να την αγοράσουν, αν δεν γίνεται να την αρπάξουν.

7.

Η παρεούλα που έπλεε στον Δούναβη, έχοντας περάσει σώα και αβλαβή εκείνο το μυθικό σημείο από τα βράχια, τη Σκύλα του Δούναβη η οποία όπως και η ελληνική, είχε προτιμήσεις κανίβαλου, σκόρπιζε και διαλυόταν ήδη στη Βιέννη. Ήταν πολύ σύνηθες να πουληθεί η σχεδία σε μεταπωλητές ξύλου. Για την αλήθεια θα μπορούσε να πλεύσει και αντίθετα από την ροή , με την δύναμη των ίππων που συγκαταλέγονται στα πιο άτυχα, τα πιο εκμεταλλευμένα ζώα δουλειάς όλων των εποχών. Εν τούτοις ήταν παντελώς χωρίς κανένα συμφέρον να τραβήξει κανείς τόσο μεγάλη σχεδία αντίθετα από το ρεύμα του ποταμού, για να αφεθεί άλλη μια φορά προς το ρεύμα με νέους τεχνίτες, ιερόδουλες και Εβραίους. Οι περισσότεροι άποικοι συμμαχούσαν με τον καπετάνιο και με μια χούφτα τυχοδιώκτες σε ένα σχήμα σαν joint venture. Εκείνοι θα αγόραζαν τους κορμούς, συναρμολογούσαν τη σχεδία, έφτιαχναν πάνω της και ένα μικρό υπόστεγο για εκείνους που είχαν να πληρώσουν για να προστατευτούν από το δυνατό ήλιο, βάλανε μπροστά και πίσω μεγάλο τιμόνι, έδεσαν τα κουπιά και - άφησαν τη σχεδία στο ρεύμα του ποταμού, ας πούμε κάπου στο Ουλμ.

Η αγοραπωλησία στη Βιέννη ήταν συνεννοημένη υπόθεση.

Οι άποικοι προφανώς δεν γνώριζαν ότι το ίδιο έκαναν και οι Έλληνες άποικοι, ιδρύοντας της ελληνικές εμπορικές αποικίες στην Σικελία οι οποίες, χάρη στο θάρρος τους, πήραν το όνομα Μagna Graecia: και οι έλληνες άποικοι έκαιγαν τα πλοία τους όταν έφταναν στον προορισμό τους που δεν ήταν ακόμη λιμάνι, αλλά έμοιαζε με λιμάνι που υπόσχεται.

Οι Γερμανοί άποικοι επίσης προφανώς δεν ήξεραν ότι το ίδιο θα κάνουν και οι αντάρτες του Bounty – θα κάψουν το πλοίο τους – μόλις έφτασαν στο Pitcairn, και αυτό ακριβώς δύο δεκαετίες μετά τη σχεδία “μας”, το 1789, τη χρονιά που ακόνιζαν τις γκιλοτίνες. Για να φτιαχτεί ένας νέος κόσμος, πρέπει πολλές φορές να καούν οι γέφυρες που τον συνδέουν με τον παλιό. Είναι απαραίτητο και σοφό. Όσο για τις γκιλοτίνες σήμερα τις κρίνουν διαφορετικά, ακόμη και αντιφατικά.

Σπάνια συνέβαινε τότε κάποιος Γερμανός άποικος να γυρίσει πίσω στη γενέτειρα. Σε λίγα χρόνια η γενέτειρα λεγόταν διαφορετικά. Οι άποικοι έφεραν στα καπούλια τους και στις ποδιές τους τη νέα γενιά που θα αποκαλεί διαφορετικά τη γενέτειρά της. Η παλιά γενέτειρα είχε μετακομίσει για πάντα, με τα καπούλια και τις ποδιές των ανδρών και γυναικών αποίκων, και είχε για πάντα πάει στη νέα γενέτειρα, με την εξαίρεση εκείνων οι οποίοι κατέληξαν στο βυθό του ισχυρού ποταμού όπως τα αντίτυπα της Βίβλου σε ακατάλληλη μετάφραση. Λίγοι επέστρεψαν στην περίοδο από το 1769 ως το 1945. Το 1945 ήταν αναγκασμένοι να γυρίσουν σχεδόν όλοι. Είχε κλείσει ένας κύκλος.

8.

Εξαίρεση αποτελεί ένας ανήσυχος άνθρωπος, πιο πολύ εκτεθημένος στον ήλιο μέσα από τα κουρέλια του, παρά προστατευμένος, ο οποίος είχε ήδη περάσει μια φορά την φρίκη της Σκύλας του Δούναβη. Από τη φύση του λιγομίλητος, δύσκολα συμμετείχε σε συζητήσεις. Θα μπορούσε να είναι πολύτιμη πηγή πληροφοριών. Θα μπορούσε να γεμίσει τα κενά στον ιστό της φαντασίας τον οποίο οι περισσότεροι ταξιδιώτες είχαν ήδη φτιάξει για τη δική τους Τρανσυλβανία. Εκείνος στην πραγματικότητα είχε ήδη πάει εκεί, είχε γυρίσει στη Γερμανία, μετά από ειδική παράκληση εκείνων που είχαν ταξιδέψει μαζί του μόλις πριν από τρεις μήνες. Πρόκειται για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα αν λάβουμε υπόψη ότι το ταξίδι μόνο μέχρι τη Βιέννη, σε καλές συνθήκες, διαρκούσε σχεδόν δύο εβδομάδες. Ο σιωπηλός άποικος βρισκόταν σε ειδική αποστολή. Τον γύρισαν στη Γερμανία για να φέρει από κει στην Σλαβονία, ή κάπου αλλού στην άλλη πλευρά των δασών (της Τρανσυλβανίας), ένα ιδιαίτερα σημαντικό μήνυμα. Κάτι που οι άποικοι στη βιασύνη της τελικής μετακόμισης ξέχασαν, αλλά χωρίς το οποίο δεν θα μπορούσαν αν επιβιώσουν.

Τί ήταν αυτό το μήνυμα; Κάποιος κώδικας; ΄Η περιγραφή κάποιας διαδικασίας, συνταγής, μαγείας για τη βροχή; Για τη βροχή αρκούσε η μάγισσα, προοριζόμενη ή όχι, να ουρήσει στο δοχείο. Η λαϊκή ιατρική δεν χρειαζόταν συνταγές, τις χειρουργικές επεμβάσεις, γνωρίζουμε, τις έκαναν οι κουρείς του χωριού.

Ο μυστηριώδης ταξιδιώτης ιδιαίτερα απρόθυμα έδινε πληροφορίες για τις χώρες, ή τη χώρα, για τις πόλεις ή την πόλη την οποία οι άποικοι ανέφεραν στα χαρτιά τους ως τελικό προορισμό. Ή ο ίδιος δεν ήξερε τίποτα γι' αυτό, παρόλο που είχε ήδη μετοικήσει, ή δεν έδινε τις πληροφορίες για κάποιον άλλο λόγο. Μπορεί να ήταν αυτοκρατορικός κατάσκοπος; Μπορεί να σώπαινε με ανώτερη εντολή, φοβούμενος ότι θα ξεράσει κάτι από το οποίο θα εξαρτηθεί η μοίρα της Αυτοκρατορίας ή και όλου του κόσμου; Μήπως είναι κατάσκοπος στην υπηρεσία της Υψηλής Πύλης –όπως λεγόταν η Τουρκία; Οι περιοχές αυτές είναι ασφαλείς από τους Τούρκους; Ο Ευγένιος της Σαβόϊας τους κατατρόπωσε αρκετά; Οι τοπικοί πληθυσμοί μιλούν γερμανικά; Τι θρησκεύματος είναι; Έχουν εκκλησίες; Τί τρώνε; Κάνουν παιδιά; Οι μωαμεθανοί βιάζουν ό,τι βρουν; Ακόμη και γριές, ακόμη και φοράδες; Προπαντός: Πώς είναι το χώμα; Είναι πράγματι τόσο μαύρο και τόσο γόνιμο όπως τους έπειθαν με την μουσική της φλογέρας τους, που ως πρωταρχικό στόχο είχε τα τσακάλια και τα παιδιά, εκείνοι που τους προσέλκυσαν σ' αυτή τη σχεδία;

Ο ηλιοκαμένος ταξιδιώτης με το δίκιο του είχε αποσυρθεί στην υπέρτατη γαλήνη του παλαίμαχου ο οποίος ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να εξηγήσει “τι τους περιμένει ΕΚΕΙ”. Αφού με καμιά πονηριά, ούτε και με τα χαμόγελα των γυναικών, δεν κατάφεραν να αποσπάσουν απ' αυτόν την παραμικρή πληροφορία, ούτε καν υπαινιγμό, οι άποικοι τα παράτησαν την τρίτη μέρα. Στον σιωπηλό αυτό άνθρωπο κανένας πια δεν έδινε προσοχή, ούτε τον ρωτούσε για κάτι.

Εκείνος το χρησιμοποιούσε. Την νύχτα, όταν όλοι έτσι κι αλλιώς είχαν κοιμηθεί, κι όταν η Σελήνη τύλιγε στο λευκό του γάλακτος ολόκληρο το ρεύμα του Δούναβη, ο άγνωστος θα έβγαζε από τον κόρφο του το μήνυμά του. Ο καπετάνιος ο οποίος τον παρακολουθούσε κρυφά ανακάλυψε το μυστικό του, μα έμεινε τελείως αδιάφορος γι αυτό.

Προσεκτικά, με την ευλάβεια με την οποία ο λαός προσφέρει φαγητό στα φετίχ του, ο κατσουφιασμένος ταξιδιώτης πρόσφερε στο πρόσωπο της Σελήνης τρείς πατάτες.

9.

Οι άποικοι είχαν σοβαρούς λόγους να μάθουν τι τους περιμένει. Οι αντιλήψεις τους γι' αυτό ήταν εντελώς συγκεχυμένες. Παρόλο που ως επί το πλείστον ήταν νέοι, έτοιμοι για τις τρέλες μιας νέας αρχής (κι αυτό γιατί δεν είχαν ακόμη αρχίσει τίποτα), ήταν αρκετά έμπειροι για να ξέρουν πως δεν πρέπει να εμπιστεύονται τους αυτοκρατορικούς υπαλλήλους ανεπιφύλακτα και χωρίς να κρατάνε με το νου τους πισινή. Ήξεραν ότι οι αυτοκρατορικοί μεσάζοντες παίρνουν ποσοστά, δηλαδή πληρώνονται κατά κεφαλή. Κάποιοι άποικοι έφυγαν χωρίς τη γνώση και τη συγκατάθεση των φεουδαρχικών τους αφεντάδων, δηλαδή, το είχαν σκάσει, και ούτως ή άλλως δεν είχαν που να γυρίσουν. Κάποιοι άλλοι, όπως οι “δικοί μας ”, όπως οι “δικοί μου” έφυγαν με τους “κόμηδες”, που ίσως ήταν πιο εύκολο, γιατί με τον ίδιο τρόπο, με τους κόμηδες, εδώ και εκατοντάδες χρόνια πήγαιναν σε εκστρατείες των οποίων το σκοπό δεν γνώριζαν ούτε κι οι ίδιοι οι κόμηδες, γιατί περισσότερο νόημα και λογική είχε το κοινό κυνήγι των αλεπούδων, από τους περισσότερους “μπαρόκ” πολέμους. Το εν λόγω ταξίδι είχε, ωστόσο, και έναν γερό πλην όμως ασαφή στόχο που ονομαζόταν καλύτερή ζωή, παρόλο που επρόκειτο κυρίως για γυμνή επιβίωση. Οι άνθρωποι ήταν πρόσφυγες της πείνας, και έφευγαν νύχτα όχι μόνο λόγω του φόβου των αφεντάδων τους, αλλά και γιατί, τυλιγμένος στο σκοτάδι είναι πιο εύκολο ν' αφήσεις τη γενέτειρά σου, την οικογενειακή εστία και το τζάκι σου. Μαγεμένοι από τη φλογέρα του γητευτή των τσακαλιών, των παιδιών και των ψυχών, κυνηγημένοι από την πείνα και κάθε ανέχεια.

Και πάλι η απόφαση αυτή πρέπει να ήταν πολύ δύσκολη. Μόλις λίγα πράγματα μπορούσαν να μάθουν για τον προορισμό που τους έλαχε, ακόμη κι αν ήξεραν γράμματα. Έπρεπε να περιμένουμε άλλα εκατόν πενήντα χρόνια για να εφευρεθεί ο ταξιδιωτικός οδηγός, το baedeker. Η Σλαβονία για παράδειγμα μόλις που είχε χαρτογραφηθεί. Κατέφθαναν φειδωλά πληροφορίες από εκεί ότι ήταν η γη των λύκων (μα αυτό δεν τους το είχε πει ο σιωπηλός ξένος που έσφιγγε στον κόρφο του τις τρεις πατάτες του).

10.

Πέρα από την έλλειψη πατάτας, οι νεαροί και οι εργάτες από τη Νότια Γερμανία υπέφεραν και από άλλα είδη ελλείψεων. Όπως και στην περίπτωση της πατάτας, μόνιμη ήταν και η όλο και μεγαλύτερη έλλειψη γυναικών.

Στη σχεδία που τρέχει, τώρα πλέον δίχως τη βούληση του κυβερνήτη, όπου ο καπετάνιος έχει σηκώσει και τα δυο του χέρια ψηλά και προσευχόταν με τους ταξιδιώτες, οι γυναίκες ήταν ελάχιστες.

Οι άποικοι ήταν σχεδόν πάντα πρωτοπόροι: πήγαιναν ως ανιχνευτές, ως μπροστάρηδες που θα “εξετάσουν το έδαφος”. Στο ίδιο το έδαφος, το εκκαθαρισμένο από τους Τούρκους (οι Τούρκοι ήταν και υποκείμενο και αντικείμενο αυτής εδώ της εκκαθάρισης), οι γυναίκες ήταν εξίσου δυσεύρετες. Και είναι δύσκολη η ζωή χωρίς τις γυναίκες, όπως δεν υπάρχει ζωή ούτε χωρίς τα ζα. Δεν ξέρω με ποιο τρόπο έλυναν την ίδια αυτή έλλειψη οι Έλληνες άποικοι. Ζευγάρωναν με τις ντόπιες γυναίκες, ή μήπως το γεγονός αυτό κρύβει το πραγματικό κλειδί για την εξήγηση του φαινομένου του γένους των κενταύρων;

Στη σχεδία αυτή, λοιπόν, όπου πλέουν οι “δικοί μου” αναζητώντας μια “καλύτερη ζωή”, έχοντας στην τσέπη τους το όνομα της πόλης η οποία μόλις που έχει ιδρυθεί και βρίσκεται κάπου στην Σλαβονία, Σκλαβήνια, τουρκική Σλαβονία, η οποία, ακόμη χωρίς καμία σιγουριά, αποδίδεται στην Κροατία, αλλά μόνο στους χάρτες των στρατηγών της αυτοκράτειρας, και στην ερωτική φαντασίωση της ίδιας της Θηρεσίας, όπου ξεπηδά η ίδια αυτή Σλαβονία στη μορφή του αρκετά εξοπλισμένου βαρόνου Τρενκ, ενώ το όνομα του οχυρού του εκεί μοναστηριού είναι απλώς Νούσταρ – στη σχεδία, τυλιγμένες ως το πιγούνι με κουβέρτες, κάθονται για την αλήθεια και τρεις πόρνες. Εκείνες προσμένουν καρτερικά, στη μαθηματική της ανέχειας, τις τρεις εκείνες πατάτες, αλλά φυσικά, ένα είναι το γκούλας με πατάτα, και κάτι εντελώς διαφορετικό να αφήνεις απογόνους.

Εκείνες λοιπόν δεν μετράνε στην εξίσωση της ανέχειας, η οποία συνεπώς εμπεριέχει μια δύσκολη άγνωστη συνάρτηση: γυναίκα και μητέρα. Φοράδα και κόλπος. Η ερωτική φαντασία των μπουντουάρ της αυτοκράτειρας και η πραγματικότητα δεν έχουν κανένα σημείο επαφής, πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά είδη έλλειψης, από την οποία την πρώτη μπορούμε να χαρακτηρίσουμε παιχνιδιάρικη, την δεύτερη όμως πρέπει να τη θεωρήσουμε υπαρξιακή. Η δεύτερη έλλειψη θέτει το ζήτημα της επιβίωσης των μελλοντικών αποικιών, και κατά συνέπεια και των ίδιων των αποίκων. Να γιατί οι εργάτες, οι νέοι, οι τεχνίτες γράφουν στη μητρόπολη στη Γερμανία: “Στείλτε γυναίκες!”

Διότι η άγνωστη συνάρτηση της προαναφερόμενης εξίσωσης πρέπει πάση θυσία να βρεθεί. Και πρέπει να βρεθεί με τον ίδιο εκείνο τρόπο που βρέθηκε και η εξίσωση της πείνας – με την προσφορά των τριών πατατών στη θεότητα της Σελήνης. Η Σελήνη είναι φοβερή θεά, και προτιμά να περιεργάζεται το παρδαλό και τραγουδιστό πλήθος κοριτσιών των νοτιογερμανικών επαρχιών που με τις πολύχρωμες φούστες τους κάλυψαν όλο το “κατάστρωμα” πάνω από τους κορμούς που αποτελούν τη σχεδία.

Η Γερμανία είχε μόλις στείλει το φορτίο με τις νύφες η οποίες στη Σλαβονία, όπου σπεύδουν, θα λέγονται “σνάσε” και στη δεύτερη γενιά, αποκλειστικά και μόνο ΄”σνάσε”. Αυτό θα είναι ένα πιο χαρούμενο ταξίδι και γι' αυτό στη σχεδία ακούγεται και το ακορντεόν, με γυναικεία χαχανητά, που χαροποιούν το πλήρωμα, μα και τον καπετάνιο, ανθρώπους διευθαρμένους.

Τα βράχια του Ντιπστάιν επιβάλλουν σεβασμό και σιωπή, το τραγούδι σταματάει, το ακορντεόν κλείνει, τα κουπιά μαζεύονται, όπως και κάτι ακόμη που φούντωσε κάτω από τα βαριά και βρεγμένα ρούχα των διαχειριστών των σχεδιών και των καπετάνιων. Και οι κοπέλες προσεύχονται όπως συνηθίζουν να προσεύχονται στην Παναγία στις καθολικές εκκλησίες. Ψάλλουν όπως ψάλλουν στους καθεδρικούς ναούς. Σ' αυτό το ταξίδι δεν υπάρχουν πόρνες, γιατί εκείνος που οργάνωσε το ταξίδι ενδιαφέρεται πολύ για την ηθική του φορτίου του: τα πιθανά μολυσμένα δείγματα πρέπει να αποκλειστούν. Εκείνος, ο μεσάζων της σχεδίας, εγγυάται ότι τα κορίτσια θα παραδοθούν στην κατάσταση που ήταν στην αρχή του ταξιδιού, δηλαδή σε καμία περιπτώση σε ενδιαφέρουσα. Τα βράχια του Ντιπστάιν στην ουσία αποτελούν μικρό κίνδυνο σε σύγκριση με τους κινδύνους που απειλούν σε ένα τόσο μακρινό ταξίδι στην καρδιά του 18ου αιώνα την τιμή των γυναικών. Γι' αυτό το λόγο ο μεσάζων της σχεδίας, θα χρεώσει τους αποίκους που έχουν ήδη καταφύγει στην Σλαβονία και με τα έξοδα της προστασίας, σε μορφή τριών γεροδεμένων νεαρών οι οποίοι ορκίστηκαν ότι, με το αζημίωτο, θα προστατεύουν την τιμή των γυναικών από κάθε εισβολέα, ακόμη και από το ίδιο το πλήρωμα. Το τελευταίο ήταν και το πιο δύσκολο, λόγω των συνθηκών υγιεινής και διαμονής πάνω στη σχεδία. Με λίγα λόγια οι τραγουδιάρες νύφες είχαν τρεις σωματοφύλακες , οι οποίοι φύλαγαν την τιμή του άνθους τους, κι εκείνες σε αντάλλαγμα τους φύλαγαν από τα μάγια των σειρήνων του Δούναβη, από τις νύμφες οι οποίες σαγήνευσαν στον πάτο του ποταμού πολλούς Φαύνους. Ο άνθρωπος ονειρεύεται, ο Θεός αποφασίζει τελικά για το παιδί που σημαδεύει με δεμένα τα μάτια: Και οι τρεις νεαροί βρήκαν στη σχεδία τις γυναίκες της ζωής τους, κι έτσι ταξίδευαν δίχως να το ξέρουν κατευθυνόμενοι προς το ρεύμα του Δούναβη για πρώτη και τελευταία φορά. Η υποχρέωσή τους ήταν να προστατεύουν από τους ενοχλητικούς, μα όχι και από τον έρωτα, ο οποίος δεν αναφερόταν καν στο συμβόλαιο με τον πράκτορα. Ας το θεωρήσουμε αυτό ως θρίαμβο της ανωτέρας βίας. Στην οποία αλήθεια ευχαρίστως ενέδωσαν, μα διαφύλαξαν τη σχεδία από τις επιθέσεις των αρπακτικών στη Βιέννη που ήθελαν να την μεταπουλήσουν.

Ύστερα από όλες τις περιπέτειες και κινδύνους, η σχεδία με τις νύφες μόλις κατέυθανε στο Βούκοβαρ, που ήταν το “αρμόδιο λιμάνι”. - Έρχονται, έρχονται!, φώναζαν τα παιδιά, που μπορούσαν να είναι μόνο τα παιδιά των ντόπιων πληθυσμών και τα οποία πρόσεξαν το πλεούμενο σε μια στροφή, και τώρα φωνάζοντας έτρεχαν παράλληλα με τη σχεδία. Στο λιμεναρχείο παίζει μουσική, οι νεαροί, οι εργάτες, επαγγελματίες, όλοι είχαν βάλει τα καλά τους. Από ένα ύψωμα το θέαμα το παρακολουθεί ένας ιερέας. Η σοφή αυτοκράτειρα με διάταγμα όριζε ότι σε κάθε τρία χωριά θα διορίζεται ένας ιερέας και ένας γιατρός.

Η σχεδία άραξε, η στενή γέφυρα έπιασε στεριά. Κάποιος πυροβόλησε χαρούμενος, η μουσική οργιάζει, οι νύφες περνάνε τη γέφυρα, δηλαδή πλησιάζουν...

Οι νέοι κοιτούν από την όχθη, ελάχιστοι έχουν κιάλια που τώρα έχουν μεγάλη αξία, μα δεν δανείζονται.

Εκεί βρίσκεται και ο προ-προ-προπάππους μου που “είχε έρθει με τους κόμηδες”, ο οποίος μέσα από το φακό πρόσεξε την προ-προ-προγιαγιά μου, με κόκκινα μάγουλα και φαρδιά φούστα που θα μπορούσε να την σηκώσει σαν μπαλόνι, να ισορροπεί αδέξια στο στενό γεφυράκι μεταξύ του χθες και του αύριο. Και ιδού, τη σήκωσε και την προσγείωσε την προ-προ-γιαγιά μου σαν νούφαρο στην εξοχή του Δούναβη.

11.

Δηλαδή, οι “δικοί μας” τώρα είναι κομπλέ. Και θα μείνουν “κομπλέ” σχεδόν δύο αιώνες, που σημαίνει εννέα γενιές τουλάχιστον. Αρκετές για να διαλυθούν τα “αρχέγονα” και οι “ρίζες” στις μυθικές αρχές.

“Κομπλέ”;

Αφού επέζησαν όλων των κακουχιών και του ταξιδιού τη χρονιά της πείνας – 1769 – αφού κάπως τα κατάφεραν στο πλαίσιο το οποίο όρισε με τα διατάγματά της η ισχυρή γυναίκα της Βιέννης (“οι Θηρεσιανές μεταρρυθμίσεις”), στέκονταν τώρα στην αρχή της “νέας ζωής”. Το μέρος αυτής της “νέας αρχής” με το ζόρι το βρήκαν, όπως ο πατέρας στο μυθιστόρημα του Ντανίλο Κις Κήπος, στάχτη, ίσως μόνο στα άστρα. Τί κι αν ο ουρανός συννέφιασε, θα σταματούσαν και θα έστηναν καταυλισμό, σαν τους νομάδες.

Όμως ήταν εργάτες, τεχνίτες, δηλαδή, επαγγελματίες. Τον 19ο αιώνα της Μοναρχίας, ήταν τα πιο ενεργά στοιχεία της βιομηχανοποίησης, ενώ οι περισσότεροι έμειναν πιστοί στο κράτος και στο Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας. Η τεράστια ανοησία της νέας κυβέρνησης τους εξόρισε από τις περιοχές στις οποίες είχαν ήδη γίνει “αυτόχθονες κάτοικοι”, γιατί άλλοι σχεδόν δεν υπήρχαν. Η Σλαβονία, μετά από τις τουρκικές ήττες στους “μπαρόκ πολέμους” ήταν σχεδόν εντελώς ακατοίκητη. Λέω – τεράστια ανοησία – γιατί ακριβώς εκείνοι θα μπορούσαν να παίξουν αποφασιστικό ρόλο στην βιομηχανοποίηση της χώρας στην οποία η νέα κυβέρνηση, η οποία κατά τ' άλλα προερχόταν από τον ηρωϊκό αγώνα των παρτιζάνων, έδειχνε αφοσίωση.

Θα μείνω για λίγο ακόμη στο 1769.

Στο νεκροταφείο της Πετσούη, που δεν βρίσκεται μακριά από το Νούσταρ, και που τότε ήταν το ίδιο, σήμερα στέκει η γερμανική επιγραφή:

Για τους πρώτους θάνατος,

Για τους δεύτερους ανάγκη,

Για τους τρίτους ψωμί.

Έτσι σχημάτιζε ομοικαταληξία η λέξη ζωή (život) με τις λέξης Tod, Not και Brot.

Εκείνοι που έζησαν τη φρίκη των βράχων του Ντίπσταϊν και έφτασαν στη νέα τους πατρίδα έμελλαν να μείνουν οι μισοί. Εκείνο που φαντάζονταν σαν χώρα στην άκρη των δασών (την Τρανσυλβανία), όπου τους έφερε η φλογέρα που προοριζόταν για τα τσακάλια και τα παιδιά, στην πραγματικότητα αποδείχθηκε μια αμείλικτη μητέρα η οποία έπρεπε να σκοτώσει μέρος των απογόνων της για να ζήσουν κάποιοι από αυτούς.

12.

Δυστυχώς, δεν τηλεφώνησα αμέσως στο νούμερο που βρήκα στο γράμμα του αδερφού του παππού μου το οποίο είχε στείλει από κάποιο χωριό στα περίχωρα του Passau, τη δεκαετία του ενενήντα όταν “σ' εμάς και πάλι μαίνονταν πόλεμος”. Το έκανα μόλις δύο χρόνια αργότερα, σε μια λογοτεχνική μου επίσκεψη στο Μόναχο. Σκέφτηκα, το Passau δεν είναι μακριά και τελικά τί είναι μακριά σήμερα; Το 1769 το ταξίδι στο Δούναβη μέχρι τη Βιέννη διαρκούσε δύο εβδομάδες, στην καλύτερη των περιπτώσεων.

Απάντησε η φωνή κάποιου συγγενή μου: ο γέρος Johannes είχε πεθάνει. Ο απόγονός του δεν μιλούσε πια κροατικά. Διαπίστωσα εκείνη τη στιγμή ότι δεν είμαι σε θέση να εξηγήσω στον μακρινό μου συγγενή ότι είμαστε συγγενείς. Πολύ δύσκολο το ζήτημα ταυτότητας!

Τι σημαίνει για εκείνον η Σλαβονία; Τι η Κροατία;

Κάτι πρέπει να φανταστεί, όπως οι ταξιδιώτες πάνω στη σχεδία. Από την άλλη, είναι πραγματικά ανάγκη; Κι όμως, ολόκληρες δεκατρείς γενιές κατόχων των γενετικών μας προτύπων έζησαν γιατί ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του παίκτη της φλογέρας, φεύγοντας το ξημέρωμα κλεφτά από τη μιζέρια τους σε αυτήν εδώ ακριβώς τη Σλαβονία, στο τέλος των δασών, από την άλλη πλευρά των επτά λιμνών και των επτά βουνών.

Στον τελευταίο βαλκανικό πόλεμο οι εχθρικές πλευρές κερνούσαν αμείλικτα η μία την άλλη μέσα από τους χοντρούς σωλήνες των όπλων. Μία από τις θέσεις πυρός, και συνεπώς ένας από τους στόχους, ήταν και το παλιό νεκροταφείο του Νούσταρ. Οι τάφοι των Γερμανών αποίκων καταστράφηκαν στις αρχές της δεκακετίας του ενενήντα του εικοστού αιώνα, σαν να τους είχαν ξεθάψει ξανά. Δεν υπήρχε χρόνος, στον πόλεμο πάντα επικρατεί κάποια βιασύνη, να φροντίσουν τα οστά.

Κάποιοι από τους “δικούς μας”, ωστόσο, βρήκαν εδώ “σ' εμάς” την ευτυχία τους. Στα διακόσια χρόνια υπάρχουν διάφορα, ακόμη και ευτυχία.

Έκλεισε όμως ένας κύκλος: οι απόγονοι των θαρραλέων ταξιδιωτών πάνω στη σχεδία τώρα γεννιούνται στα ίδια μέρη από τα οποία εκείνοι παλιά είχαν φύγει. Οι απόγονοι αυτοί όχι μόνο επέστρεψαν στα ίδια μέρη, αλλά και στην γλώσσα τους, μετά από ένα ιντερλούδιο το οποίο τώρα βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στο χρόνο, σαν στον βυθό του Δούναβη.

Σε ποιον ανήκουν σήμερα εκείνα τα διακόσια χρόνια; Υπάρχει καμία διαφορά στους απογόνους εκείνων οι οποίοι τότε είχαν μείνει, από τούτων οι οποίοι είχαν φύγει; Τι σημαίνει για αυτούς η “Σλαβονία”; Μήπως έχει τη σημασία της Εκάβης όπως αναφέρεται στον Άμλετ; Ή σημαίνει κάτι παραπάνω από το να υποκρίνεται κανείς ότι είναι συγκλονισμένος;

Ίσως, αν υπάρχουν καθόλου, οι εν λόγω διαφορές εκφράζονται καλύτερα από οπουδήποτε αλλού στην ίδια τη γλώσσα, ακριβώς στην μυθική της μη καθαρότητα, στη γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο το γράμμα του αδερφού του παππού μου. Μα και αυτή η γλώσσα είναι λησμονημένη και δεν την μιλάει πια κανείς. Η Σλαβονία είναι μόνο μια ανάμνηση. Θαρραλέα ίσως, αλλά άχρηστη. Μια υποτιθέμενη χώρα, ίσως μια επαρχία σαν τηνYoknapatawpha County στο μυθιστόρημα του Φόκνερ; Δεν μιλάμε λοιπόν για την συναρμολογημένη σχεδία την οποία οδηγεί ο ρους της συνείδησης του Δούναβη, ή και ακόμη περισσότερο το υποσυνείδητό του; Δεν μιλάμε για το χωριό Yawapaha Village, όπως το είχα δει όταν είχα επισκεφθεί έναν καταυλισμό Ινδιάνων δίπλα στο Grand Canyon; Κάτι πραγματικά παράλογο, το οποίο ωστόσο προσφέρεται στην φαντασία, η οποία είναι σε θέση να σχηματίσει και κάποιες άλλες συνέχειες, όσο κι αν φαίνονται αυτές διακεκομμένες με τη βοήθεια της “αυτοκρατορίας” της πολιτικής ή κάποιας άλλης “αναγκαιότητας”.

 

© Tena Šnajder
Slobodan Šnajder από την Κροατία
Slobodan Šnajder. Γεννήθηκε το 1948 στο Ζάγκρεμπ της Κροατίας. Ζει κοντά στο Ζάγκρεμπ. Σπούδασε φιλοσοφία και αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Ζάγκρεμπ. Επί πολλά χρόνια διετέλεσε διευθυντής σύνταξης στο θεατρικό περιοδικό „Prolog“, του οποίου υπήρξε και συνιδρυτής. Διατηρούσε στήλες στην ημερήσια εφημερίδα „Glas Slavonije“ (1993) και από το 1994 ως σήμερα είναι πολιτικός αρθρογράφος στην ημερήσια εφημερίδα „Novi list“. Κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Τούτζμαν μετανάστευσε στο εξωτερικό, όπου έμεινε σε διάφορες χώρες μεταξύ των οποίων και η Γερμανία. Από το 2001 ως το 2004 χρημάτισε διευθυντής του Νέου Θεάτρου του Ζάγκρεμπ. Συγγραφέας δοκιμίων, διηγημάτων και θεατρικών έργων. Έργα του κυκλοφορούν στις εκδόσεις Απάντων του: Faustova oklada, θεατρικά έργα (Ζάγκρεμπ 2007); Neka gospođica B., θεατρικά έργα (Ζάγκρεμπ 2007); San o mostu, δοκίμια (Ζάγκρεμπ 2007); Bosanske drame, θεατρικά έργα (Ζάγκρεμπ 2006) και ο τόμος διηγημάτων 505 sa crtom  (Ζάγκρεμπ 2007). Διακρίσεις: Κροατικό Κρατικό Βραβείο Θεατρικών Έργων „Marin Držić“, Βραβείο του Βασιλικού Θεάτρου του Μαυροβουνίου „Cetinje“ για το καλύτερο αδημοσίευτο θεατρικό κείμενο της πρώην Γιουγκοσλαβίας (Ιανουάριος 2010). Ο Šnajder είναι ο δημοφιλέστερος κροάτης θεατρικός συγγραφέας στο εξωτερικό.

 

Μετάφραση του Klaus Detlef Olof
Klaus Detlef Olof, γεννήθηκε το 1939 στο Lübeck. Ζει στο Ζάγκρεμπ και στο Γκρατς. Σπούδασε Σλαβική Φιλολογία στο Αμβούργο και στο Σαράγεβο. Από το 1973 διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας. Έχει εστιάσει στις νοτιοσλαβικές λογοτεχνίες. Εδώ και πολλά χρόνια εργάζεται ως μεσολαβητής και μεταφραστής της νοτιοσλαβικής λογοτεχνίας στον γερμανόφωνο χώρο. Μεταφράζει κυρίως κροατική και σλοβενική λογοτεχνία, αλλά και από τα σερβικά, τα βοσνιακά, τα σλαβομακεδονικά και τα βουλγαρικά στα γερμανικά, έργων, μεταξύ άλλων, των Dževad Karahasan, Miljenko Jergović, Zoran Ferić και Igor Štiks. Το 1991 διακρίθηκε για το συνολικό έργο του με το Κρατικό Αυστριακό Βραβείο για μεταφραστές λογοτεχνίας.