Το τόλμημα της μνήμης

Το πιάνο της πολυκατοικίας №31

Foto: Nikola Mihov
  • Read in Bulgarian by the author
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.
  • An excerpt from The Piano in Block 31 by Lea Cohen
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.

Διήγημα της συγγραφέως Lea Cohen από τη Βουλγαρία. Μετάφραση: Ζντράβκα Μιχάιλοβα.

Στην πολυκατοικία μας το πιάνο αυτό εμφανίστηκε εντελώς αναπάντεχα (στα καλά καθούμενα). Η θέση του εκεί ήταν ασυνήθιστη σαν φράκο σε χωριάτικο πανηγύρι, σαν αμερικάνικη ταινία στους βουλγάρικους κινηματογράφους ή σαν συνταγή με τρούφες στο περιοδικό «Σύγχρονη γυναίκα»1. Σήμερα, τριάντα χρόνια αργότερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει αισθητά, αφού βλέπω άνδρες με γένια οξυζενέ να φοράνε φορέματα χορού στο «πράιμ τάιμ» της τηλεόρασης, δεν μπορούμε να ησυχάσουμε από αμερικάνικα έργα στις κινηματογραφικές αίθουσες, ενώ βουλευτές του τόπου μας εξηγούν δημόσια στον άφραγκο λαό τις γαστρονομικές ιδιαιτερότητες του μανιταριού με τιμή χρυσού.
Η πολυκατοικία №31 βρισκόταν ακριβώς δίπλα στην πολυκατοικία №13! Κανείς δεν ήταν σε θέση να μου εξηγήσει σε τι οφειλόταν το μπέρδεμα αυτό στην αρίθμηση. Πριν και μετά από αυτήν τα συμμετρικά τοποθετημένα κτίρια του συμπλέγματός των πολυκατοικιών μας ακολουθούσαν την κανονική αριθμητική αλληλουχία. №11, №12, №13 και ξαφνικά, πάνω στη βόρεια πλευρά του κτιρίου που μισοέβλεπε ανατολικά, ξεπρόβαλλε ένα μεγάλο ορνιθοσκαλισμένο νούμερο, γραμμένο με μαύρη λαδομπογιά:
Πολυκατοικία №31!
«Σύμπλεγμα»2 ήταν μία λέξη, η οποία δεν είχε τίποτα να κάνει με την ιδέα μου περί σπιτικής θαλπωρής. Για μένα η λέξη σύμπλεγμα (συγκρότημα) ισοδυναμούσε με στρατώνες. Είχα ακούσει να τη χρησιμοποιούν ως ορισμό ψυχικής απόκλισης, την οποία φανταζόμουν ως κάποιο νευρικό τικ. Όχι πως με ενδιέφερε ιδιαίτερα τι ακριβώς σήμαινε αυτή, όμως τη συνέδεα με άλλες, νιόφερτες στη ζωή και τη γλώσσα μας λέξεις. Όπως, ΚΟΜπινάτ3 (μεταλλουργίας, κρεατοβιομηχανίας), ΚΟΜάντα4 (του Τιμούρ), ΚΟΜαντίρ5 (παρτιζάνων), ΚΟΜπάιν6 και αντίστοιχα ΚΟΜπαϊνέρ7 (καθώς επίσης και το θηλυκό γένος της λέξης αυτής, ΚΟΜπαϊνέρκα, που την είδα σε μια σοβιετική ταινία), ΚΟΜισάρ (πολιτικός, αγαπητός ήρωας της σοβιετικής επαναστατικής θεματολογίας και των ανεκδότων για τον Τσαπάεβ8), ΚΟΜσομόλ (η οργάνωση της οποίας ήμουν μέλος ώσπου έμεινα έγκυος για πρώτη φορά) και φυσικά ΚΟΜπάρτια και ΚΟΜιντέρν (την ιστορία των οποίων μελετούσα υποχρεωτικά στην ένατη τάξη του γυμνασίου, όταν ακόμη έπαιρνα καλούς βαθμούς).
Στα χρόνια της άμυαλης νιότης μου φανταζόμουν ότι θα κατοικούσα σε δρόμο με ποιητικό όνομα όπως Ακακία, Μη με λησμόνει ή κάτι παρόμοιο, και όχι σε κτίριο με αρίθμηση φυλακής. Αργότερα, όταν πραγματικά βρέθηκα για λίγο σ’ αυτήν, μια από τις συγκρατούμενές μου μού διηγιόταν πως και στη Νέα Υόρκη οι δρόμοι είχαν μόνο αριθμούς: Τρίτη Λεωφόρος, Πέμπτη Λεωφόρος κ.ο.κ. Η ίδια είχε πάει εκεί και ισχυριζόταν πως η γωνία της Πέμπτης Λεωφόρου και κάποιου αριθμημένου δρόμου, θαρρώ πως ήταν της 42η οδού, ήταν ένα από τα πιο πολυσύχναστα μέρη του κόσμου. Ίσως αυτό να αλήθευε, δεν είχα όμως τρόπο να το ελέγξω.
Μερικές φορές αναρωτιόμουν αν το βιογραφικό μου θα φάνταζε διαφορετικό , αν μερικοί άνθρωποι δεν είχαν καταφέρει με μέσον να σφηνώσουν τη δική τους αυθαίρετη πολυκατοικία №31 στη θέση του αρχικά προβλεπόμενου πράσινου χώρου. Αστειεύομαι! Αφού εμείς δεν είχαμε βιογραφικά και όταν αυτό ήταν απαραίτητο συμπληρώναμε «αυτοβιογραφικές φόρμες»! Οι αυτοβιογραφικές φόρμες πάντα άρχιζαν με την εξής υποχρεωτική παράγραφο: «Κατάγομαι από...». Ακολουθούσε η φράση «...φτωχή εργατική οικογένεια» (η ζαριά που κέρδιζε), «από οικογένεια εργαζόμενων χωρικών» (και αυτό επίσης έκανε), ενώ η δική μου περίπτωση, «από οικογένεια υπαλλήλων», ήταν η πιο απελπιστική εκδοχή! Δεν είχα μεγάλες πιθανότητες με τους χωρισμένους γονείς μου, επειδή ο πατέρας μου ήταν αρχιτέκτονας και η μάνα μου καθηγήτρια γερμανικών. Η απόλυτη «αυτοβιογραφική» καταστροφή! Ευτυχώς ο Κόστα είχε τη σωστή «αυτοβιογραφία» και γι’αυτό μας έδωσαν το εν λόγω διαμέρισμα. Η αντίστοιχη ΚΟΜίσια1 είχε εξετάσει την «αυτοβιογραφία» του, την είχε βρει «ικανοποιητική» και είχε διατάξει να μας παραχωρήσουν το διαμέρισμα στον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας №31. Έτσι εγκαταστάθηκα εκεί. Αντίο ακακίες, μη με λησμόνει και άλλες νοσηρές φαντασιώσεις!

Οι κάτοικοι της πολυκατοικίας ήταν, που λέει ο λόγος, κάθε καρυδιάς καρύδι. Τα διαμερίσματα στους τελευταίους τρεις ορόφους ήταν ευρύχωρα, είχαν βεράντες και εκεί έμενε κόσμος «με μέσον». Τους ξεχώριζες από μακριά, σχεδόν δε μιλούσαν με τους υπόλοιπους, περνούσαν από δίπλα μας για να μπουν στο ασανσέρ λες και μας σιχαίνονταν, και είχαν ατομικές θέσεις στο πάρκινγκ, όπου άφηναν τα Lada τους βγαλμένα σαν από το κουτί. Στους πιο κάτω ορόφους έμεναν εργάτες του μεγάλου ΚΟΜπινάτ μεταλλουργίας, μέτοικοι από την επαρχία ή απλά άνθρωποι οι οποίοι δεν είχαν κανέναν να τους βοηθήσει να πάνε σε κάποιο πιο χαριτωμένο σημείο στο κέντρο ή στα νότια προάστια, όπου οι δρόμοι είχαν ονομασίες λουλουδιών, προοδευτικών ποιητών ή πεσόντων στη μάχη παρτιζάνων, και όχι απλά νούμερα γραμμένα με μαύρη λαδομπογιά στον τραχύ σοβά, όπως της δικής μας πολυκατοικίας №31!!!

Οι γείτονες στον όροφό μας ήταν διαφορετικοί απ’ όλους τους άλλους στην πολυκατοικία.
Το να έχουμε στη διπλανή μας πόρτα μια οικογένεια μουσικών ήταν για μας ασυνήθιστο, μας έκανε μάλιστα να νιώθουμε και σύγχυση. Αισθανόμουν διαφορετική απ’ αυτούς κι αυτό μου έφερνε αμηχανία. Ήμασταν πέντε στο διαμέρισμά μας, κι είχα συνηθίσει με τη φασαρία των παιδιών, με τα ηχηρά ρεψίματα του Κόστα, -που έκαναν τα μεγαλύτερα να γελούν, ενώ στη μικρή προκαλούσαν τα κλάματα, - με τη μυρωδιά τσιγαρισμένου κρεμμυδιού, χωρίς της οποία ο Κόστα δεν μπορούσε να ζήσει. Από το δικό τους διαμέρισμα δεν έφταναν μυρωδιές, μέχρι τις σκάλες ακούγονταν νότες από πιάνο, ήχος βιολιού ή απλά ησυχία... Στο σπίτι μας είχε βαβούρα, λες και ήταν καπηλειό, ενώ στο σπίτι τους, όταν δεν έπαιζαν μουσική, επικρατούσε ησυχία σαν σε αναγνωστήριο. Μόνο που ούτε εκείνοι σύχναζαν σε καπηλειά, ούτε εμείς διαβάζαμε βιβλία, έτσι ώστε δεν υπήρχε άλλος τρόπος να διασταυρωθούμε παρά στις σκάλες ή στο ασανσέρ.
Ο γάμος μου με τον Κόστα απογοήτευσε σφόδρα τη μητέρα μου, η οποία ήταν εκλεπτυσμένη κυρία. Μαζί με άλλη μια διαζευγμένη φιλενάδα της με είχαν πάει μερικές φορές σε συναυλίες συμφωνικής μουσικής ή χορωδίας για να δώσουν σωστή κατεύθυνση στη διαπαιδαγώγησή μου. Αυτή, δηλαδή η αγωγή μου, απέτυχε οριστικά στα μάτια τους, αφού με είδαν να πετάω χάρτινα μπαλάκια στον ομιλητή σε μία ποιητική ανάγνωση και αφού με πήρε ύπνος βαθύς στην παράσταση της όπερας «Ντάμα Πίκα».
Δεν υπήρχε τρόπος να εξηγήσω στη μητέρα μου πως τα μέρη όπου με πήγαινε ο Κόστα, τουλάχιστον στην αρχή, είχαν για μένα πιο πολύ ενδιαφέρον από τις συναυλίες και τις αναγνώσεις της, ενώ η «Ντάμα Πίκα» στάθηκε η αιτία να μισήσω την όπερα για όλο το υπόλοιπο της ζωής μου, επειδή η τετράωρη διάρκειά της αποδείχθηκε η πιο πολύωρη πολιτιστικο-εκπαιδευτική δοκιμασία στην οποία με είχαν υποβάλει ποτέ. Επειδή ο Κόστα έπαιζε χόκεϊ - ήταν τερματοφύλακας της ομάδας του - τα εν λόγω μέρη ήταν κυρίως αγώνες χόκεϊ και προπονήσεις, που προηγούνταν, συνοδεύονταν ή ακολουθούνταν από επισκέψεις σε μπαρ και κέντρα διασκέδασης, καθώς και στο δικό του, παραχωρημένο από την αθλητική του λέσχη, διαμέρισμα, όπου κύριο, και για τους δύο μας, ενδιαφέρον παρουσίαζε το κρεβάτι του. Σ’ αυτό έμεινα έγκυος, πριν ακόμη τελειώσω την τελευταία τάξη του γυμνασίου, κι έτσι δεν είχε πολλές επιλογές: αναγκάστηκα, αντί να καθίσω στο αμφιθέατρο του πανεπιστημίου όπου η μητέρα μου ονειρευόταν να με δει, να επιλέξω το καροτσάκι των μωρών, το οποίο έσπρωχνα επί επτά ολόκληρα χρόνια, καθώς οι εγκυμοσύνες μου ακολουθούσαν η μία την άλλη με τον ρυθμό των σεζόν του χόκεϊ.
Τα πράγματα ήρθαν έτσι που, όταν ο Κόστα σταμάτησε να παίζει χόκεϊ, κι εγώ έπαψα να μένω έγκυος. Στην αρχή ο άνδρας μου προσπάθησε να γεμίσει το κενό αυτού του σπορ πολυτελείας με αλκοόλ, όμως δεν ήταν πια σε θέση να το πληρώνει με συνάλλαγμα, το οποίο στο παρελθόν έρεε άφθονο από τους αγώνες στο εξωτερικό. Όμως ο Κόστα βρήκε τη λύση σ’ αυτό το πρόβλημα. Άρτι εμφανισθέντες φίλοι, για τους οποίους είχα βάσιμες υποψίες ότι σχετίζονταν με τη μιλίτσια1, του έφερναν στο σπίτι ολόκληρες κούτες με ακριβά ποτά, τα οποία γρήγορα έγιναν η σχεδόν αποκλειστική του ενασχόληση. Μεθούσε γρήγορα και περιέπιπτε σε ελεεινές καταστάσεις που απωθούσαν ακόμη και τα παιδιά ή Μεθούσε γρήγορα φθάνοντας σε ελεεινή κατάσταση που απωθούσε ακόμη και τα παιδιά. Με ποιό τρόπο ανταπέδιδε αυτήn την αφθονία οινοπνευματωδών ποτών και τα μάτσα χαρτονομισμάτων που διέθετε, ήταν ένα θέμα που προτιμούσα να μην πολυσκέφτομαι. Ύστερα από περίπου μισό χρόνο που ο Κόστα πέρασε σε λήθαργο αλκοολικής μέθης, αποφάσισα να βρω μια δουλειά, παρόλο που τα λεφτά δεν έλλειπαν από το σπίτι. Απλά αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να βρίσκομαι μακριά από τον Κόστα, έστω λίγες ώρες την ημέρα. Έπιασα δουλειά ως τηλεφωνήτρια στο ταχυδρομείο. Επέλεξα αυτή την απασχόληση, επειδή ήταν με βάρδιες που μου έδιναν μια σχετική ελευθερία και επειδή μου άρεσε να μιλάω με διάφορους ανθρώπους, κάτι το οποίο απέφευγα να κάνω με τον Κόστα λόγω των αδιάκοπων παραπόνων του ή των χυδαίων αστείων που μου έκανε και που ο ίδιος περνούσε για φιλοφρονήσεις ή για εκλεπτυσμένο χιούμορ.

Σπάνια βλέπαμε τους γείτονές μας, όμως η ζωή τους ερέθιζε την περιέργειά μου, και προφανώς όχι μόνο τη δική μου.
-Δεν πηδιούνται αυτοί οι άνθρωποι; εξέφρασε την απορία του μια μέρα ο Κόστα με τον χαρακτηριστικό του λεπτό τρόπο.
-Γιατί;, ρώτησα μόνο και μόνο για να απαντήσω κάτι.
-Μα, ποτέ δεν ακούω τα κρεβάτια τους να τρίζουν, ούτε τα στρώματά τους να βογκούν.
Πράγματι, ένας μόνο τοίχος χώριζε την κρεβατοκάμαρά τους από τη δική μας. Κατασκευασμένος σύμφωνα με τα στάνταρ των σοσιαλιστικών προκάτ και έχοντας την ιδιότητα όχι μόνο να τον διαπερνούν οι ήχοι, αλλά και μερικές πιο επίμονες μυρωδιές, ο τοίχος αυτός θα έπρεπε που και που να μας παραχωρεί τις πληροφορίες που επιθυμούσε να πάρει ο Κόστα.
-Η γειτόνισσα είναι νοστιμούλα, συνέχισε τους συλλογισμούς του ο Κόστα.
Του έριξα μια γεμάτη υποψία ματιά. Ήξερα τον άντρα μου, θεωρούσε ανδρική του υποχρέωση, αν όχι να «πηδήξει» την κάθε γκόμενα που του πρόσφερε την κατάλληλη γι’ αυτό ευκαιρία, έστω να τη λιμπιστεί, και μάλιστα φωναχτά, ίσως για να επιβεβαιώσει τις φθίνουσες ορμές του. Δεν είχα κανένα λόγο όμως να ζηλεύω τον άνδρα μου εξαιτίας της γειτόνισσας. Ήταν ένα φινετσάτο λυγερό πλάσμα, που άφηνε πίσω της στις σκάλες ή στο ασανσέρ τη λεπτή μυρωδιά ενός ανεπαίσθητου αρώματος λουλουδιών, κι απορούσα τι άραγε να έτρωγε, αφού οι προκάτ τοίχοι που μας χώριζαν ποτέ δεν επέτρεπαν να περάσει η μυρωδιά μαγειρεμένου φαγητού που πλανιόταν παντού στην πολυκατοικία. Δεν πίστευα ότι κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες θα καταδεχόταν να κοιτάξει τον δικό μου τον Κόστα που, παρά τη δόξα του πρώην χοκεϊστα, ήταν ήδη πρησμένος και περπατούσε με τα πόδια λίγο ανοιγμένα, λες και κάτι τον εμπόδιζε μέσα στο παντελόνι.

-Μαμά, σήμερα έπαιξα πιάνο! – καυχήθηκε μια μέρα η κόρη μου η Ίβα. – Η Νίνα με προσκάλεσε σπίτι τους και μου έδειξε πως να κινήσω τα χέρια μου στα άσπρα και μαύρα πλήκτρα.
Έτσι έμαθα το όνομά της.
-Και τί άλλο σε έμαθε η θεία Νίνα; – έδειξε περιέργεια ο Κόστα.
-Να μη την λέω «θεία», γιατί δεν ακούγεται κομψό.

Το πήρα απόφαση ότι ήρθε η σειρά μου και μερικές μέρες αργότερα, παραμονεύοντας τη στιγμή που από το διαμέρισμα των γειτόνων δεν ακουγόταν ούτε πιάνο ούτε βιολί, χτύπησα το κουδούνι τους. Πέρασαν μερικά λεπτά πριν μου ανοίξει ο άντρας της Νίνα. Είχε πάει σχεδόν μεσημέρι, όμως εκείνος εμφανίστηκε αναμαλλιασμένος, με τις πιτζάμες, με κοκκινισμένα από τον ύπνο μάτια. Το διαμέρισμά τους ήταν βυθισμένο μέσα στο σκοτάδι, επειδή όλες οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες. Με κοίταξε με κατάπληξη, χασμουρήθηκε και έσιαξε λίγο τις πιτζάμες του, περιμένοντας με ερωτηματικό βλέμμα. Κρατούσα ένα πιάτο με στρούντελ που είχα ετοιμάσει το πρωί (μια από τις αγαπημένες συνταγές της μητέρας μου) και του το έδωσα. Εκείνος ταλαντεύτηκε για μια στιγμή, πήρε το στρούντελ και σιάζοντας τα αναμαλλιασμένα από τον ύπνο μαλλιά του εξήγησε:
- Χθες βράδυ είχαμε ηχογράφηση, γύρισα στο σπίτι στις τέσσερις το πρωί. Ακόμη δεν χόρτασα ύπνο. Η Νίνα προφανώς έχει ήδη πάει στην πρόβα. Περάστε, μην στέκεστε στην πόρτα, θα φτιάξω καφέ.
Δεν περίμενα δεύτερη πρόσκληση, με έτρωγε η περιέργεια να δω πως ζούσαν οι παράξενοι γείτονές μου. Μπήκαμε στην κουζίνα. Το τραπέζι ήταν πορτοκαλί χρώματος, οι καρέκλες ήταν φτιαγμένες από διαφανές πλέξιγκλας. Μέχρι τότε ποτέ δεν είχα δει τέτοια πολυχρωμία σε μια απλή κουζίνα. Και τα ντουλάπια ήταν σε απαλή απόχρωση του πράσινου της χλόης, σαν παιδικά παιχνίδια. Ο χώρος είχε τις διαστάσεις της κουζίνας μου, όμως στη δική τους αισθάνθηκα σαν να ήμουν σε κήπο, φτιαγμένο από ανοιχτό πράσινο, πορτοκαλί και αίσθηση καθαριότητας, όπου μπορούσα να καθίσω ήρεμα σε κάποια από τις διάφανες καρέκλες, χωρίς να φοβάμαι ότι θα λεκιάσω τα ρούχα μου.
-Είναι πολύ όμορφο το σπίτι σας, – δεν μπόρεσα να μην παινέσω την πρωτότυπη διακόσμηση.
-Ε, μάλιστα, η Νίνα είναι μεγάλη εστέτ. Είναι σε θέση να κινήσει ουρανό και γη για να βρει κάτι, που άλλος δεν θα ήξερε πού να το ψάξει. Με λένε Βλάντι, εσάς;
-Εγώ είμαι η Τζένη – ποιός ξέρει γιατί το αμόλησα αυτό απαντώντας.
Στην πραγματικότητα το όνομά μου ήταν Γκένκα, «Τζένη» με έλεγε μόνο εκείνη η χωρισμένη φιλενάδα της μάνας μου, κάτι που έβρισκα ότι παραήταν προσποιητό.
Ο Βλάντι έφτιαξε καφέ σε μια κουβανέζικη καφετιέρα, ελκυστικό άρωμα γέμισε την κουζίνα, οι δύο μας πίναμε γουλιά-γουλιά το αρωματικό υγρό, προς μεγάλη μου χαρά εκείνος πήρε ένα κομματάκι του στρούντελ μου και μάλιστα σε ένδειξη ευχαρίστησης μουρμούρισε «Μμμμ». Η πιτζάμα του ήταν ξεκούμπωτη στο στήθος, μπορούσα να δω πόσο λείο, άτριχο και χωρίς λίπος ήταν το κορμί του. Όσο πηγαινοερχόταν στην κουζίνα, το μάτι μου πήρε μερικές ανυπάκουες τρίχες, οι οποίες ξεπρόβαλλαν από το ανοιγμένο παντελόνι της πιτζάμας του και αυτή η θέα μου προκάλεσε μια παράξενη συγκίνηση.
-Ε, Τζένη, πώς νιώθετε στην πολυκατοικία; Έχετε πολύ καιρό εδώ;
-Δεν είναι καθόλου άσχημα – απάντησα με υπερβολικό ενθουσιασμό για να κρύψω την ταραχή που μ’ έπιασε στη τη θέα της μισανοιγμένης πιτζάμας του. – Αρκεί τα παιδιά να μη μουτζουρώνουν τις σκάλες και το ασανσέρ να μη χαλάει μια φορά τη βδομάδα. Ο Κόστα, ο άνδρας μου – εξήγησα εγώ – λέει, ότι αυτή είναι μια από τις γειτονιές της Σόφιας με προοπτική.
-Προοπτική για ποιό πράγμα; – ρώτησε με ειρωνικό ύφος ο Βλάντι.
-Μα, για να ζήσει κανείς – απάντησα συγχυσμένη εγώ.
-Γιατί, μήπως είναι ζωή αυτή; – υπομειδίασε ο γείτονας. – Μη μου δίνετε σημασία, ακόμη έχω ξινίλα από χθες το βράδυ. Το στρούντελ σας είναι πεντανόστιμο. Θα ξαναβρεθούμε, έχω ήδη αργήσει – προσέθεσε εκείνος και ξαφνικά σηκώθηκε βιαστικά.
Οι πιτζάμες του άνοιξαν εντελώς και άθελά μου κάρφωσα τα μάτια μου στο λεπτό του κορμί, που η λεία του ασπράδα αποτελούσε πρόκληση για τη βυθισμένη στην αναισθησία σεξουαλικότητά μου, όντας βαριεστημένη από τα μεθυσμένα χάδια του Κόστα και αηδιασμένη από τη συνήθειά του να με μεταχειρίζεται στο κρεβάτι σαν να ήμουν πόρνη. Ο Βλάντι πρόσεξε το βλέμμα μου, κούμπωσε βιαστικά τα κουμπιά και σχεδόν μ’ έσπρωξε έξω στο πλατύσκαλο.

-Ξέρεις κάτι – είπα το ίδιο εκείνο βράδυ στον Κόστα – νομίζω ότι οι γείτονές μας από την άλλη μεριά του τοίχου πηδιούνται μια χαρά.
Ο Κόστα γούρλωσε τα μάτια.
-Τί έπαθες; Μήπως τους δοκίμασες;– γέλασε χοντροκομμένα, ενώ εγώ κακάρισα για να μη δίνω άλλες εξηγήσεις.

Την επόμενη βδομάδα είχαμε «Σάββατο του Λένιν»1. Για την πρωτοβουλία αυτή, ως συνήθως μας ειδοποίησε η θείτσα που έμενε στη μικρή πολυκατοικία απέναντι και εργαζόταν ως «θείτσα-παιδονόμος» στον κοντινό παιδικό σταθμό. Αν και ημιαγράμματη, σε γενικές γραμμές η θεία Πένκα ήταν καλή γυναίκα. Δεν ξεχνούσε τα γενέθλια των παιδιών και πάντα τους έκανε κάποιο δωράκι. Κυρίως βιβλιαράκια. Ίσως το γεγονός ότι η ίδια διάβαζε με δυσκολία την εξωθούσε να αγοράζει βιβλία για τους άλλους. Μάλιστα για τα τελευταία γενέθλια της Ίβα είχε προσπαθήσει να της γράψει ιδιόχειρη αφιέρωση, όμως οι περιορισμένες της γνώσεις τής γραμματικής είχαν καταλήξει στην κατασκευή της ακόλουθης παράξενης επιγραφής: «Χρονιά πολλά, να τα «εκατοσταρίσεις». Σχεδόν όπως στο Γουίνι το Αρκουδάκι!
Αυτή η αγαθή γυναικούλα, η κατ’ επάγγελμα «θείτσα», μεταμορφωνόταν σε άρπυια, όταν έπρεπε να οργανώσει κάποια δράση στη γειτονιά. Την είχαν εκλέξει υπεύθυνη για τα κοινά και τριγυρνούσε από πόρτα σε πόρτα με κάθε είδους καταλόγους για να μαζεύει τη συνδρομή για τον Ερυθρό Σταυρό, το Πατριωτικό Μέτωπο2 ή για να πουλήσει γραμματόσημα που ήταν υποχρεωτικό να τα αγοράσουμε υπέρ της ανέγερσης νέου μνημείου του σοσιαλισμού στην κορυφή Μπούζλουτζα1, υπέρ των Χιλιανών, Σομαλών, Κουβανών και άλλων συντρόφων ανά τον κόσμο, ακόμη και υπέρ του Πανεπιστημίου «Πατρίς Λουμούμπα», που το όνομά του το είχε γράψει η θεία Πένκα με τον παιδικό της γραφικό χαρακτήρα κατά τον εξής τρόπο: «Πετρίσλο Μούμπα» και ποιός ξέρει γιατί νόμιζε ότι ήταν ο αδελφός του Φιντέλ Κάστρο. Πάντα βρισκόταν κάποια αφορμή για να εμφανιστούν οι κατάλογοι αυτοί, που περιφέρονταν στους ορόφους, και, κατά τη γνώμη μου, είχαν μία μυστηριώδη επίδραση πάνω στη ζωή μας. Είχα την εντύπωση ότι το ευτελές ποσό της συνδρομής και οι υπογραφές μας στους καταλόγους μας εξαγόραζαν λίγη ηρεμία και ασφάλεια, που η θεία Πένκα μπορούσε να μας τις εξασφαλίσει με την ιδιότητά της του θεματοφύλακα του σοσιαλισμού και της τάξης στη γειτονιά.

-Δε θα υπογράψω! – άκουσα την ακλόνητη φωνή του νέου γνώριμού μου, του Βλάντι, που την ακολούθησαν οι αγανακτισμένες φωνές της θείτσας Πένκα. Το επικείμενο «Σάββατο του Λένιν» την είχε μεταμορφώσει σε αμείλικτη άρπυια της γειτονιάς.
Άνοιξα προσεκτικά την πόρτα και βγήκα στο πλατύσκαλο.
Η θεία Πένκα έσπρωχνε το στυλό στα χέρια του γείτονα, ενώ εκείνος την απέκρουε επαναλαμβάνοντας επίμονα.
-Δεν καταλάβατε κυρία μου, σας εξήγησα ήδη! Δε θα υπογράψω και δε θα λάβουμε μέρος ούτε εγώ ούτε η σύζυγός μου στο «Σάββατο του Λένιν» σας για καλλωπισμό της γειτονιάς. Εμείς είμαστε μουσικοί και βγάζουμε το ψωμί μας με τα χέρια μας αυτά. Αυτά είναι τα εργαλεία μας. Δεν είμαι σε θέση ούτε μου επιτρέπεται να κρατάω φτυάρι.
-Τον άκουσες πόσο προσβλητικά μου μίλησε; – απευθύνθηκε σε μένα η θεία Πένκα. – Με είπε «κυρία».
Είδα και απόειδα, όμως δεν τόλμησα να πάρω θέση στο διαπληκτισμό τους.
-Τα φτυάρια είναι για μας, ενώ τα βιολιά είναι για σας, έτσι;– έβαλε τις φωνές η θεία Πένκα, που καταλήφθηκε από απροσδόκητη ευγλωττία. –Δεν μπορεί να γίνει το αντίστροφο;
-Δεν μπορεί – της απάντησε ήρεμα ο Βλάντι.
-Και ποιός θα καθαρίζει τότε τους δρόμους, ποιός θα φυτεύει δεντράκια;
-Αυτό δεν με αφορά – αποκρίθηκε απότομα ο Βλάντι.
-Ε, σίγουρα θα βρεθεί κάποιος – προσπάθησα να επέμβω για να διακόψω τον ανόητο καυγά τους.
Καταλάβαινα το μουσικό-γείτονά μας, που δεν ήθελε να τραυματίσει τα χέρια του. Γιατί δεν το εξηγούσε στη θεία Πένκα; Ίσως και εκείνη να το καταλάβαινε! Ξαφνικά μου πέρασε από το μυαλό ότι εκείνος δεν διαπληκτιζόταν με την ίδια, αλλά με ολόκληρο το σύστημα που τον εξανάγκαζε να κάνει κάτι για το οποίο δεν είχε καμία όρεξη, ίσως να το θεωρούσε ακόμη και χαζό.
–Ορίστε, όλοι εμείς θα συμμετέχουμε, και τα παιδιά θα βοηθήσουν. Όποιος μπορεί, θα δουλέψει, θεία Πένκα, μη βάζεις τους ανθρώπους να το κάνουν με το ζόρι – προσπάθησα να διακόψω τη διαμάχη τους.
-Υπογράψτε εδώ – δεν κατέθετε τα όπλα η θεία Πένκα και ξανάδινε στον Βλάντι το στυλό και τον κατάλογο.
Εκείνος την έκανε πέρα, όμως τα μάτια του συνάντησαν το παρακλητικό μου βλέμμα, ανασήκωσε συμβιβαστικά τους ώμους του και έβαλε την υπογραφή του στο χαρτί, προσθέτοντας:
-Αυτό δεν αλλάζει τίποτα!
-Να έρθετε όλοι το Σάββατο, ακριβώς στις εννιά – διέταξε αυστηρά αντί να μας αποχαιρετήσει η θεία Πένκα, γυρίζοντας προς τον Βλάντι. –Κι εσείς επίσης! Δεν θα πάθει τίποτα το βιολί για ένα πρωί.
-Σας είπα ότι δε θά ’ρθω! – την έκοψε ο Βλάντι βροντώντας την πόρτα μπροστά από τη μύτη της.
- Αυτό θα το δούμε! – είπε απειλητικά εκείνη, κατεβαίνοντας με ορμή τη σκάλα.

Ως συνήθως, το «Σάββατο του Λένιν» πέρασε με πολλή φασαρία και ελάχιστο αποτέλεσμα. Η θεία Πένκα μας μοίρασε μερικά στραβωμένα φτυάρια, από κάπου βρέθηκε κι ένα τρίκυκλο καροτσάκι, οι άνδρες έκαναν πηγαδάκια και κυρίως κάπνιζαν τσιγάρα, ενώ για τα μάτια του κόσμου εμείς οι γυναίκες σκουπίσαμε μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας. Στις εννέα το πρωί ο Βλάντι βγήκε με το βιολί του στον δρόμο, πέρασε από δίπλα μας, μας χαιρέτισε ευγενικά κι έβαλε πλώρη για κάπου. Η θεία Πένκα κοκκίνισε από τον θυμό της, όμως δεν είπε τίποτα. Σουλατσάραμε μέχρι το μεσημέρι, ύστερα οι άνδρες ήπιαν από μια μπίρα κι ύστερα όλοι σκορπίστηκαν κι ο καθένας πήρε των ομματιών του. Ο ολάνθιστος κήπος, που στο όνομά του η γειτόνισσά μας γύριζε από σπίτι σε σπίτι για υπογραφές, δεν έγινε ούτε αυτήν τη φορά πραγματικότητα και αναβλήθηκε για το επόμενο Σάββατο, αφιερωμένο στον ηγέτη της Επανάστασης, μεταξύ του οποίου και της καθαριότητας της γειτονιάς, σύμφωνα με τα όσα ειλικρινά πίστευε η θεία Πένκα, υπήρχε κάποια μυστική αλληλεξάρτηση. Έτσι οι χώροι ανάμεσα στις πολυκατοικίες παρέμειναν απλά ένα σύνορο, σπαρμένο με άδεια πλαστικά μπουκάλια και μπουκάλια μπίρας, όπου τριγύριζαν μόνο αδέσποτα σκυλιά. Αυτά συνέβησαν στις αρχές Οκτωβρίου.

Δύο μήνες αργότερα χτύπησε το κουδούνι στην πόρτα μας και ένας άνδρας με στρατιωτική στολή συστήθηκε ως απεσταλμένος της Υπηρεσίας Στρατού.
-Δεν είναι κανείς απέναντι στους Ντραγκοστίνοβ; – με ρώτησε. – Έρχομαι για τρίτη φορά και κανείς δεν μου ανοίγει.
Ανασήκωσα τους ώμους απορημένη.
-Του φέρνω το προσκλητήριό του να πάει έφεδρος, δύο φορές έχω έρθει να του το αφήσω. Θα το παραλάβετε εσείς να του το δώσετε;
Με μια μηχανική κίνηση παρέλαβα το κιτρινωπό χαρτί κι έβαλα την υπογραφή μου σε ένα τετράδιο. Σύμφωνα με το προσκλητήριο, ο Βλάντι έπρεπε να παρουσιαστεί στις εφτά το πρωί την επόμενη Τρίτη, στον προαύλιο χώρο της Υπηρεσίας Στρατού, για να εκπαδευτεί ως έφεδρος σαράντα πέντε ημέρες.
Δεν ήμουν από τη φύση μου καχύποπτη, όμως διέβλεψα μία αόρατη σχέση ανάμεσα στην ανυποταξία του βιολονίστα γείτονά μου εκείνο το Σάββατο και στη διαταγή αυτή, που θα τον έστελνε στα μέσα Δεκεμβρίου κάπου για στρατιωτικές μανούβρες.
Όταν ακόμη έπαιζε χόκεϊ, ο Κόστα δεν κλήθηκε ούτε μια φορά για εκπαίδευση ως έφεδρος: αθλητές, ηθοποιοί, μουσικοί και άλλοι, με πιο ειδικά επαγγέλματα, απαλλάσσονταν συνήθως από το μέτρο αυτό, που εφαρμοζόταν πιο πολύ ως τιμωρία όπως κατά κανόνα ο κάθε εξαναγκασμός τήρησης νόμων και κανόνων. Ο ισχύων νόμος για τη στρατιωτική θητεία δεν ίσχυε για τους πιο πονηρούς και τους προνομιούχους, όπως δεν τους έπιαναν και τα πρόστιμα για υπερβολική ταχύτητα και για τη χρήση αλκοόλ στην οδήγηση ή οι δρακόντειοι περιορισμοί για την αγορά κατοικίας, Ι.Χ. ή για εκδρομές στο εξωτερικό. Οι σχέσεις που είχε δημιουργήσει εδώ και καιρό ο Κόστα στην Υπηρεσία Στρατού του είχαν εξασφαλίσει την ησυχία του. Μου είχε πει ότι, έναντι ενός μπουκαλιού εισαγόμενου ουίσκι, είχε κανονίσει να καταχωνιάσουν κάπου το στρατιωτικό του βιβλιάριο, σε σημείο τέτοιο, όπου δεν θα το εύρισκαν οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Εφέδρων.

-Καλούν τον γείτονα να πάει έφεδρος – ανήγγειλα λακωνικά στον Κόστα την ίδια κιόλας μέρα, δείχνοντάς του την επιστολή από την Υπηρεσία Στρατού.
Ο Κόστα γέλασε χοντροκομμένα και, μου φάνηκε, με μια κάποια κακεντρέχεια.
- Τους μουσικούς σπάνια τους καλούν, πρέπει να έχει κάνει κάποιο στραβοπάτημα – επισήμανε εκείνος.
-Δεν μπορείς να τον βοηθήσεις να ξεγαντζωθεί; Χειμώνας είναι, μου φαίνεται αρρωστιάρης. Εσύ έχεις μέσον στους στρατιωτικούς.
Ο Κόστα ανατρίχιασε.
-Για κοίτα! Πολύ πονόψυχη έγινες. Τί σε νοιάζει εσένα; Μήπως τρέχει κάτι μεταξύ σας;
Ήξερα την προστυχιά του Κόστα και δεν ήθελα να τον προκαλώ.
-Όχι, τίποτα. Απλά μου πέρασε από το μυαλό, μιας κι είναι γείτονές μας.
-Μήπως σου περνάει κάτι και από ’δώ;
Άπλωσε το χέρι του, με τράβηξε βάναυσα κοντά του και τό ’χωσε κάτω από τη φούστα μου.
-Σαν να έχεις υγρανθεί, μήπως πήγες κάπου;
-Κόφ’ το, δεν αντέχω τις βλακείες σου – έδειξα τα δόντια μου και εγώ.
Ο Κόστα ήδη με ψηλαφούσε, τα παιδιά ήταν στο σχολείο, κι έτσι δεν είχα πολλά περιθώρια διαφυγής. Έσφιξα τα δόντια και τον ανέχθηκα κι αυτή τη φορά. Τουλάχιστον μετά απ’ αυτό ηρεμούσε και μ’ άφηνε στην ησυχία μου για κάποιο διάστημα.

Ο Βλάντι έφυγε «έφεδρος» μια βδομάδα αργότερα. Το βράδυ, πριν βγει από την πολυκατοικία νωρίς στις έξι, για πρώτη φορά ο λεπτός προκάτ τοίχος που μας χώριζε διαπεράστηκε όχι μόνο από το ταραχώδες τρίξιμο του κρεβατιού στην κρεβατοκάμαρα τους, αλλά και από τις οργισμένες φωνές του, καθώς και από το κλάμα της Νίνας. Ο Βλάντι έβριζε με δυνατή φωνή, μέσα από τον τοίχο που μας χώριζε έφταναν λέξεις και εκφράσεις, που προτιμούσα να τις ξεχάσω την ίδια κιόλας στιγμή και έφριττα με τη σκέψη ότι εκτός από μένα θα μπορούσε να τις ακούσει και κάποιος άλλος από τους γείτονες. Αποκαλούσε αλυσιδωτά το κράτος «σάπιο», τους κυβερνώντες «ηλίθιους», τους γείτονες «χαφιέδες και μπάτσους» και υποσχόταν στην κλαίουσα Νίνα, ότι ποτέ, ποτέ, μα ποτέ (δεν θυμάμαι πόσες φορές επανέλαβε τη λέξη αυτή) δε θα συμβιβαστεί μ’ όλα αυτά. Αντίθετα από μένα, ο Κόστα προσποιόταν ότι δεν άκουγε τίποτα, αν και λίγο πιο πριν είχε στήσει αυτί να ακούσει αν έτριζε το κρεβάτι τους. Πήγε στο καθιστικό, άνοιξε την τηλεόραση στη διαπασών κι έβαλε, ως συνήθως, ένα διπλό ουίσκι από τη νέα κούτα, που του είχαν φέρει πρόσφατα στο σπίτι με το άσπρο Lada με υπηρεσιακές πινακίδες.
Επειδή υποψιαζόμουν τη θεία Πένκα γι’ αυτήν την εφεδρική υπηρεσία-τιμωρία που έκαψε τους γείτονές μου, την επομένη, μόλις την είδα, πέρασα στο απέναντι πεζοδρόμιο και χάρηκα ότι εκείνη δοκίμασε μία δυσάρεστη έκπληξη με την επίδειξή μου αυτή.

Ήταν στα μέσα Δεκεμβρίου, πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, από καιρό σε καιρό περνούσα από τη γειτόνισσα Νίνα, εκείνη με καλούσε να καθίσω στις διάφανες καρέκλες στο απαλό πράσινο της κουζίνας της, πίναμε καφέ στο πορτοκαλί τραπέζι, όμως τα χαρούμενα χρώματα δεν μπορούσαν να κρύψουν τη θλίψη και την ανησυχία της.
Δύο φορές πήγε επισκεπτήριο – είχαν στείλει τον άνδρα της αρκετά μακριά - και γύριζε θλιμμένη και με κοκκινισμένα από το κλάμα μάτια.
-Δεν πρέπει να λιώνεις έτσι – της είπα μια μέρα. – Ο καιρός περνάει, ο άντρας σου θα γυρίσει σύντομα στο σπίτι, θα δεις ότι όλα θα είναι περασμένα-ξεχασμένα. Μόνο νά ’ναι καλά στην υγεία του, τα άλλα δεν έχουν σημασία. Σας ζηλεύω πολύ που είσαστε τόσο δεμένοι.
Ήμουν απόλυτα ειλικρινής, εκείνη με κοίταξε κατάπληκτη και εγώ εξηγήθηκα:
-Ξέρεις πόσες γυναίκες θα ήταν ευχαριστημένες να απαλλάσσονταν για κάποιο διάστημα από τους άντρες τους;
Η Νίνα μου έριξε μία ερωτηματική ματιά κι εγώ της τα εξομολογήθηκα όλα:
-Μάλιστα, γιατί δεν έπαιρναν τον Κόστα έφεδρο, παραδείγματος χάριν; Και μία ανάσα θα έπαιρνα απ΄ αυτόν και θα έκοβε για λίγο το ποτό. Δε θα πάθαινε τίποτα δα, καμιά φορά και οι άντρες προτιμούν την αντρική παρέα.
-Ο Βλάντι μισεί το στρατιωτικό τρόπο ζωής, τη βία, τον εξαναγκασμό. Γι’ αυτό το πήρε τόσο βαριά.
-Το ξέρω – της απάντησα.
Η Νίνα με κοίταξε απορημένη.
-Σας άκουσα το τελευταίο βράδυ πριν φύγει ο Βλάντι. Οι προκάτ τοίχοι είναι λεπτοί κι όλα ακούγονται. Πρέπει να προσέχετε πολύ τι λέτε.
Εκείνη έμεινε άγαλμα στη θέση της και ρώτησε:
-Δεν θα μας καρφώσεις, σε παρακαλώ;
Διέκρινα φόβο και απόγνωση στα μάτια της.
-Όχι για χάρη μου, για χάρη του Βλάντι. Αν τον κλείσουν στη φυλακή, δεν θα αντέξει.
Σώπασα και προσπάθησα να θυμηθώ όσα άκουσα. Να τον κλείσουν μάλιστα φυλακή, επειδή είχε πει το κράτος «σάπιο» και τους κυβερνώντες «ηλίθιους» μου φαινόταν σκέτη υπερβολή. Παρόμοιες κουβέντες άκουγες εκείνη την εποχή από όλες τις πλευρές, αλλά η μιλίτσια τις λάμβανε υπόψη μόνο αν είχε ήδη βάλει κάποιον στο στόχαστρο, ειδάλλως έπρεπε να κλείσουν στη φυλακή τον μισό πληθυσμό.
-Δεν ξέρω τι σκέφτεστε να κάνετε,– είπα στην τύχη – πάντως πραγματικά πρέπει να προσέχετε πολύ.
-Σε παρακαλώ, Τζένη, μην το πεις σε κανέναν. Ο Βλάντι τά ’χει σκεφθεί όλα. Αφού τα άκουσες ήδη, τί να σου το κρύψω; Θα φύγουμε από ’δώ. Θα την κοπανήσουμε. Όπως κατάλαβες, εκείνος φεύγει σε δύο μήνες για περιοδεία με την ορχήστρα και θα μείνει με φίλους μας. Εγώ έκανα αίτηση στο ίδιο διάστημα να πάω εκδρομή στην Ουγγαρία. Έτσι θα φτάσω στο Βελιγράδι και εκεί θα με περιμένουν. Μόνο μην το πεις σε κανέναν ότι άκουσες γι’ αυτά.
Έμεινα άναυδη, δεν ήξερα τι να πω. Δεν είχα ακούσει τίποτα απ’ όσα μου έλεγε τώρα. Δεν είχα καταλάβει τίποτα. Λόγω του Κόστα και της τηλεόρασής του είχα χάσει την ουσία. Αυτά μόνο έλειπαν!
Το ίδιο βράδυ ρώτησα τον Κόστα αν θυμόταν τί είχαμε ακούσει μέσα από τον τοίχο, όμως εκείνος είτε νόμιζε ότι τον απασχολούσα με γυναικείο κουτσομπολιό είτε έκανε την πάπια. Εγώ επίσης προσπαθούσα να ξεχάσω όσα άκουσα, όμως μιας και το μοιράστηκε μαζί μου, το μυστικό της Νίνας έγινε κοινό και δεν μπορούσα πλέον να απαλλαγώ απ’αυτό.

-Θα χρειαστώ συνάλλαγμα – μου είπε σε μερικές μέρες η Νίνα, ενώ πίναμε και πάλι τον καφέ μας στο πορτοκαλί της τραπέζι.
Η γειτόνισσά μου είχε εμφανώς αλλάξει τις τελευταίες βδομάδες που πέρασαν. Κάτω από τα μάτια της είχαν σχηματιστεί μαύροι κύκλοι σαν να έπασχε από χρόνια αϋπνία, είχε αδυνατίσει και η φούστα της έπεφτε από τη μέση της γύρω από τους αδύνατους γοφούς της.
-Τουλάχιστον καμιά τρακοσαριά δολάρια δεν θα μπορούσες να μου βρεις κάπου;
-Είναι επικίνδυνο. Και πώς θα τα βγάλεις; Αν τα βρουν πάνω σου, μπορούν και να σε κλείσουν φυλακή.
-Μην ανησυχείς, θα βρω τον τρόπο εγώ, εσύ μόνο βοήθησέ με να τα αγοράσω. Έχω μερικά κοσμήματα από τη μητέρα μου, θα πληρώσω μ’ αυτά το συνάλλαγμα.
Η Νίνα πήγε στο διπλανό δωμάτιο, έψαξε στην γκαρνταρόμπα και έφερε μια σκούρα μπλε ξεφτισμένη βελούδινη σακουλίτσα. Έβγαλε τα περιεχόμενά της πάνω στο πορτοκαλί τραπέζι. Ένα χρυσό δαχτυλίδι με μεγάλο διαμάντι κύλησε προς εμένα, το πήρα στα χέρια μου και άρχισα να το περιεργάζομαι.
-Αυτό έχει μείνει από τη γιαγιά μου, ο παππούς της το χάρισε όταν αρραβωνιάστηκαν. Είναι βιεννέζικο. Και αυτό το βραχιόλι ήταν δώρο στη μαμά μου από την πεθερά της: σμαράγδι με διαμάντια. Το ίδιο κι αυτά τα σκουλαρίκια. Τί νομίζεις, πόσα άραγε θα μπορέσω να πάρω για όλα αυτά;
-Ιδέα δεν έχω! Θες να ρωτήσω τον Κόστα; Έχουν γυρίσει με την ομάδα του χόκεϊ όλη τη Δύση, κάτι θα ξέρει για τα πράγματα αυτά.
Η Νίνα δεν μου απάντησε, έβαλε τα κοσμήματα πίσω στη σακουλίτσα και την έχωσε στα χέριά μου.
-Πάρ’ τα και ρώτα όποιον θες. Θα χρειαστώ τριακόσια δολάρια.
Πρέπει να ομολογήσω ότι όλη η υπόθεση δεν μου πολυάρεσε ήδη από τότε. Πήρα τη σακουλίτσα με φόβο, λες κι η Νίνα είχε βάλει μέσα το ίδιο της το κεφάλι. Ακόμη δεν ήξερα ότι το κεφάλι ήταν το δικό μου.

Το βράδυ περίμενα να πάνε για ύπνο τα παιδιά, έβαλα στον Κόστα διπλή δόση ουίσκι και μάλιστα τον γλυκόπιασα – του τρίφτηκα -, διακινδυνεύοντας να με τραβήξει στην κρεβατοκάμαρα. Εκείνος μόνο ψηλάφησε τα κωλομέρια μου και ξανασήκωσε το ποτήρι, ενώ κοιτούσε, με τα μάτια καρφωμένα στην τηλεόραση, μαγνητοσκοπημένα κομμάτια της τελευταίας έκδοσης του «Χρυσού Ορφέα»1.
-Η Ιορντάνκα είναι πολύ βυζού2 – αποφάνθηκε αρμόδια. – Λένε ότι πηδιόταν με τον Φιντέλ Κάστρο.
-Άσε τις βλακείες, άκου τι ωραία που τραγουδάει η γυναίκα.
-Δε βλέπεις πως έχει βάλει στο στόμα της το μικρόφωνο, λες κι είναι... Και ’σύ αν το πιάσεις στο στόμα σου έτσι, και ’σύ θα τραγουδήσεις...
Τον σιχαινόμουν.
Έβγαλα τη βελούδινη σακουλίτσα και είπα:
-Θέλω να σου δείξω κάτι.
Άδειασα το περιεχόμενό της πάνω στο τραπέζι.
Ο Κόστα γούρλωσε τα μάτια:
-Πού τα βρήκες αυτά;
-Η Νίνα μου τά ’δωσε, από τη μητέρα της είναι. Θέλει να τα πουλήσει. Να πάρει δολάρια.
-Μα, αυτοί δεν είναι φτωχοί, τί τα θέλει τα δολάρια; Έχεις καμιά ιδέα πόσο στοιχίζουν αυτά;
-Δεν έχω – απάντησα με κάθε ειλικρίνεια.
-Το λιγότερο πέντε-έξι χιλιάδες, πάνω-κάτω όσο στοιχίζει μισό διαμέρισμα. Τά ’χει δηλώσει; Αν δεν τά ’χει δηλώσει, με το νόμο για απόκρυψη πολύτιμων αντικειμένων και χρυσού μπορούν να την κλείσουν ακόμη και στη στενή.
-Έλα τώρα, κόψε τις βλακείες. Έχει ανάγκη από χρήματα η γυναίκα, θέλει γι’ αυτά τριακόσια δολάρια.
-Τριακόσια δολάρια;
Ο Κόστα ξεμέθυσε.
-Πρέπει να τραβάνε πολύ ζόρι αυτοί οι άνθρωποι. Για πες μου εσύ γυναίκα, τί ξέρεις γι’ αυτή την ιστορία για να μη βρούμε τον μπελά μας.
-Κόστα, σε παρακαλώ, άφησέ με – έβαλα τις φωνές εγώ, προσπαθώντας να ξεγλιστρήσω από τη λαβή των σιδερένιων μπράτσων του.
-Λέγε, αλλιώς τώρα θα πάρω τους δικούς μου και τα κοσμήματά σου θα πάνε ντουγρού στη μιλίτσια.
-Εντάξει, θα σου πω, όμως δε θα κάνεις καμιά ανοησία, υποσχέσου το.
Ο Κόστα με άφησε, πήγε στην γκαρνταρόμπα, έψαξε για πολλή ώρα μέσα και, τέλος, έβγαλε κάτι πράσινα χαρτονομίσματα και μου τα έδωσε.
-Πάρ’ τα τριακόσια δολάριά σου, για να δεις ότι είμαι ξηγημένος άνθρωπος, παίρνω αυτά εδώ τα σκουπίδια, όμως θέλω να ξέρω την αλήθεια.
Πήρα τα λεφτά, πήρα ανάσα και είπα:
-Έχουν αποφασίσει να κάνουν ένα ταξίδι οι άνθρωποι, τους χρειάζονται λίγα χρήματα.
-Να κάνουν ένα ταξίδι, λες. Πού θα ταξιδέψουν; Χμμ, καλά.
Μάζεψε τα κοσμήματα στη σακουλίτσα και την έκρυψε κάπου στην γκαρνταρόμπα.
Ήμουν τόσο ευχαριστημένη που όλα έγιναν σχετικά εύκολα, ώστε λίγο αργότερα έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά και υπέμεινα για πολλοστή φορά το μούγκρισμά του πάνω μου. Σκεφτόμουν τη χαρά που θα έδινα στη Νίνα. Αλλά φανταζόμουν επίσης και τον Βλάντι, που η ανάμνηση για το λεπτό λευκό κορμί του δε με εγκατέλειπε.

Ο Βλάντι γύρισε στο τέλος του Γενάρη και προς μεγάλη μου έκπληξη δεν έδειχνε βασανισμένος και πονεμένος, αλλά σκληραγωγημένος, ηλιοκαμένος και λίγο τραχύς, κάτι που όχι μόνο του πήγαινε, αλλά είχε και επίδρασή πάνω μου και πιο συγκεκριμένα στο σημείο εκείνο που γενικά ορίζεται με την έκφραση «λιώνουν τα σωθικά μου», η οποία χάριν ευπρέπειας χαρακτήριζε τις ιδιαίτερα ευαίσθητες ζώνες κάτω από τη μέση. Φαινόταν ήρεμος, σαν κάποιος που ξαναβρήκε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που τον απασχολούσαν και τώρα δεν του έμενε άλλο παρά να προβεί σε δράση. Η Νίνα κι εγώ ξέραμε ποιά ήταν η απάντηση και αυτό μας έκανε να ανησυχούμε. Της είχα δώσει τα τριακόσια δολάρια του Κόστα την επομένη κιόλας, τα πήρε χωρίς σχόλια, ούτε χάρηκε ούτε συγκινήθηκε, και κατάλαβα ότι αυτά ήταν ένα μέρος του φόρτου που θα κουβαλούσε και από τον οποίο ίσως κρυφά ήλπιζε να απαλλαγεί.
Αρχές του Μάρτη η ορχήστρα του Βλάντι έφυγε για την εν λόγω τουρνέ και μέσα από το λεπτό προκάτ τοίχο ψιλοάκουσα και πάλι τους ήχους των θυελλωδών ερωτικών τους περιπτύξεων και τα πνιγμένα αναφιλητά της γειτόνισσας.
-Αυτοί εδώ κάνουν πιο πολύ θόρυβο στο κρεβάτι, όταν αποχαιρετιούνται – παρατήρησε φιλοσοφικά ο Κόστα και ξαναπήγε να ανοίξει την ένταση της τηλεόρασης.
Εγώ άκουγα τα τριξίματα του κρεβατιού, μια αργά και ρυθμικά, μια δυνατά και γρήγορα, ανάλογα με τους ερωτικούς τους ρυθμούς, και η καρδιά μου βούλιαζε, λες και ο Βλάντι αποχωριζόταν εμένα. Περισσότερο από οποτεδήποτε ένιωθα εκείνο το «λιώνουν τα σωθικά μου» και, μάλιστα, με το ζόρι συγκρατιόμουν να μη δακρύσω. Δεν θα τους ξανάβλεπα πια, ούτε εκείνη ούτε εκείνον. Σε τρεις μέρες εκείνη έπρεπε να φύγει με τα τριακόσια δολάρια του Κόστα στην τσέπη ή όπου αλλού θα τα έκρυβε, για να ξαναβρεθούν κάπου στον κόσμο. Η καρδιά μου μάτωνε στη σκέψη αυτή, θα μου έλλειπαν, ιδιαίτερα εκείνος.

Τα παιδιά συνήθως πήγαιναν σχολείο στις εφτάμιση, τα ξυπνούσα μια ώρα νωρίτερα. Όπως πήγαινα να τα ξυπνήσω την επομένη, μετά την αναχώρηση του Βλάντι, άκουσα θόρυβο και ποδοβολητό στη σκάλα έξω και το κουδούνι των γειτόνων να χτυπά επίμονα. Κοίταξα μέσα από την κλειδαρότρυπα: στο πλατύσκαλο στέκονταν δύο ένστολοι και ένας με πολιτικά. Η πόρτα άνοιξε, η Νίνα βγήκε έξω, φαινόταν φοβισμένη και συγχυσμένη.
-Πρέπει να κάνουμε έρευνα. Ορίστε η εντολή. Έχουμε λάβει σήμα ότι κάνετε παράνομες συναλλαγές με συνάλλαγμα και ότι προτίθεστε να φύγετε παράνομα από τη χώρα.
Εκείνος με τα πολιτικά έσπρωξε τη σαστισμένη Νίνα πίσω, μέσα στο διαμέρισμα, και οι τρεις τους την ακολούθησαν.
-Τί χαζεύεις εκεί; Δεν έχεις καμιά δουλειά να κάνεις;– με τράβηξε βάναυσα στην άκρη ο Κόστα που είχε πλησιάσει κι αυτός.
-Μα ήρθαν να τη συλλάβουν.
-Και τί έγινε; Θα κοιμηθεί, όπως έστρωσε.
-Μα, Κόστα, από πού...;
Εκείνος με κοίταξε συνοφρυωμένος, μου γύρισε την πλάτη και μπήκε στο μπάνιο.

«Θεέ μου, καταραμένος νά ’ναι!» – σκέφτηκα εγώ με φρίκη. – «Αυτός θα την κάρφωσε.»
Δεν σκέφτηκα ούτε λεπτό, μόνο φαντάστηκα το πρόσωπο του Βλάντι, το γεμάτο επίπληξη βλέμμα του και τα λόγια, τα οποία πιθανόν θα μου έλεγε. Δεν θα ήταν τα πιο γλυκά που είχα ποτέ ακούσει από άντρα! Άνοιξα την πόρτα και πάτησα επίμονα το κουδούνι τους. Μου άνοιξε εκείνος με τα πολιτικά, με κοίταξε θυμωμένος, όμως πριν πει оτιδήποτε, μπούκαρα στο δωμάτιο και είπα στη Νίνα:
-Δώσε μου πίσω τα τριακόσια δολάρια που σου άφησα να μου τα φυλάς από τον Κόστα.
Εκείνη με κοιτούσε χωρίς να καταλαβαίνει. Αυτός με τα πολιτικά μούγκρισε με δυσπιστία, όμως εγώ συνέχισα.
-Τα λεφτά είναι πέρα για πέρα δικά μου, τί να το κρύψω τώρα. Τα είχα, δεν ήθελα να το ξέρει ο άνδρας μου. Να, τις προάλλες μου πήρε τα κοσμήματα που τα είχα αγοράσει σε συμφέρουσα τιμή. Θα τα παρέδιδε, λέει, στη μιλίτσια. Τρίχες, μ’ αυτά θα κάτσει να ασχοληθεί η μιλίτσια;
-Ποιά κοσμήματα; – ενδιαφέρθηκε αυτός με τα πολιτικά. – Το σήμα δε λέει τίποτα για κοσμήματα, μόνο σε παράνομη κατοχή συναλλάγματος αναφέρεται.
-Ε, μάλιστα, αυτές είναι οι βλακείες του Κόστα. Και το συνάλλαγμα και τα κοσμήματα είναι δικά μου.
-Για να τα δούμε αυτά τα κοσμήματα –ζωήρεψε πάλι αυτός με τα πολιτικά.
Δεν περίμενα να επιμείνουν κι άλλο, σχεδόν με το ζόρι τους τράβηξα στο σπίτι, ακόμη ακουγόταν πώς έτρεχε το νερό στο μπάνιο, άνοιξα την γκαρνταρόμπα, έψαχνα για πολύ ώρα τη βελούδινη σακουλίτσα, όμως δεν τη βρήκα. Εκείνος με τα πολιτικά περίμενε κάμποση ώρα, μετά είπε απότομα:
-Θα ’ρθείτε μαζί μας στο τμήμα.
Ο Κόστα βγήκε από το μπάνιο, τυλιγμένος στο μπουρνούζι, κοιτούσε κατσούφης τους ξένους άνδρες στο σπίτι, προσπάθησε να πει κάτι, όμως εγώ άρπαξα βιαστικά την τσάντα μου και βγήκα στις σκάλες. Η Νίνα περίμενε μπροστά στο ασανσέρ, είχε γίνει λευκή σαν πανί, προσπάθησε να με τραβήξει, αλλά εγώ την έσπρωξα και κατέβηκα μαζί με τους τρεις άνδρες.

Με καταδίκασαν σε ενάμιση χρόνο για παράνομες συναλλαγές με συνάλλαγμα και αντικείμενα αξίας, επειδή ομολόγησα ότι ασχολιόμουν από καιρό με τέτοια νταραβέρια. Πέρασα στη φυλακή οκτώ μήνες και, για νά είμαι ειλικρινής, δεν ήταν και τόσο τρομερό, όσο το φανταζόμουν. Η γλώσσα των γυναικών εκεί πήγαινε ροδάνι, μάλιστα παίζαμε χαρτιά τα βράδια, καμιά φορά και την ημέρα, καπνίζαμε που δεν ήταν στούκας τσιγάρα και το πιο σημαντικό, δεν έβλεπα σχεδόν καθόλου τον Κόστα. Στενοχωριόμουν μόνο για τα παιδιά, δεν ήθελα να μου τα φέρνει επισκεπτήριο, είχα ορκιστεί ότι δε θα με δουν με τη ριγωτή ρόμπα και το μαντήλι στο κεφάλι, λες και έπασχα από τυφοειδή πυρετό.

«Από τη φυλακή βγαίνει κανείς, από τον τάφο δε βγαίνει» – έλεγε εκείνη η συγκρατούμενή μου που είχε πάει στη Νέα Υόρκη με αποτέλεσμα να βρεθεί εκεί που βρέθηκα κι εγώ. Μόνο που στην περίπτωσή της τα δολάρια δεν ήταν τριακόσια, αλλά τρεις χιλιάδες, και δεν τα είχε βγάλει, αλλά είχε προσπαθήσει να τα περάσει από τα σύνορα μεσσα στη χώρα. Κάποια θεία της τής τα είχε δώσει, δίχως να υποψιάζεται πού θα μπορούσε να καταλήξει με αφορμή αυτό το πεσκέσι. Όταν με ειδοποίησαν ότι πια ήμουν ελεύθερη να φύγω, κλάψαμε κι οι δυο μας στον αποχαιρετισμό, κι οι άλλες τριγύρω μας επίσης σκούπιζαν τις μύτες τις. Οι γυναίκες μέσα στη φυλακή μου είχαν γίνει πιο οικείες από τους ανθρώπους έξω.

Το πρώτο που παρατήρησα μόλις γύρισα στο σπίτι ήταν ότι στην εξώπορτα των Ντραγκοστίνοβ απέναντι είχε αλλάξει η ταμπελίτσα. Ακόμη διακρίνονταν τα ίχνη από τις δύο βίδες της ταμπέλας με τα καλλιτεχνικά γραμμένα ονόματά τους.
-Ποιός μένει στο διπλανό διαμέρισμα; – ρώτησα τη μεγαλύτερη κόρη μου.
-Ένας από τη μιλίτσια μετακόμισε εκεί πριν από κανένα μήνα – μου απάντησε εκείνη.
-Και η Νίνα;
-Α, δεν είναι πια εδώ, έφυγε, ήδη τότε μετά το...
Πήρα ανάσα ανακουφισμένη. Τα είχε καταφέρει και χωρίς τα τριακόσια δολάρια να βρει τον Βλάντι της και αυτό με έκανε να χαρώ.

Σε μια βδομάδα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ένας αδύνατος μεσήλικας άνδρας που κρατούσε από το χέρι ένα κοριτσάκι στην ηλικία της μικρότερης κόρης μου.
-Ερχόμαστε για το πιάνο – ανήγγειλε χαμηλόφωνα εκείνος.
-Τί εννοείτε για το πιάνο; – ρώτησα εγώ με περιέργεια.
Εκείνος έβγαλε την εφημερίδα «Vecherni novini»1, που μια φορά την εβδομάδα δημοσίευε μικρές αγγελίες, και έδειξε με το δάχτυλό του.
-Να η αγγελία, πωλείται πιάνο. Για το κοριτσάκι είναι – πρόσθεσε και έδειξε τη μικρή, χλωμό παιδί με κύκλους κάτω από τα μεγάλα της μάτια.
-Ο άνθρωπος δεν είναι εδώ, αφήστε ένα τηλέφωνο και θα του πω να επικοινωνήσει μαζί σας.
Ο άντρας έψαχνε για πολύ ώρα στις τσέπες του, βρήκε στυλό κι έγραψε κάποιο νούμερο στην πίσω πλευρά ενός παλιού εισιτηρίου τραμ. Το τσαλάκωσα ενώ ακόμη εκείνοι κατέβαιναν με το ασανσέρ.
Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι, παρόλο που είχαν περάσει πολλά από το κεφάλι μου τον περασμένο χρόνο, κατά τον οποίο το να μπω και να βγω από τη φυλακή μου φάνηκε πολύ πιο επώδυνη εμπειρία από την παραμονή μου εκεί, η σκέψη ότι το πιάνο της Νίνας θα εγκατέλειπε την πολυκατοικία μου φάνηκε ανυπόφορη, σαν να επρόκειτο να μου αφαιρούσαν πολύτιμο προσωπικό αντικείμενο. Μάλιστα, για ένα λεπτό φαντάστηκα ότι δε θα ξαναγύριζα στον Κόστα, αν στο διπλανό τοίχο του διαμερίσματός μας δεν ακουμπούσε το πιάνο. Αυτό φυσικά δεν αλήθευε, στον Κόστα γύρισα για χάρη των παιδιών, ειδικά της μικρής Ίβα. Ποτέ μέχρι τότε, όμως, δεν είχα νιώσει δεμένη με ένα αντικείμενο, όπως αυτό είχε συμβεί στον Κόστα με το καινούργιό του Lada, η με τη μητέρα μου και την έγχρωμη τηλεόρασή της που την αγόρασε με μέσον. Αλλά το πιάνο της Νίνας με την όμορφη μαύρη βερνικωμένη επιφάνειά του που αντανακλούσε σαν καθρέφτης αντικείμενα κι ανθρώπους, με τις σπινθηροβόλες μουσικές φράσεις που σκόρπιζε στην πολυκατοικία, μέχρι ακόμη και στον δρόμο, με την ικανότητά του μία να είναι θλιβερό, μία χαρωπό, μία παιχνιδιάρικο και την άλλη στιγμή ειρωνικό, είχε γίνει για μένα κάτι το ζωντανό, το οποίο είχε καρδιά, ψυχή, πνοή. Δεν ήθελα να το χάσω, όπως έχασα τους γείτονές μου, γι’ αυτό αποφάσισα να το αγοράσω. Οποιαδήποτε κι αν ήταν η τιμή.
Όλη την ημέρα έστηνα αυτί κοντά στην εξώπορτα και μόλις άκουσα να γυρίζει το κλειδί στην κλειδαριά των γειτόνων, άνοιξα και με υπερβολική ευγένεια απευθύνθηκα προς τον άνδρα με στολή μιλιτσιονέρου, που είχε μετακομίσει δίπλα μας.
- Γειά σας, είμαι η Τζένη, θα περάσω σήμερα κιόλας να πάρω το πιάνο, η Νίνα το είχε υποσχεθεί στη μικρή μου κόρη. Εννοείται, ότι θα σας πληρώσω κάτι, όσα θέλετε, όμως το παιδί έχει αρχίσει μαθήματα πιάνου και θα πρέπει οπωσδήποτε νά ’χει μουσικό όργανο στο σπίτι.
-Δεν υπάρχει Νίνα πια, δεν υπάρχει διάολος, το διαμέρισμα μου το παραχώρησαν μαζί με τα έπιπλα. Το πιάνο μάλιστα δεν είναι ούτε έπιπλο, ούτε τίποτα, δεν έχει καμία χρήση, το πολύ δύο γλάστρες να βάλει κανείς πάνω στο καπάκι του, αλλά πιάνει πολύ χώρο. Διακόσια λέβα, έκοψε την κουβέντα εκείνος, κι εγώ έβαλα μπρος να τα μαζέψω.
Ήθελα να ολοκληρώσω την επιχείρηση όσο γινόταν πιο γρήγορα. Έτσι, μέχρι το μεσημέρι βρήκα δύο γύφτους με σκοινιά που κουβάλησαν το πιάνο από το διπλανό διαμέρισμα στο δικό μας. Μετακίνησα τα έπιπλα, βρήκα θέση για το πιάνο και εκείνο κάθισε στη γωνία, λες και βρισκόταν εκεί ανέκαθεν. Άνοιξα με προσοχή το καπάκι του και πέρασα τα δάχτυλά μου στα πλήκτρα. Ακούστηκαν κρυσταλλένιοι ήχοι σαν από ασημένια καμπανάκια που μου θύμισαν το σύντομο εκείνο διάστημα, όταν από το διαμέρισμα των γειτόνων μου ξεχύνονταν τρίλιες, μπραβούρες –μουσικές φράσεις και ρομαντικές καντιλένες βιολιού, που ο Βλάντι τις ερμήνευε με τόση αίσθηση. Άνοιξα το πάνω καπάκι, όπως είχα δει να κάνει η Νίνα, όταν ήθελε να ακούγεται πιο δυνατά το πιάνο. Πρόσεξα μια σακουλίτσα με ναφθαλίνη, κρεμασμένη σε μία από τις εγκάρσιες σανιδούλες. Την έβγαλα προσεκτικά και από κάτω φάνηκε άλλη μια σακουλίτσα, βελούδινη, σκούρου μπλε χρώματος. Την πήρα με τρεμάμενα χέρια, μέσα κουδούνιζε κάτι, άδειασα το περιεχόμενό της πάνω στο καπάκι του πιάνου – ήταν τα κοσμήματα της Νίνας. Μήπως ο Κόστα της τα είχε δώσει πίσω σε στιγμή μεταμέλειας; Δε μπορούσα να το πιστέψω!
Ακόμη προσπαθούσα να μαντέψω τι είχε συμβεί, και έτσι ούτε που πρόσεξα πως ο Κόστα είχε γυρίσει σπίτι, όταν εκείνος με τσάκωσε ερχόμενος από πίσω.
-Γιατί κουβάλησες αυτό το πιάνο; Τί είναι αυτά τα πράματα εδώ; Φερ’ τα αμέσως – προσπάθησε να τραβήξει τη σακουλίτσα από τα χέρια μου, όμως εγώ την έκρυψα πίσω από την πλάτη μου.
-Κόστα, τελικά είχες ιερά και όσια. Της έδωσες πίσω τα κοσμήματα. Γιατί δεν μου τό ’λεγες;
Είχα σχεδόν συγκινηθεί. Πάντα ήλπιζα ότι η βαναυσότητα του Κόστα ήταν μόνο ένα προπέτασμα, κάλυμμα της αποτυχίας του στον αθλητισμό, ίσως και στη ζωή, κι ότι πίσω απ’ αυτό κρυβόταν ένα καλός άνθρωπος, ο οποίος μπορούσε να γίνει στοργικός σύζυγος και πατέρας.
-Ηλίθια! Είσαι πραγματικά ηλίθια. Μάζεψα τη σακουλίτσα όσο εσύ έλεγες μαλακίες μ’ εκείνους στις σκάλες τότε, και την έκρυψα στο καζανάκι της τουαλέτας.
-Άλλα μετά την έδωσες πίσω στη Νίνα.
-Ε, πήγα να την επισκεφθώ πριν φύγει. Με παρακαλούσε να μην την καρφώσω. Όπως βλέπεις, δεν την κάρφωσα, ενώ μπορούσα κάλλιστα να το κάνω. Επειδή εκείνη με παρακάλεσε πολύ γλυκά.
Ο Κόστα μου έκλεισε το μάτι συνωμοτικά, με χυδαίο ύφος, και προχώρησε στην εξήγηση:
-Πραγματικά πηδιόταν πολύ καλά.
Δεν τον πίστευα, το έλεγε για να μ’ εκδικηθεί για τη φυλακή, ίσως και να υποψιαζόταν ότι το είχα κάνει όχι για τη Νίνα, αλλά για τον Βλάντι. Δεν του περνούσε καν από το μυαλό ότι είχα θυσιαστεί γι’ αυτόν, επειδή δεν ήθελα ο άνδρας μου να ζήσει με το στίγμα του πληροφοριοδότη και του παλιανθρώπου.
-Πηδιόταν τόσο καλά που της έδωσες πίσω τα κοσμήματα.
-Ουφ, είσαι πολύ αφελής. Τί να τα κάνει; Δεν μπορούσε να τα πάρει μαζί της, θα την έπιαναν με το τίποτα και τότε θα σου έκανε παρέα στη στενή. Απλά, μετά τα έκρυψα στο πιάνο και, μάλιστα, το είπα σ’ εκείνον το χάνο, το μιλιτσιονέρο, ότι θα το αγόραζα απ΄ αυτόν. Δεν περίμενα πως τόσο γρήγορα θα εγκαθιστούσαν κάποιον στο διαμέρισμά τους. Καλά έκανες και το πήρες. Πόσα του έδωσες;
-Διακόσια λέβα – απάντησα μηχανικά σαν σε όνειρο.
-Δεν είναι άσχημα, θα το μεταπουλήσουμε το λιγότερο για χίλια.
-Όχι! – απάντησα ανένδοτη εγώ. – Το πιάνο είναι δικό μου, δεν θα το πουλήσουμε, ενώ τα κοσμήματα θα τα παραδώσουμε στη μιλίτσια. Εκτός απ’ αυτό, χαίρομαι που την πήδηξες, γιατί έτσι είμαστε πάτσι. Ο δικός της επίσης ήταν φοβερός εραστής.
Περίμενα ανυπόμονα να με χαστουκίσει, πραγματικά το επιθυμούσα, έτσι τουλάχιστον όλα θα τελείωναν αμέσως και για πάντα. Και η βαναυσότητά του θα αποτελούσε απόδειξη πως με είχε πιστέψει για τον Βλάντι. Ο Κόστα κοκκίνισε, τα μάτια του γέμισαν κάποιο δακρύμορφο υγρό, παρά λίγο να πεταχτούν έξω από τις κόγχες τους από την ένταση. Έβλεπα ότι ήθελε να ξεράσει όλο του το μίσος πάνω μου, για μια στιγμή σκέφθηκα ότι θα με περιέλουζε με το πράσινο δυσώδες υγρό με το οποίο σίγουρα θα ήταν γεμάτη η κοιλάρα του. Όμως εκείνος συγκρατήθηκε, κατάπιε την πράσινη χολή, πριν την τη βγάλει έξω.
-Η μιλίτσια είμαι εγώ, παλιοπουτάνα, αν δεν τό ’χεις καταλάβει ακόμη – είπε σκαιά, τράβηξε τη σακουλίτσα από τα χέρια μου και την έβαλε στην τσέπη του. – Κράτα το πιάνο σου!
Βρόντηξε την εξώπορτα, άκουσα το ποδοβολητό του, καθώς κατέβαινε τη σκάλα.
Μάλιστα! «Στοργικός σύζυγος και πατέρας» ο Κόστα θα μπορούσε να είναι μόνο στο αγγελτήριο θανάτου του.

Το πιάνο της Νίνας βρίσκεται μέχρι σήμερα στο ίδιο σημείο που επέλεξα εγώ πριν από χρόνια. Σ’ αυτό έμαθε η μικρότερη κόρη μου να παίζει μουσική και μάλιστα αρκετά ευπρεπώς, αλλά το παράτησε, όταν μπήκε στην εφηβεία Δεν το πούλησα ούτε τότε ούτε αργότερα, όταν ο Κόστα με παράτησε για τα καλά και όταν πραγματικά χρειαζόμουν χρήματα. Αποδείχθηκε ότι είχα δίκιο. Η κόρη της Ίβα, εξάχρονη πιτσιρίκα με ζωηρά μάτια και σβέλτα δάχτυλα, ανοίγει συχνά το καπάκι του, το οποίο ξεσκονίζω κάθε μέρα, και έχει ήδη πιάσει κάποιους σκοπούς στο πιάνο. Ονειρεύομαι τον καιρό, που θα παίζει γρήγορους σκοπούς και φράσεις μπραβούρας, όπως έκανε κάποτε η γειτόνισσά μου, η Νίνα. Εκείνη, σύμφωνα με τις φήμες που κυκλοφορούν στην πολυκατοικία, κατάφερε να προφτάσει το σύζυγό της στη Γερμανία και ποτέ πια δεν γύρισε ούτε στη γειτονιά ούτε στην πόλη ούτε στη χώρα της.
Η πολυκατοικία №31 δεν υπάρχει πια επίσημα. Πριν από καιρό, για να εξαλείψουν τη λανθασμένη αρίθμηση, τη βάφτισαν με όνομα, σαν να ήταν δρόμος. Προς μεγάλη μου λύπη το όνομα αυτό δεν ήταν ούτε λουλουδιού, ούτε ποιητή που πέθανε από φυματίωση στο άνθος της νιότης του, αλλά στρατηγού του τσαρικού στρατού, που οι κομμουνιστές τον είχαν εκτελέσει κατά λάθος. Αυτό σίγουρα ενοχλεί μερικούς από τους γείτονές μας, επειδή κατά καιρούς ζωγραφίζουν πάνω της γκράφιτι, μια σε σχήμα αγκυλωτού σταυρού, μια σε σχήμα πεντάκτινου αστεριού. Από τις μουντζούρες αυτές το όνομα του δρόμου-στρατηγού έχει γίνει δυσανάγνωστο και όλοι εξακολουθούν να αποκαλούν την πολυκατοικία №31.

     

    © David Marchon
    Lea Cohen από τη Βουλγαρία
    Lea Cohen. Γεννήθηκε στη Σόφια (Βουλγαρία). Zει στην Ελβετία. Σπούδασε πιάνο και μουσικές επιστήμες στη Σόφια και την Ουτρέχτη. Αναγορεύτηκε σε διδάκτορα το 1975. Από το 1975 έως το 1979 διηύθυνε τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Σόφιας. Εκπρόσωπος της Ένωσης Δημοκρατικών Δυνάμεων στο βουλγαρικό Κοινοβούλιο (1990). Πρέσβειρα της Βουλγαρίας στις Βρυξέλλες (1991-1996) και τη Βέρνη (1997-2001). Από το 2002 διευθύνει το γραφείο πολιτιστικών ανταλλαγών με τη Βουλγαρία «Ardente». Η Lea Cohen έχει γράψει βιβλία για τη μουσική (Paul Hindemith, μονογραφία, εκδ. Narodna Kultura, 1967, Liubomir Pipkov, μονογραφία, εκδ. Narodna Kultura, 1969, Monsieur Croche et Monsieur Debussy, εκδ. Muzika, 1988), και έχει εκδώσει οκτώ μυθιστορήματα και ένα θεατρικό έργο: Das Calderon Imperium (Konsortium Alternus), μυθιστόρημα (Riva, Ciela 2005 και 2008); Кандидат Президента, μυθιστόρημα (Ciela, 2007), Близка връзка, μυθιστόρημα (Ciela 2008), Преследвачът на звуци, μυθιστόρημα (Ciela, 2009), Горчиви череши, θεατρικό έργο (πρεμιέρα τον Σεπτέμβριο του 1999 στο διεθνές φεστιβάλ "Apollonia", στο Sosopol της Βουλγαρίας), Floriada, μυθιστόρημα, (Gal-Iko 1999 και Ciela 2010); Кратката вечност на Алма М, μυθιστόρημα (Kraliza Mab 1997 και GAL-IKO1998);  Докато смъртта ни раздели, μυθιστόρημα (Kraliza Mab 1996 και GAL-IKO1999). Το μυθιστόρημά της Das Calderon Imperium μεταφράστηκε στη γερμανική γλώσσα και εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2010 από τις εκδόσεις Zsolnay στη Βιέννη.

     

    Μετάφραση του Thomas Frahm
    Thomas Frahm, γεννήθηκε το 1961 στο Duisburg, σήμερα ζει ως αρθρογράφος και μεταφραστής από τα βουλγαρικά στη Σόφια. Αυτή τη στιγμή μεταφράζει το δεύτερο μέρος της βουλγαρικής μυθιστορηματικής τριλογίας του Vladimir Zarev, το πρώτο μέρος της οποίας εκδόθηκε με τον τίτλο Familienbrand το 2009 στις εκδόσεις Deuticke στη Βιέννη. Ο Frahm έλαβε το 2009  υποτροφία του Deutsches Übersetzerfonds και το 2010 ήταν υποψήφιος για το βραβείο Brücke-Berlin-Preis του Ινστιτούτου Goethe για το Bitieto/Familienbrand του Vladimir Zarev.