Το τόλμημα της μνήμης

ΚΥΠΡΙΑΝΗ

Σύντομο διήγημα του συγγραφέα Πάνου Ιωαννίδη από την Κύπρο.

Η Μαρία ντε Μολίνο, γυναίκα του Φίλιππο ντε Μολίνο, του Βενετσιάνου Πρεβεντιτόρε, μια μέρα, με φρίκη, είδε στο κορμί του παιδιού της τα σημάδια της λέπρας. Κλειδώθηκε, γδύθηκε και κοιτάχτηκε.

Σα βεβαιώθηκε πως δεν είχε την αρρώστια, σωριάστηκε στην άκρη της κούνιας κι’ έκλαψε, αδιάφορη στα καλέσματα του παιδιού. Μετά ντύθηκε και κάλεσε τη δούλα:

“Το Φρα-Τζάκομο”.

Ο μοναχός της έκανε νεύμα να τον αφήσει με το παιδί. Έδιωξε και τη δούλα κι’ έκλεισε.

“Χτες ήταν καλά…” είπε η Κυπριανή.

Η Μαρία ντε Μολίνο της γύρισε την πλάτη και στάθηκε στο αψιδωτό. Στην πλαγιά κυμάτιζαν οι ελαιώνες κι οι λόφοι βούλιαζαν στη θάλασσα.

“Κυρά, ο Φρα-Τζάκομο…”

‘Ενιωσε το σφίξιμο, τα χρώματα ξεπλύθηκαν και το κάστρο ξεριζώθηκε απ΄ τη ράχη του Πενταδάκτυλου. ‘Το παιδί…’ άκουσε τη φωνή του μοναχού. Η κορφή του Βουφαβέντο χοροπήδησε σα να ξύπνησαν ξαφνικά τα πενήντα κανόνια του. ‘Όχι, λυπάμαι… Να μιλήσω εγώ στον Πρεβεντιτόρε;’ Δεν αποκρίθηκε. Μες στο σύθαμπο είδε το μοναχό να κουνάει το κεφάλι και να φεύγει, χωρίς να της φιλήσει, κατά το συνήθιο του, το χέρι.

Σήκωσε το παιδί που γουργούριζε, φίλησε το στέρνο, που ο καλόγερος δε ξανάντυσε, έκλεισε με τη χούφτα τα χείλη που της γελούσαν κι’ αμπαρώθηκε στην Καπέλλα…

Οι φωνές του Πρεβεντιτόρε και της δούλας που την παρακάλαγαν ν’ ανοίξει ξεψύχησαν κάποτε· έσμιξαν με τα όρτινα της φρουράς που άλλαζε στον αυλόγυρο. Τρεις κανονιές στο Φρούριο της Κερύνειας ανάγγειλαν το αραξοβόλημα της γαλέρας· τα σαράντα καινούργια φορέματα της Βασίλισσας κι’ ο νέος Φρούραρχος του Σάντο Λάρκο είχαν φτάσει…

Χτες ακόμα φθονούσε για κείνα τα σαράντα Βενετσιάνικα υφαντά… Χτες ακόμα ανυπομονούσε γι’ αυτούς τους κανονιοβολισμούς… Εκείνα τα σαράντα φορέματα ήταν σαράντα προσκλήσεις στην Αυλή, στα Καστέλλια, στα δάση της Αμορόζας. Ήταν σαράντα συναντήσεις με το Λίβιο ντε Νόρες, το νέο Φρούραρχο του Σάντο Λάρκο, που πατούσε αυτή τη στιγμή το ποδάρι στην Κύπρο για να της ξαναφέρει πίσω τις ώρες της Ενετίας, όταν, νέα παιδιά, κούρνιαζαν στη γόνδολα και τα ξύλα γιόμιζαν κάτω απ’ το δέρμα της φτερά παγωνιών…

Τώρα… Εκείνοι οι τρεις κανονιοβολισμοί σημάδευαν το ταξίδι του Πρεβεντιτόρε στην Κερύνεια, την εγκατάλειψή της στο Κάστρο, τη σιγουριά πως δε θα ξανασυναντούσε ποτέ πιά τη νιότη της στα μάτια του Λίβιο…

Θα το σκότωνε· μετά θα σκοτωνόταν κι΄ η ίδια. Θα περίμενε τον άντρα της να φύγει, τη δούλα ν’ αποξεχαστεί και θάφευγε. Θάπεφτε με το παιδί στο φαράγγι του Βουφαβέντο, απ’ το βράχο που πρι χρόνια, νιοφερμένοι στο νησί, ο Πρεβεντιτόρε της χάρισε το πρώτο παιδί τους. Κι’ έτσι το τέλος θάσμιγε με την αρχή, η πρώτη οδύνη της γυναίκας με τη στερνή πίκρα της μάννας…

Το μωρό δεν έκλαιγε πια. Η Κυπριανή του πρόσφερε όπως κάθε πρωί το βυζί και το κοίμησε. Τα πρόσεξε; Πρέπει, ήταν γυμνό. Θα είδε και δε θα το άγγιξε. Μα όχι, αν τάφηνε νηστικό το μωρό θα χαλούσε τον τόπο. ‘Ωστε το βύζαξε! Τόλμησε! Ή δεν υποψιάστηκε. Ναι, μόνο αυτή, αυτή κι’ ο Φρα-Τζάκομο ήξεραν! Καλύτερα έτσι… Ο Φίλιππος ντε Μολίνο έφυγε. Η Κυπριανή βύζαξε το παιδί κι’ έφυγε με την αρρώστια στις ρώγες της. Η φρουρά άλλαξε. Κι’ ο Λίβιο ντε Νόρες θα κοιτάει τώρα κατά τον Πύργο ελπίζοντας…

Βγήκε στις μύτες και τρύπωσε στον κοιτώνα του παιδιού. Δεν τόλμησε να το κοιτάξει. Η τρυφεράδα κι’ ο σπαραγμός μπερδεύονταν με μια πεισμωμένη εχθρότητα. Το τύλιξε στην πρώτη κουβέρτα που βρήκε· ήταν αυτή που της χάρισε κάποτε μια τυφλή ζητιάνα. Το σήκωσε και το στερέωσε στο στήθος. Μες στον ύπνο του ρέχτηκε και μια αυλακιά γάλα κύλησε στο λαιμό της. Ανατρίχιασε· τόριξε στο κρεββάτι και καθάρισε το δέρμα της με νερό και κρασί. Μα ξαφνικά, νιώθοντας τι έκανε, γονάτισε πλάι του, το φίλησε στο στόμα, τ’ αγκάλιασε και βγήκε στο διάδρομο κι’ από κει στον αυλόγυρο.

Η πόρτα έτριξε πίσω της μα δε γύρισε. Ακούστηκαν φωνές και τα γαυγίσματα του σκυλιού. Μα η Μαρία ντε Μολίνο προσπέρασε βιαστικά τη φρουρά και μπήκε στο σύδεντρο.

Στα χείλη ένιωθε, υγρό ακόμα, το σάλιο των παιδικών χειλιών που δεν τόλμησε να καταπιεί ή να σκουπίσει…

Ο ήλιος έκαιγε το νησί των φιδιών όταν έφτασε στο βράχο. Τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν κάποτε στο θερινό παλάτι της Ρήγαινας ήτανε τώρα βουλιαγμένα στο αγριόχορτο. Τί είχε διώξει από δω τους ανθρώπους; Τί τους έκανε να το εγκαταλείψουν στη φθορά και τον άνεμο;

Ίσως η ίδια αρρώστια που έδερνε το παιδί της. Ίσως οι ίδιες αμαρτίες που σημάδευαν το δέρμα των ανθρώπων, ίσως τα κρίματα κι’ η σκληράδα των Πρεβεντιτόρε να στρέφονταν κάποτε στους ίδιους και τα πέτρινα έργα τους. Ίσως! Μ’ αυτή δεν είχε ρθει να βρει απάντηση σ’ όλα αυτά… Ήρθε ν’ αφήσει δυο κορμιά να σφυρίξουνε μια στιγμή στον άνεμο και να παραδοθούν στην κάθετη ησυχία των βράχων…

Ευτυχώς το παιδί δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. Προφυλαγμένο στην κουβέρτα της γρηάς που είχε δυο ουλές για βλέφαρα, παραδόθηκε στον ύπνο…

…κύματα οργωμένα απ’ τη Σάντα Αντζέλικα και σφυρίγματα στ’ άρμενα… Ένα δελφίνι να τους κυνηγάει και το χέρι του στις παρυφές του λαιμού της… Ανατριχιάσματα στις χορδές του τρουβαδούρου που χαϊδεύει ακουμπισμένος στη ξυλόγλυπτη αγία της πρύμνης, τη μνήμη της… Το λιμάνι με το Κάστρο γιομάτο κανόνια και φλάμπουρα… Οι τρεις κανονιοβολισμοί κι’ οι χαιρετηστήριες πυρκαγιές απ’ τα γύρω Καστέλλια… Ο κόσμος που τους έζωσε, ζητιάνες και παιδιά που βουτούσαν να βγάλουν τα πέρπιρα που ρίχναν στη θάλασσα οι ξένοι… Τα σαλπίσματα στις βίγλες, το αμάξι με τ’ άλογα, μαύρο και άσπρο, να τριζοβολάει καλπάζοντας προς το αρχοντικό που έκτισε για χάρη της… Διακόσιοι πάροικοι δούλευαν να το κτίσουν… Η φρουρά είχε το λεύτερο να διαλέξει τα καλύτερα υλικά και για έπιπλα ό,τι πιο φίνο υπάρχει στ’ αρχοντικά και τις εκκλησιές των περπεριάρηδων… Τα χωματόσπιτα, κουρνιασμένα τόνα πλάι στάλλο, πιο χαμηλά απ’ το μπόϊ ενός άντρα, με πόρτες που έσκυβες στα δυο να περάσεις… Κριθάρι κι’ αραβοσίτι και θεριστάδες… Μαντόνα, τι άνθρωποι! Λουσμένο χώμα! Οι πιο κακοφτιαγμένες χωριάτισσες που είδε… Το κάστρο της, η υποδοχή της φρουράς και των δούλων… Η Κυπριανή με τα πρόθυμα μάτια… Η παράτα των Βενετσιάνων οφικιάλων, το πρώτο βράδυ στο Φρούριο της Κερύνειας κι’ η νύχτα που δεν έλεγε να τελειώσει καθώς περιδιάβαζαν στα τειχιά μ’ όλο εκείνο το ασήμι να ψαρεύει στα κύματα… Η Λευκωσία, το παλάτι του Ρήγα· κι ύστερα… Η πρώτη νύχτα στο Βουφαβέντο… Το Βουφαβέντο με το μισοφέγγαρο να ψαύει τις μπούκες των κανονιών και τη Ρήγαινα· και τα κρύσταλλα κι’ οι φωνές των ιπποτών που την κυνηγούσαν και των πεινασμένων κατάδικων στα ουμπλιγιέτ… Αυτός ο βράχος! Και τα χέρια που την έγδυσαν μεθυσμένα κάτω απ’ το φεγγάρι! Και κείνος ο πόνος που έριξε μέσα της τη βροχή της ζωής…

Σήκωσε την κουβέρτα. Το στερνοπαίδι της χαμογελούσε. Ξύπνησε και σάλευε να υποδεχτεί τα χείλη της στα μάγουλα που ήταν έτοιμα να σκάσουν και να στάξουνε τη ζωή τους…

Τόσφιξε απάνω της κι’ έκανε ένα ακόμα βήμα. Τότε άκουσε ποδοβολητά και τα γαυγίσματα του σκυλιού. Ήταν εκείνος! Υποψιάστηκε ή του μίλησε ο καλόγηρος κι’ έτρεξε, να την πάει πίσω, να τη στείλει στη Βενετιά με τη γαλέρα πούφερε το Λίβιο ντε Νόρες και τα σαράντα φορέματα, στη Βενετιά όπου ένας αββάς βρήκε το βοτάνι που γιατρεύει τη λέπρα…

Πρώτα βγήκε απ’ το δάσος η σκιά. Ήταν η δούλα Κυπριανή. Μετά, το σκυλί.

“Πήγαινε, φύγε…”

“Ξέρω κυρά. Ο Φρα-Τζάκομο μούπε…”

“Στον αφέντη σου, τώπες;”

“Όχι κυρά, σε κανένα. Στ’ ορκίζουμαι. Έλα μαζί μου κυρά! Μη πηδήξεις. Δεν πρέπει. Ο Θεός είναι μεγάλος. Κάτι θα κάνει η Χάρη Της για το παιδί μου…”

“Σύρε, πήγαινε, είσαι ελεύθερη…”

“Πάμε στο Καστέλλι κυρά. Ξέρω ένα χωριάτη που μπορεί να το γιάνει…”

“Εδώ, σε τούτο το κελλί, ο Βασιλιάς της Αγγλετέρας, φυλάκισε τον Κομνηνό. Στο κελλί σου. Κάτω απ’ το παραθύρι σου κοιμόταν. Στο δικό μου ο Ερρίκος έκλεισε τον αδελφό του Ιβελίνο! Εγγόνι του δεύτερου είναι ο νέος Φρούραρχος… Είδες τον άρχοντα σου χτες που κατέβηκες;”

“Όχι κυρά, δεν τον είδα”.

“Τι έμαθες;”

“Είναι καλά”

“Ρωτάει; … Ξέρει που μένουμε;”

“Δε ξέρω κυρά”.

“Λες ψέμματα, σκύλα, θα μου το πλερώσεις… Μια μέρα θα σε κλείσω μαζί του και θα σας αφήσω… Ο Πρεβεντιτόρε έλεγε πως η Εσκίβη Μονπελιάρ, η γυναίκα του Ιβελίνου, που την κυνηγούσαν, μασκαρεύτηκε καλόγηρος και γύρεψε άσυλο εδώ πάνω. Σώθηκε κρυμμένη σ’ αυτό το κελλί… Κανένας δε ξέρει το Καστέλλι καλύτερα… Και τ’ αγαπά… Από τότε που το όρτινο το ερήμωσε μ’ έφερνε συχνά… Πέσμου…”

“Λένε πως είναι καλά… Μένει στο Φρουραρχείο… Άφησε δυο δούλες να το φροντίζουν…”

“Τα παιδιά;”

“Τάστειλε με τη γαλέρα στη Βενετιά!”

“Εδώ μας υποδέχτηκε η Βασίλισσα! Φορούσε πορφυρά, όλο πέρλες. Μέσα σε μια νύχτα άλλαξε τρία φορέματα. Τ’ αγαπούσε το Βουφαβέντο, ήθελε νάναι άξια της ομορφιάς του… Ο χωριάτης;”

“Ακόμα. Τούστειλα όμως μαντάτο”.

“Αλήθεια, γνωρίζει βοτάνια;”

“Τώδα με τα μάτια μου. Ήταν αυτή η χωριατοπούλα, απ’ το Κάρμι. Στη δούλεψη του Σινιόρ Ζαγκράβι, στον Άη Λαρίου, που έπιασε την αρρώστια… Το κορίτσι είδε τα σημάδια του και πάσχισε να το σκάσει. Την πίασανε και του την πήγαν. Της χάραξε μ’ ένα σουγιά το βυζί και το φίλαγε και τότριβε απάνω στον όμπιο του ώσπου της έδωσε το κακό. Μετά τη διώξανε. Τη βρήκε ο γέρος και της άλειψε το κορμί με τα βοτάνια του. Και γιατρεύτηκε…”

“Πότε θα ρθει;”

“Σήμερα – αύριο”.

“Γιατί το βυζαίνεις;”

“Δεν κολλάω, κυρά. Δεν έχω γρατσουνιές”.

“Από που είσαι; Φαίνεται από δω το χωριό σου;”

“Δε ξέρω. Οι δικοί μου σκοτώθηκαν όταν ήμουνα τόσο…”

“Πως σκοτώθηκαν;”

“Δε ξέρω κυρά”.

“Τίποτα δε ξέρεις. Τί ξέρεις; Είσαι χαζή σα… Γιόμισε το κορμί μου, το ξέρεις αυτό; Στο μπράτσο, εδώ, στην κοιλιά… Όπου νάσαι γιομίζεις και συ. Το σκυλί τάβγαλε! Είδες; Το ξέρεις αυτό; Μα τι σε νοιάζει εσένα; Εσύ δεν κολλάς. Περίμενε πρώτα να βρωμίσει το κρέας σου και θα γνιαστείς. Τότε θα πας να τον γυρέψεις. Τώρα καρφί δε σου καίγεται, κοιτάς πρώτα αν έχεις καμμιά γρατσουνιά κι’ αν δεν έχεις μας κάνεις και την άγια…”

“Ο γέρος μακαρίστηκε κυρά. Πάνε χρόνια. Κανένας δε ξέρει το γιατρικό του…”

Την αυγή τις ξύπνησαν κανονιές και κακό. Η φωτιά έτρωγε την Κερύνεια και το λιμάνι χάθηκε στους καπνούς. Στ’ ανοιχτά βούλιαζαν γαλέρες και κάτεργα.

Έστειλε τη δούλα να μάθει. Όλη της η έγνια, μήνες τώρα, συγκεντρώθηκε κάτω εκεί, στην πολιτεία του Πρεβεντιτόρε, στο λιμάνι πούπαιρνε κι’ έφερνε τα μηνύματα και τα γράμματά του σε γιατρούς κι’ αστρολόγους. Αργούσε να βρει τη γιατρειά, γι’ αυτό δεν ερχόταν, τον ήξερε τι πονετικός ήταν πάντα μαζί της, πόσο καλός… Μ’ όλο τον κόσμο ήταν αγέλαστος. Ακόμα και με τους Βενετσιάνους… Μόνο μαζί της… Μια μέρα θα πρόβαλλε με το ξένο, με κάποιο γέρο, με πρόσωπο και χέρια σκεπασμένα μ’ ένα δέρμα σαν κάκτο που το γιάτρεψε μόνος του…

Μεσημέριασε, βράδυασε κι’ η μάχη ξεθύμανε· μα η δούλα δε γύρισε. Σύρθηκε στο παραθύρι του Ιβελίνου και βάλθηκε να κοιτάει το μονοπάτι. Έμεινε κει για ώρα. Η νύχτα έπεσε στη θάλασσα. Φαινόταν μόνο η φωτιά που άλλαζε μορφές κι’ ήταν τόσι λαμπερή, είχε ένα δέρμα τόσο λείο και τόσο καθάριο που καμμιά αρρώστια δε μπορούσε να τ’ αγγίξει, ένα δέρμα που θεράπευε κάθε αρρώστια…

Αργά τη νύχτα γύρισε το σκυλί. Μέρες ήταν χαμένο. Ήρθε και στάθηκε πλάϊ της. Άφησε το παραθύρι και το κορμί της έπεσε σκληρό στο κρεββάτι. Ήταν αλύγιστη και το κρύο έμπαινε απ’ τις ουλές της αρρώστιας ίσια στα κόκκαλα. Τα δάκρυα που ανέβαιναν ήτανε σα λυωμένα δόντια…

Άπλωσε το χέρι, πήρε το σκυλί και τόριξε ανάμεσα της και στο παιδί που η αρρώστια τώχε κιόλας παραμορφώσει σ’ ένα κουβάρι λασπωμένο κρέας. Τότριβε πότε στο παιδί και πότε απάνω της, να ζεσταθούν.

Τότε, ξαφνικά, πρόσεξε πως κάτω απ’ το τρίχωμα το δέρμα εδώ και κει δε ζούμιζε πια. Άναψε το λύχνο. Οι πληγές του ζώου είχανε δέσει ή πήγαιναν να δέσουν. Κι’ απάνω τους, σα τσίπα, τεντωνόταν η καινούργια επιδερμίδα. Αγκάλιασε το σκυλί πιο τρυφερά απ’ ότι αγκάλιασε ποτέ το παιδί ή τον άντρα της, απελπισμένα, και πήρε να το τρίβει, ξάγρυπνη όλη νύχτα, στις πληγές τους…

Όταν η Κυπριανή γύρισε γερασμένη, άδικα γύρεψε την κυρά της. Το κελλί του Ιβελίνου ήταν αδειανό και τα στρωσίδια παγωμένα.

Ασφάλισε το κρέας που έκλεψε απ’ το σακκί κάποιου σφαγμένου Βενετσιάνου κι’ έτρεξε στο βράχο… Δεν ήταν εκεί. Γονατιστή σύρθηκε ως το φρύδι και κοίταξε κάτω. Πουθενά σημάδι, πουθενά ρούχο ή όμπιο.

Έδεσε στην ποδιά της το κρέας και κίνησε για την πολιτεία. Οι Τούρκοι άρχισαν κιόλας να φέρνουν τις φαμίλιες τους και μια δούλα ήταν πάντα καλόδεχτη, μια δούλα που κανένας δε γνώριζε πως ήτανε στη δούλεψη μιας λεπρής, ούτε πως στα βυζιά της είχαν αρχίσει να ροδίζουν τα πρώτα σπειριά… Ώσπου να το μάθουν είχε καιρό… Στα βυζιά της το γάλα ήταν φωτιά… Ήταν όμπιο… Ήτανε…

Όλοι που θα μπορούσαν να την προδώσουν και να τη διώξουν μακρυά απ’ τους ανθρώπους και τα παιδιά, δε ζούσανε πια… Ούτε η κυρά της, ούτε ο Φρα-Τζάκομο που τον βρήκε παλλουκωμένο στην πλατεία, ούτε ο Σινιόρ Τζιόρτζιο που το κουφάρι του, γυμνό, χωρίς τ’ αρσενικά που τη ξεπαρθένεψαν, σάλευε σ’ έναν ευκάλυπτο έξω απ’ τα τειχιά. Ούτε ο Φίλιππο ντε Μολίνο που σώθηκε με μερικούς απ’ τους οφικιάλους του Κάστρου και σάλπαρε. Άφησε το νησί γερός και πολεμώντας και μόνο αυτή, η χαζή δούλα!, παίδευε το μυαλό της να βρει μια ψευτιά να πει στην κυρά της: πως τάχα σκοτώθηκε με τόνομα της στα χείλη, πως πιάστηκε αιχμάλωτος και τον πήγανε στο Σεράϊ ή πως έταξε το βιός του όλο σ’ ένα σοφό μουεζίνη κι’ όπου νάσαι τον φέρνει…

Πρι βασιλέψει ο ήλιος ήταν βυζάστρα στο κονάκι του Μουσελλίμ Χακκί Ίμπιν Αφφάν.

Πρι βασιλέψει, στην άλλη πλαγιά, γυμνή, με το λιγνό, στιγματισμένο κορμί, με το παιδί να τουρτουρίζει στην αγκαλιά της, βουτηγμένο ολάκαιρο στο νερό, η Μαρία ντε Μολίνο λουζόταν στην πηγή που θεράπεψε το σκυλί.

Πλάϊ, γαυγίζοντας στις μύγες, λιαζόταν, βρεγμένο ακόμα, το πιστό ζώο…

 

© Takis Demetriades
Πάνος Ιωαννίδης από την Κύπρο
Πάνος Ιωαννίδης. Γεννήθηκε το 1935 στην Αμμόχωστο της Κύπρου. Ζει στη Λευκωσία. Σπούδασε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Κοινωνιολογία στις ΗΠΑ και τον Καναδά. Εργάστηκε ως διευθυντής ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών προγραμμάτων στην Κυπριακή Ραδιοφωνία και Τηλεόραση. Χρημάτισε πρόεδρος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου. Εκδότης του αγγλόφωνου περιοδικού In Focus. Συγγραφέας και εκδότης διηγημάτων, ποιημάτων, μυθιστορημάτων και θεατρικών έργων. Έχει στο ενεργητικό του πολυάριμες εκδόσεις βιβλίων, μεταξύ των οποίων: Τρία Θεατρικά Έργα (Μπάνιο, Εγγαστρίμυθοι, Γρηγόρης), θεατρικά έργα (εκδ. Κινύρας,  1977), Η αβάσταχτη φιλοπατρία του Π.Φ.K, μυθιστόρημα (Λευκωσία, 2η έκδοση 1990), Face of an Island, 24 short stories from Cyprus, διηγήματα (εκδ. Αρμίδα,1997), Εν Παρενθέσει, ποιήματα (εκδ. Αρμίδα, 1997), Gregory and other stories, διηγήματα (εκδ. Αρμίδα, 2009). Τα θεατρικά του Gregory, Peter I, Der Koffer und Bauchredner έχουν ανέβει και στη Γερμανία. Εδώ και αρκετά χρόνια είναι Πρόεδρος του Κυπριακού PEN. Έχει τιμηθεί με 4 κρατικά βραβεία για τα μυθιστορήματά του Απογραφή και Η αβάσταχτη φιλοπατρία του Π.Φ.K και για τις συλλογές διηγημάτων του Κύπρια Έπη και Η αθέατη όψη. Το έργο του Γκρέγκορυ διακρίθηκε με το Πρώτο Βραβείο Διεθνούς Φεστιβάλ Θεατρικού Έργου. Το 2007 του απονεμήθηκε το Αριστείο Γραμμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Μετάφραση της Sigrid Willer
Sigrid Willer, γεννήθηκε το 1947 στο Αμβούργο Γερμανίας. Εδώ και τρεις δεκαετίες ζει στην Ελλάδα. Ύστερα από 25 χρόνια που εργαζόταν ως μεταφράστρια και διερμηνέας στις γλώσσες γερμανικά, ελληνικά και αγγλικά σπούδασε από το 2002 έως το 2004 στο ΕΚΕΜΕΛ (Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης) λογοτεχνία και ανθρωπιστικές επιστήμες. Έκτοτε έχει επικεντρωθεί στη μετάφραση ελληνικής λογοτεχνίας στα γερμανικά – διηγήματα, θεατρικά έργα, ένα μυθιστόρημα, ένα σενάριο για τον κινηματογράφο, βιβλιοπαρουσιάσεις και αποσπάσματα βιβλίων, μεταξύ άλλων των Εμμανουήλ Ροΐδη, Μ. Καραγάτση και πολλών σύγχρονων συγγραφέων.