Το τόλμημα της μνήμης

Τυφλοί λεκέδες

Ένα διήγημα του συγγραφέα Faruk Šehić από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Μετάφραση: Ισμήνη Ραντούλοβιτς.

Τυφλοί λεκέδες

Πόσο μακριά ήμασταν από τα εγκλήματα που συνέβαιναν μπροστά στα μάτια μας. Κατά καιρούς ακουγόταν ότι οι Βίτεζοβι, Κροάτες παραστρατιωτικοί της κεντρικής Βοσνάις, έκοβαν τα κεφάλια σε αιχμάλωτους Σέρβους στρατιώτες στα εδάφη τους. Κάποιοι έβρισκαν σ’ αυτό την ευκαιρία να θαυμάσουν την στρατιωτική ικανότητα αυτών των μαχητών καθώς και το θάρρος τους να σφάξουν κάποιον και να τον αποκεφαλίσουν αυξάνοντας έτσι τον υποτιθέμενο αριθμό των νεκρών στρατιωτών του εχθρού. Σε άλλους η εικόνα του αποκεφαλισμού προκαλούσε στα δικά τους σώα κεφάλια μια αίσθηση ναυτίας στην κοιλιά και το στήθος. Σπάνια μιλούσαν για τέτοια συμβάντα, τα οποία τότε κανείς δεν αποκαλούσε ακόμη εγκλήματα πολέμου. Ο αγώνας για τη βιολογική επιβίωση μπορούσε να δικαιολογήσει κάθε πράξη και κάθε συμβάν, ειδικά όταν βρίσκεσαι σε μια περιοχή, σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης ανοιχτού τύπου, αντιμέτωπος με τρεις εχθρούς: τον στρατό των Σερβοβόσνιων, τους Σέρβους του Κνιν και τους αυτονομιστές του Άμπντιτς. Σε τέτοιες συνθήκες δεν έμενε χώρος για ανθρωπισμό, έτσι σκεφτόμασταν τότε, και δεν μπορώ να θυμηθώ αν κάποιος κάποτε ανέφερε καν τον όρο έγκλημα πολέμου, τον οποίο θ’ ακούσω για πρώτη φορά στο CNN αναφορικά με τα γεγονότα στην Όμαρσκα και το Κέρατερμ, και αργότερα στις ιστορίες που κρυφά διαδίδονταν μετά την πτώση της Σρεμπρένιτσα. Οι ηθικολόγοι μας διάβαζαν, ως συνήθως, τις τελευταίες λογοκριμένες ειδήσεις από το μέτωπο της ανατολικής Βοσνίας. Σ' αυτές τις πληροφορίες αναφέρονταν κάποιοι αριθμοί αγωνιστών που σκοτώθηκαν, αλλά ούτε κατά προσέγγιση ο αριθμός των 8000 αιχμαλώτων και εκτελεσμένων ανθρώπων. Επίσης αριθμούσαν αναλυτικά τα τανκς, τα οχήματα, τον ελαφρύ οπλισμό του πεζικού και τα λάφυρα που αποκόμισαν κατά την έξοδο της Σρέμπρενιτσα και του Ζέπλιακ προς το ελεύθερη περιοχή της Τούζλα, πράγμα που παραπλανητικά έμοιαζε με παρηγοριά. Η πτώση της Σρεμπρενίτσα παρουσιαζόταν περισσότερο ως μια άδοξη στρατιωτική ήττα, και λιγότερο έως καθόλου ως έγκλημα πολέμου, παρόλο που η πίκρα και η οργή διακρίνονταν στις λέξεις ανάμεσα στις γραμμές. Την πραγματική αλήθεια θα μάθω μόλις μετά τη λήξη του πολέμου όταν τα στρατιωτικά μυστικά θεωρηθούν ανοησία, μα ούτε και τότε ούτε κατά προσέγγιση δεν θα είμαι σε θέση να κατανοήσω το μέγεθος της τραγωδίας της Σρεμπρένιτσα, η οποία τραγωδία θα καταδικαστεί από το δικαστήριο της Χάγης ως γενοκτονία.

Έτσι ακούγαμε πως βασάνιζαν τους αυτονομιστές (τους καταγεγραμμένους και τους υποτιθέμενους …), κανένα Σέρβο της Τσάζινα (από τους δυο-τρεις που απόμειναν στην πόλη) με την κατηγορία ότι είναι κατάσκοποι, τις στιγμές εκείνες που τα πράγματα στα μέτωπα προς τα Αυτόνομα εδάφη ήταν δύσκολα και η κατάσταση στο χείλος της καταστροφής. Τους βασανισμούς, σύμφωνα με τις φήμες, εκτελούσαν ντόπιοι ή εισαγόμενοι εγκληματίες στην υπηρεσία της πολιτικής αστυνομίας. Κυκλοφορούσαν φήμες για βασανιστήρια με ρεύμα στους όρχεις των κρατουμένων ή με αλάτι που τους τάιζαν αναγκάζοντάς τους μετά να πίνουν πολλά λίτρα νερό με την απειλή του θανάτου. Ούτε κι αυτές οι ιστορίες δεν μας έκαναν μεγάλη εντύπωση, γιατί θεωρούσαμε τους αυτονομιστές (ειδικά αυτούς) και τους τσέτνικ άσπονδους εχθρούς, και γι' αυτούς δεν έπρεπε να υπάρχει έλεος στις μάχες στήθος με στήθος, ή απλώς κι οι ίδιοι είχαμε πολεμήσει στα χειρότερα μέτωπα, όπου κάθε στοχαστική πράξη είναι υποταγμένη σε ένα και μοναδικό σκοπό: να επιζήσεις!

Επίσης, κυκλοφορούσε η φήμη για τους αιχμάλωτους Σέρβους από το δικό μας τοπικό μέτωπο του Τσόιλουκ, ότι τους ξυλοκοπούσαν μέχρις θανάτου με φτυάρια και ατσάλινα καλώδια προερχόμενα από τους γκρεμισμένους ηλεκτροφόρους πυλώνες. Αυτή την εικόνα μπορούσα να τη σχηματίσω και μετά δεν μπορούσα να ξεκολλήσω από αυτήν, γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω πως κάποιος μπορούσε να παιδεύει έναν κρατούμενο όταν αυτός βρίσκεται έτσι άοπλος και αβοήθητος βαθιά στο εσωτερικό της οπισθοφυλακής, σε κάποιο υπόγειο έχοντας χάσει κάθε χαρακτηριστικό του κακοήθους εχθρού. Τα βασανιστήρια ήταν δουλειά της στρατιωτικής αστυνομίας, χτυπούσαν τους Τσέτνικ για να μην χρειαστεί να πάνε και οι ίδιοι στο μέτωπο. Κάποιοι βασανιστές βρίσκονταν σ' αυτή την θέση για να εκδικηθούν τον χαμό του αδερφού τους, της κόρης ή του γιού τους.

Την περίοδο που εκτελούσα χρέη στρατιωτικού οικονόμου ένας συμπολεμιστής μου μού έδειξε το κτίσμα όπου βασάνιζαν και σκότωναν τους αιχμάλωτους Σέρβους από το Τσόιλουκ, και το σημείο εκεί κοντά που ήταν θαμμένοι, από το οποίο αργότερα τους ξέθαβαν και τους μετέφεραν για ανταλλαγή δικών μας με δικούς τους στρατιώτες, για την ακρίβεια δικών μας με δικά τους πτώματα. Δεν θυμάμαι να έγινε ποτέ στο δικό μας μέτωπο ανταλλαγή ζώντων αιχμαλώτων. Μερικές νύχτες είχα κοιμηθεί κοντά στο κτίσμα των βασανιστηρίων και των εκτελέσεων. Πριν τον πόλεμο το χρησιμοποιούσαν για εκτροφή και παραγωγή μοσχαριών. Σιχαινόμουν αυτό το μέρος από το οποίο το αίμα δεν μπορούσε να πλυθεί ούτε με νερό, μα ούτε και με το χρόνο. Σκεφτόμουν και τους ανθρώπους που ήταν οι βασανιστές και εκτελεστές, μα αυτό διαρκούσε πραγματικά λίγο, γιατί η απέχθεια που μου προκαλούσε αυτή η σκέψη έμοιαζε με τρέλα, και η απενεργοποίηση του εγκεφάλου ήταν η καλύτερη λύση.

Σε ένα ως επί το πλείστον σερβικό χωριό, σε μια προέλαση τεραστίων διαστάσεων, πέσαμε πάνω σε μια γυναίκα που είχε μείνει στο σπίτι της, μη θέλοντας να φύγει με τους υπόλοιπους συγχωριανούς της. Η είσοδος του πλούσιου και ήμερου χωριού ήταν επιμελώς καμένη, διότι εκεί βρίσκονταν μουσουλμανικά σπίτια. Ο τρόπος με τον οποίο είχε γίνει η πυρπόληση υποδηλώνει την ακρίβεια των τοπικών υγειονόμων υπεύθυνων για την καθαριότητα του εκλεκτού των ουρανών σερβικού γένους. Δεν υπήρχε χρόνος να σκεφτώ τη μοίρα των κατοίκων τους. Η γυναίκα ήταν μέσης ηλικίας, υγιής, εύσωμη και ευτραφής, με κόκκινα μάγουλα σαν δύο μήλα κάτω από το δεμένο της μαντήλι. Ήταν καθισμένη στο τραπέζι της αυλής της λες και δεν τρέχει τίποτα. Πέσαμε πάνω της τυχαία, γιατί η προέλαση στο χωρίο γινόταν από διάφορες κατευθύνσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η συνηθισμένη βαβούρα και σύγχυση που προκαλείται όταν σε μια επίθεση συμμετέχουν μονάδες από διάφορες ταξιαρχίες.

Την άκουσα να λέει σε κάποιους στρατιώτες που περιφέρονταν εκεί: “Δικοί μου δεν είστε, Σέρβοι; Και βέβαια είστε, απλώς δεν το λέτε, Σερβάκια μου...”

Δεν είμαι σίγουρος αν άκουσα τα πυρά, ενώ βρισκόμουν ακόμη στο οπτικό της πεδίο ή είχα ήδη στρίψει πίσω από το στάβλο σπεύδοντας να εκτελέσω τη διαταγή της εξόδου στις συγκεκριμένες συντεταγμένες. Δεν θυμάμαι, ίσως ακόμη και να την είδα νεκρή, μα ο νους μου ύστερα απέρριψε να διασώσει το θέαμα του εγκλήματος. Πρόκειται για τα δευτερόλεπτα όπου σκέφτεσαι εκατό χιλιόμετρα την ώρα και όλα όσα βρίσκονται εκτός του στόχου σου διαδραματίζονται σε ένα είδος παραίσθησης, εφιάλτη της ημέρας. Μετά τα πυρά συνεχίσαμε προς το βουνό μας το οποίο βυθιζόταν στο σεπτεμβριανό σκοτάδι. Ενώ περνούσαμε δίπλα από την ορθόδοξη εκκλησία ακούστηκε ανταλλαγή πυρών και μια έκρηξη. Εμφανίστηκε ο στρατηγός κάποιας μονάδας που εκτελούσε σαμποτάζ και μου είπε να φύγουμε λόγω των ρουκετών που εκτοξεύουν οι τσέτνικ, παρόλο που ήταν ολοφάνερο ότι οι ίδιο με τα πυρομαχικά προσπαθούν να γκρεμίσουν την ορθόδοξη εκκλησία. Όταν επιτέλους βγήκαμε στην κορυφή χωρίς ενέδρα, απλωθήκαμε σε όλη την πλαγιά και εδρεώσαμε τη θέση μας. Μείναμε εκεί καμιά δεκαριά μέρες. Τα σπίτια είχαν ρεύμα, βλέπαμε το πρόγραμμα της κροατικής ραδιοτηλεόρασης σαν υπνοτισμένοι. Όσον αφορά τα πυρομαχικά, τον οπλισμό, τα τρόφιμα και τα τσιγάρα ήταν οι χρυσές μέρες του πολέμου, οι τελευταίες του μέρες. Υποχωρήσαμε χωρίς μάχη μέσα στη μαύρη νύχτα μετά από διαταγή της ανωτέρας διοίκησης. Το χωριό εξαφανίστηκε στο σκοτάδι πίσω από τις πλάτες μας. Στο χωριό και τα περίχωρά του ευδοκιμούσαν ζουμερές κόκκινες πιπεριές που μεγάλωναν στο γόνιμο έδαφος. Το χρώμα τους θύμιζε ατράνταχτα τα μάγουλα της χωρικής, μερικά δευτερόλεπτα πριν την εκτέλεσή της.

1992

Οι πρώτες μέρες του πολέμου νωπές σαν τη δροσιά και μπερδεμένες σαν μεθυσμένοι κηφήνες. Θα επικεντρωθώ στα πρόσωπα των ανθρώπων και των πραγμάτων που αναβιώνουν στη μνήμη μου. Τόπος δράσης είναι τα εγκαταλελειμμένα σπίτια, τα οποία τη δεύτερη ή την τρίτη μέρα του πολέμου είχαν ήδη χάσει ολοκληρωτικά τη ζεστασιά τους και την πρωταρχική τους χρήση. Οι κάτοικοι τους εξαφανίστηκαν και έγιναν πρόσφυγες. Τα πρόσωπά τους χάνονταν στην ομίχλη, εκτός εστίας. Παρόλο που όλοι οι ένοπλοι κινούνταν γρήγορα και συνεχώς έτρεχαν μην τους βρει καμιά ρουκέτα ή σφαίρα, τώρα όλα μου φαίνονταν σαν σε αργή κίνηση, παγωμένα σαν σε μουσείο κέρινων ομοιωμάτων. Ένα πρόσωπο ξεχωρίζει ιδιαίτερα στο γενικότερο χάος, το πρόσωπο ενός νεαρού εικοσάρη με ουλή και στραβισμό. Τα μαλλιά του είναι σκούρα, η επιδερμίδα του ανοιχτόχρωμη, τα μάτια σε τέτοια θέση ώστε το πρόσωπό του να μοιάζει ασιατικής καταγωγής. Οι κινήσεις του σώματός του είναι δυναμικές, το σώμα του είναι μυώδες και καλοφτιαγμένο με τέλειες αναλογίες. Το πρόσωπό του είναι σκληρό και τρυφερό ταυτόχρονα, και μέσα του συγκρούονται η επιθυμία του να φαίνεται επικίνδυνος μαζί με το νεαρό της ηλικίας του. Με το ένα του πόδι πατάει στο παράθυρο, με το άλλο στον καναπέ, κοιτάζει έξω προς την άλλη όχθη του ποταμού, όπου βρίσκεται αόρατος και οπλισμένος από την κορυφή μέχρι τα νύχια, ο εχθρός. Είναι η συμπολίτες μας οι Σέρβοι και οι συγγενείς τους από τις πλαγιές του όρους Γκρμετς που κατέβηκαν στην πόλη για να αναμετρηθούν επιτέλους με τους Τούρκους. Η εμφάνιση του νεαρού στο σύνολό της είναι νευρική, και φοβάμαι να τον κοιτάξω στα μάτια. Κάτι στο πρόσωπό του ξελάσκαρε για πάντα και απελευθέρωσε όλους τους δαίμονες. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που τον είδα.

Η πόλη εξαφανίζεται μπροστά στα μάτια μας. Μετατρέπεται σε ξένη και ασαφή μητρόπολη της ουτοπίας μας που λέει: θέλω να γυρίσω σπίτι και όλα να είναι όπως παλιά. Κανείς δεν σκέφτεται πια το νερό και το ποτάμι. Στα τέλη Απριλίου η φύση ξυπνάει με όλη της την ορμή, και αυτό περνάει απαρατήρητο. Σιγά-σιγά γυρίζουμε σε πρωτόγονες μορφές ζωής, όπου το σημαντικότερο είναι να είσαι χορτάτος, να έχεις ζεστασιά και ασφάλεια. Είμαστε μαθητευόμενοι στο μίσος, γιατί το μίσος είναι ο μοναδικός τρόπος επιβίωσης, και με τη βοήθειά του μπορείς να ξυπνήσεις την οργή και τα φαντάσματα, που θα σε κρατήσουν στη ζωή, που θα σου δώσουν τη θέληση να ζήσεις. Δεν είναι δύσκολο να μάθεις να μισείς, το μόνο που πρέπει είναι να παραδοθείς στο σώμα σου.

Τί αστεία που είναι αυτή η επιθυμία να μείνει το σώμα σου άθικτο. Ο άνθρωπος τεντώνεται ως τα άκρα μόνο και μόνο για να μείνει ακέραιος/σώος. Θέτει αυστηρά όρια πάνω στο δέρμα του για να διαφυλάξει το σωρό από σάρκα και οστά, την καρδιά και, ίσως, την ψυχή. Μετά από αυτό η πόλη και ο άνθρωπος ποτέ πια δεν θα είναι ίδιοι, με την προϋπόθεση να φτάσει ο άνθρωπος στο τέλος του πολέμου. Η πόλη δεν μπορεί να καταστραφεί, είναι υπεράνω όλων και ο άνθρωπος θα βάλει όλη του τη δύναμη για να την ανοικοδομήσει και πάλι να χτίσει στα χαλάσματα την κομματιασμένη του ψυχή. Η προσπάθεια είναι καταδικασμένη εξ αρχής. Τίποτε δεν θα είναι όπως πριν, αυτό το γεγονός δεν το ξέρει ακόμη κανείς. Όλοι πιστεύουν στο προσωπικό τους μέλλον και στην πρόοδο της πόλης, που είναι και δικαιολογημένο, γιατί έτσι σκέφτονται οι άνθρωποι μετά από κάθε πόλεμο. Η στιγμή αμφιταλάντευσης και αμφιβολίας περνάει, κι εγώ πάλι πιστεύω στην πόλη και το ποτάμι που οφείλουν, με τις υπόγειες δυνάμεις τους, να σηκώσουν τους ανθρώπους από την πραγματική στάχτη. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από σκουπίδια και σκελετούς καμένων σπιτιών. Σε δέκα χρόνια τα ίχνη του πολέμου θα είναι φανερά μόνο στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Το παράδοξο είναι καταδικασμένο να νικά.

Toshiba

Στην Αλεξανδρινή μου βιβλιοθήκη, η οποία θα έπρεπε να αποτελείται από ψιλοπράγματα, ασήμαντες τελετές της ημέρας ή από θραύσματα αναμνήσεων, βρίσκεται ένα παλιό κασετόφωνο μάρκας Toshiba. Το αγόρασα στο βιβλιοπωλείο κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα, και το κασετόφωνο αυτό με δύο κεφαλές ήταν το πρώτο μοντέλο του οποίου τα πλήκτρα εντολών βρίσκονταν κάτω από τα πορτάκια όπου έμπαιναν οι κασέτες. Ήταν ελαφρύ και κομψό, ούτε πολύ ψηλό, ούτε πολύ ογκώδες, από μαύρο πλαστικό με την κλίμακα του ραδιοφώνου της οποίας ο φωτισμός την νύχτα μπορούσε να εκτελέσει ταξίδι χωρίς κίνηση, σε μακρινούς τόπους όπως είναι η Ρήγα ή το Βίλνιους, πόλεις για τις οποίες τότε δεν μπορούσα με σιγουριά να ξέρω που βρίσκονται. Τα ονόματά τους μου φαινόταν σα να είναι από άλλο πλανήτη, γιατί αυτό ακριβώς ήταν οι βαλτικές και μη σλαβικές περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης (με την εξαίρεση των καλαθοσφαιριστών της Λιθουανίας). Το κασετόφωνο γερνούσε με την ταχύτητα που προόδευαν οι τεχνικές συσκευές στο ντιζάιν και στις ολοένα και πιο τρελές και γρήγορες νέες λειτουργίες. Ο καπιταλισμός, ακόμη μακριά από εμάς που βρισκόμασταν από τούτη την πλευρά του Τείχους του Βερολίνου, έκανε θαύματα τα οποία εμείς θα βλέπαμε με καθυστέρηση, όταν χάσουν για μας την συναισθηματική αξία, γιατί τότε θα είμαστε χαμένοι στις προσωπικές μας ζωές, στην προσπάθειά μας να τις βρούμε ξανά και να τις χτίσουμε ως σύνολο και ως απλή ευτυχία. Γι' αυτό το λόγο η δεκαετία του ενενήντα μας εξουσιάζει σαν ολοκληρωτική μνήμη.

Στην αλεξανδρινή μου βιβλιοθήκη το κασετόφωνο αυτό, μόλις τώρα το αντιλαμβάνομαι, θα έχει υψηλή θέση στην κλίμακα της σημασίας. Το άφησα στο Ζάγκρεμπ και στις 15 Απριλίου του 1992 έφυγα για τη χώρα μου όπου μαινόταν ο πόλεμος. Η ανατολική Βοσνία φλέγονταν, και με τα μάτια μου είδα τους πρόσφυγες από το Ζβόρνικ να στέκονται με τις πλαστικές σακούλες και τους μπόγους στο πάρκιγκ του τζαμιού στο Ζάγκρεμπ, άνθρωποι που έγιναν οι πρώτοι πρόσφυγες που εστάλησαν στον κόσμο σαν ανιχνευτικές σφαίρες στον νυχτερινό ουρανό, σκορπισμένες σε όλες τις δυνατές κατευθύνσεις. Μερικές μέρες πριν στο Σαράγιεβο είχαν πραγματοποιηθεί διαδηλώσεις για την ειρήνη και την διαφύλαξη της Γιουγκοσλαβίας. Οι άμυαλοι ανθρακωρύχοι με τις σημαίες της Γιουγκοσλαβίας και τα σοσιαλιστικά τραγούδια στα χείλη παρέλασαν έως ότου τους διέλυσαν οι Τσέτνικ με σφαίρες των σνάιπερ από το ξενοδοχείο Holiday Inn.

Στην ταινία Blade Runner στα κτίρια της φουτουριστικής πόλης, που κατακλύζονταν συνεχώς από τις βροχοπτώσεις, υπήρχαν τεράστιες διαφημίσεις της εταιρείας TDK την οποία πάντα θα θυμάμαι για τις ομώνυμες κασέτες των 60 και 90 λεπτών. Σίγουρα κάπου υπάρχει ένας κρυμμένος πλανήτης, ένας κόσμος για τα χαμένα πράγματα και τα αντικείμενα που έχουν βγει από τη μόδα, με τις διαφημίσεις του που πάλλονται με τη νέον λάμψη της αιωνιότητας.

Το 1994 στο μέτωπο, από ένα σπίτι του οποίου η σκεπή ούρλιαζε με το μένος της φωτιάς – το πνεύμα της εποχής μας, περιέσωσα ένα κασετόφωνο μάρκας Sanyo, το οποίο θα μου χρησιμεύσει 14 ολόκληρα χρόνια. Το μέτωπο ήταν από λάσπη, βροχή, σύννεφα και γκρίζα δένδρα σαν το ρωσικό μέτωπο το όψιμο φθινόπωρο, πριν τα χιόνια, τον πάγο και το κρύο. Το δικό μας μέτωπο ήταν χειρότερο από το ρωσικό γιατί δεν υπήρχε η στέπα για οπισθοχώρηση, μα ήταν το μέτωπό μας. Όταν το θυμάμαι με διαπερνά το κρύο μέσα από τα κόκκαλα, αλλά αυτό γίνεται πηγή ζεστασιάς, σόμπα την οποία δεν τροφοδοτώ, μα εκείνη με ζεσταίνει. Και ύστερα έρχεται ο Rutger Hauer με μακρύ δερμάτινο παλτό, ενώ βρέχει ακατάπαυστα στο μέτωπό μας, και, ανοίγοντας δρόμο με τα χέρια του μέσα από μυτερούς θάμνους, συνεχώς μας επαναλαμβάνει: This is not Time to die. This is not Time to die...

Ακόμη και όταν σταμάτησα να το χρησιμοποιώ, πολύ καιρό μετά τον πόλεμο, βρισκόταν μαζί με τα χρήσιμα αντικείμενα του χώρου μου ως προστατευτικό κειμήλιο έστω και ενός τέτοιου παρελθόντος, του δικού μου παρελθόντος. Το πλαστικό περίβλημα της μιας πλευράς του ήταν λιωμένο για τα καλά από τη θερμοκρασία της φωτιάς. Είχε ουλή από τον πόλεμο και κατέληξε στον κάδο στην άκρη της πόλης.

Σε ένα σύντομο ύπνο είδα μπροστά μου το κασετόφωνο Toshiba. Ήταν ολοκληρωτικά σπασμένο, με τα σύρματα να το κρατάνε για να μη διαλυθεί σε χίλια κομμάτια, και βρισκόταν πάνω στο τραπέζι. Η κλίμακα έλαμπε με αχνό μπλε φως, από μέσα ο μηχανισμός του ήταν σχεδόν άθικτος με κάποιες έντονα κίτρινες σειρές από λαμπάκια που έμοιαζαν με κατασκευή για μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος. Απομονωμένα μνημεία της παλιάς τεχνολογίας σαν εγκαταλελειμμένες πόλεις από τις απαρχές της εποχής της Άγριας Δύσης, έτσι μου φαινόταν το εσωτερικό του. Απ' έξω ήταν σπασμένο, αλλά δούλευε. Δεν ήμασταν όλοι έτσι αμέσως μετά τον πόλεμο; Χωρίς να συνειδητοποιούμε πως είμαστε όλοι πειραγμένοι από την απανταχού παρούσα διαβρωτική σκουριά, κι από την άλλη πως είμαστε μπουκωμένοι με την τρελή αδρεναλίνη των επιζησάντων. Για το κασετόφωνο αυτό και για πολλά άλλα χαμένα αντικείμενα, ειδικά για εκείνα που δεν είναι από ύλη, άρχισα να χτίζω την αλεξανδρινή μου βιβλιοθήκη. Όταν της εμπιστευτώ κάποιο αντικείμενο εκείνη αυτόματα σταματάει να λειτουργεί. Εξαφανίζεται μυστηριωδώς, όπως της ταιριάζει, κι εγώ τότε μπορώ να νιώθω ευτυχής.

 

© Amer Kuhinja
Faruk Šehić από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη
Faruk Šehić. Γεννήθηκε το 1970 στο Bihać της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Ζει στο Σαράγεβο. Υπηρέτησε στο στρατό της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (1992-1995). Από το 1998 δημοσιεύει κείμενα για τη λογοτεχνία (ποιήματα, πεζά, δοκίμια και κριτικές). Αρθρογραφεί και διατηρεί στήλες σε διάφορα μέσα ενημέρωσης (διαδικτυακό περιοδικό Žurnal, Σαράγεβο, και e-Novine, Βελιγράδι). Έχει εκδώσει πλήθος βιβλίων: Hit depo, ποιήματα (εκδ. Buybook,Σαράγεβο 2003 και εκδ. Omnibus, Σαράγεβο 2008), Pod Pritiskom, πεζογραφία (εκδ. Zoro, Σαράγεβο-Ζάγκρεμπ 2004), Transsarajevo, ποιήματα (εκδ. Durieux, Ζάγκρεμπ 2006 και εκδ. Branka Vuković, Βελιγράδι 2007), Street spistels, ποιήματα-δίγλωσση έκδοση (εκδ. Treći Trg, Βελιγράδι 2009). Στη γερμανική γλώσσα έχουν μεταφραστεί τα: Pjesme u Nastajanju (ποιήματα εν τη γενέσει), Hit depo (υπό έκδοση). Έχει βραβευτεί από την ημερήσια εφημερίδα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης Oslobođenje (2003), τον εκδοτικό οίκο Zoro (2004) και το λογοτεχνικό φεστιβάλ Trgni se! Poezija! (2008).

 

Μετάφραση του Klaus Detlef Olof
Klaus Detlef Olof, γεννήθηκε το 1939 στο Lübeck. Ζει στο Ζάγκρεμπ και στο Γκρατς. Σπούδασε Σλαβική Φιλολογία στο Αμβούργο και στο Σαράγεβο. Από το 1973 διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας. Έχει εστιάσει στις νοτιοσλαβικές λογοτεχνίες. Εδώ και πολλά χρόνια εργάζεται ως μεσολαβητής και μεταφραστής της νοτιοσλαβικής λογοτεχνίας στον γερμανόφωνο χώρο. Μεταφράζει κυρίως κροατική και σλοβενική λογοτεχνία, αλλά και από τα σερβικά, τα βοσνιακά, τα σλαβομακεδονικά και τα βουλγαρικά στα γερμανικά, έργων, μεταξύ άλλων, των Dževad Karahasan, Miljenko Jergović, Zoran Ferić και Igor Štiks. Το 1991 διακρίθηκε για το συνολικό έργο του με το Κρατικό Αυστριακό Βραβείο για μεταφραστές λογοτεχνίας.