Το τόλμημα της μνήμης

Κόκκινο

Ένα σύντομο διήγημα του Murat Uyurkulak από την Τουρκία. Μετάφραση: Θάνος Ζαραγκάλης.

1

Ο άνθρωπος όταν είναι παιδί ζει στη χώρα της ευτυχίας, τρέχει ασυναίσθητα δεξιά αριστερά και χλιμιντρίζει χαρούμενα. Μετά μεγαλώνει κι όσο μεγαλώνει, αποβλακώνεται, κι όσο αποβλακώνεται ξεχνά τον παιδικό κόσμο της ευτυχίας και κατά κάποιον τρόπο πεθαίνει. Η περίοδος ανάμεσα στην παιδική ηλικία και τα γεράματα είναι κάτι σαν καθαρτήριο· βασανισμένες ζωές το επιτύμβιο των οποίων γράφτηκε με υπεράριθμες υπερωρίες, σκοπιμότητες και πολλή δυστυχία. Οι ενήλικες μοιάζουν με ζόμπι…

Ωστόσο σαν γεράσει ο άνθρωπος, σχεδόν αναγεννιέται κι ενώ βρίσκεται δυο βήματα πριν από τον τάφο, αρχίζει να ζει ξανά. Όταν οι ηλικιωμένοι ξεχνούν την ταλαιπωρία της ενηλικίωσης λέμε ότι ξεμωράθηκαν. Μεγάλο λάθος. Αντιθέτως, εκείνοι όσο ξεχνούν, θυμούνται. Ακόμη και οι πιο δύστροποι, οι πιο τύραννοι έχουν πλάκα, είναι θλιβεροί και έντιμοι.

Είχα έναν παππού που τον έλεγαν Χαμζά. Στην πραγματικότητα ήταν παππούς της μητέρας μου. Ήμουν μικρό παιδάκι όταν τον γνώρισα. Από κάποιο καβγά που είχε προκύψει στη διάρκεια ενός γάμου, δεν είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε την οικογένεια της μητέρας μου. Όταν τελείωσε το κάκιωμα και οι δυο οικογένειες τα βρήκαν καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι με πολυάριθμους συνδαιτυμόνες, ήμουν μόλις πέντε χρονών. Τότε μ’ έστησαν απέναντί του λέγοντάς με «Αυτός είναι ο μεγάλος σου παππούς Χαμζά. Φίλησε το χέρι του». Θυμάμαι ακόμη σαν να ήταν χτες το χέρι με τους μεγάλους καφετί λεκέδες και το ξερό, σκασμένο δέρμα που μου πόνεσε τα χείλη. Επίσης θυμάμαι και την περιέργεια που είχα να καταλάβω τι σήμαινε το ‘μεγάλος’. Όμως τελικά αυτό που θυμάμαι καλύτερα είναι τα τεράστια γυαλιά ηλίου που σκέπαζαν σχεδόν το μισό πρόσωπο του Χαμζά…

Καθώς του φιλούσα το χέρι έστριψε το κεφάλι προς τον πατέρα μου και ρώτησε: «Πώς τον λένε αυτόν εδώ;» Όταν εκείνος του είπε «Μουράτ», τράβηξε με οργή το χέρι του και φώναξε «Μα, αρμένικο όνομα δώσατε στο παιδί; Μας τέλειωσαν δηλαδή τα Αχμέτ και τα Μεχμέτ; Άθεοι ειδωλολάτρες, να ξέρετε πως όλα θα σας έρχονται ανάποδα!»

Θαρρείς που τα γηρατειά αντί να τον ζαρώσουν, τον είχαν κάνει ακόμη πιο ογκώδη. Ήταν τεράστιος. Πάντοτε τριγύριζε κρατώντας ένα μπαστούνι. Δεν του άρεσε καθόλου ο σαματάς των παιδιών που έπαιζαν στο δρόμο. Πολλές φορές τον είχα παρακολουθήσει απ’ το παράθυρο να διώχνει τα παιδιά σείοντας το μπαστούνι και συγχρόνως βρίζοντας ενώ όπως πάντα φορούσε τα μαύρα γυαλιά του. Τότε ήμουν ένα ασθενικό, αδύναμο παιδί που δεν το άφηναν να βγει έξω. Όταν ο Χαμζά επέστρεφε σπίτι λαχανιασμένος απ’ το κυνήγι των παιδιών, άρχιζε τη γκρίνια: «Δεν υπάρχουν πια μάνες να γεννήσουν καθωσπρέπει παιδιά. Μπάσταρδα ξεπετάγονται απ’ τις κοιλιές των θηλυκών». Η μητέρα μου αμέσως αρπάζοντας με απ’ το χέρι με απομάκρυνε άρον – άρον απ’ το βεληνεκές των χυδαίων ύβρεων του παππού.

Ο Χαμζά είχε υπηρετήσει στο στρατό κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και κατόπιν στον Πόλεμο Ανεξαρτησίας επί εννιά συναπτά έτη χωρίς έστω μια φορά να επισκεφτεί τους δικούς του. Σύμφωνα με τις φήμες, στη διάρκεια του πολέμου μουρλάθηκε ελαφρά κι αφότου απολύθηκε παρέμεινε επί ένα χρόνο κλεισμένος στο πιο σκοτεινό δωμάτιο του σπιτιού, δεν αντάλλαξε κουβέντα με κανέναν απολύτως, και όταν μόνος του οικειοθελώς αποφάσισε να δώσει τέλος στην οικιακή εξορία, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ζητήσει απ’ τη γυναίκα του να μαγειρέψει φακές. Η γυναίκα του νόμισε πως άρχισε να θεραπεύεται και χαρούμενη ετοίμασε αμέσως το φαγητό. Ωστόσο, τη στιγμή που άφησε το γεμάτο πιάτο πάνω στο τραπέζι, ένιωσε το χτύπημα της κουτάλας που εκσφενδονίστηκε στο κέντρο του μετώπου της. Στα δικά μας μέρη φτιάχνουν τη φακή με άφθονη σάλτσα και πιπέρι, γι’ αυτό έχει κόκκινο χρώμα. Κι αυτό ήταν η αιτία που έκανε τον Χαμζά να τινάξει το κουτάλι στο κεφάλι της γυναίκας του. «Από ‘δω και στο εξής αν βάλεις ξανά μπροστά μου κόκκινο φαγητό, θα σε καθαρίσω!» κραύγασε. Πολύ γρήγορα θα γινόταν γνωστό το μυστικό της υπόθεσης. Ο παππούς όπως ο ταύρος δεν άντεχε να βλέπει κόκκινο χρώμα. Έτσι και κατά σύμπτωση η ματιά του έπεφτε σε κάτι κόκκινο, οργιζόταν κι έχανε τον αυτοέλεγχό του. Μια μέρα, την ώρα που έκοβε τα κούτσουρα μια σχίζα βυθίστηκε στο μπράτσο του, και τότε εκείνος ο τεράστιος, επιβλητικός άντρας μόλις είδε τη λεπτή γραμμή του αίματος να κυλά, έπεσε κάτω λιπόθυμος. Εν συντομία, σ’ εκείνο το σπίτι επί χρόνια δεν έφαγε κανείς καρπούζι, στο φαγητό δεν έβαλε κανείς ντομάτα ή σάλτσα. Ό,τι κόκκινο υπήρχε στον περίγυρο πετάχτηκε στα σκουπίδια ή δόθηκε στους φίλους. Μέχρι να φτάσουν τα γυαλιά…

Ένας μορφωμένος συγγενής που άκουσε ότι αφενός ο Χαμζά από τον φόβο του μην τυχόν βρει στην πορεία του κάτι κόκκινο δεν πατούσε το πόδι του στο δρόμο και αφετέρου πως με τον μόνιμα οξύθυμο χαρακτήρα του είχε μετατρέψει την οικογενειακή ατμόσφαιρα σε κόλαση, έφερε απ’ την μακρινή Ισταμπούλ τα κατάμαυρα γυαλιά ηλίου που σκότωναν κάθε λαμπερό χρώμα. Η ιστορία τού τι συνέβη την ημέρα που τα γυαλιά έφτασαν απ’ την Ισταμπούλ στο σπίτι, είχε γίνει πλέον θρύλος ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Ο Χαμζά τη στιγμή που φόρεσε τα γυαλιά πετάχτηκε έξω στο δρόμο και ύστερα από κάποια ώρα επέστρεψε με μια σπάνια ευθυμία. Σύμφωνα με τα θρυλούμενα, ο Χαμζά έτρεξε αμέσως στο τζαμί, βρήκε τον ιμάμη και τον ρώτησε αν θα ήταν σύμφωνο με τις εντολές της θρησκείας το να προσεύχεται φορώντας τα γυαλιά. Όταν έμαθε πως παρότι δεν άρμοζε και τόσο δεν θα ήταν όμως αμαρτία, χάρηκε σαν παιδί. Πλέον θα μπορούσε να προσεύχεται την Παρασκευή στον οίκο του Θεού χωρίς να τον εμποδίζουν καθόλου τα χαλιά, τα εδάφια του κορανίου στον τοίχο ή ο κόκκινος μανδύας του ιμάμη. Επιπλέον, θα μπορούσε με τους συνομήλικους φίλους του να κάθεται άνετα στο καφενείο να κουβεντιάζει, παρά τα κόκκινα πούλια του ταβλιού, την κρεμασμένη στον τοίχο σημαία και το κατακόκκινο τσάι στα φλιτζάνια. Αυτά δεν θα τον εξόργιζαν καθόλου πλέον. Είμαι σίγουρος πως ήταν ο πιο χαρούμενος άνθρωπος της οικογένειας.

Ο Χαμζά δεν συμπαθούσε καθόλου τον πατέρα μου που ήταν δάσκαλος. Ένας αριστερών πεποιθήσεων δάσκαλος. Κατά τη γνώμη του όλοι οι αριστεροί ήταν άθεοι. Το ότι ήταν επιπλέον και πρόσφυγας ήταν ένας άλλος επιπλέον αρνητικός παράγοντας. Σε κάθε ευκαιρία γκρίνιαζε: «Αυτοί οι πρόσφυγες τα βρήκανε έτοιμα. Ενώ εμείς πολεμήσαμε, αυτοί οι κύριοι ήρθαν και κάθισαν στα έτοιμα. Και να ‘ταν μόνο αυτό; Η μέση και η γλώσσα αυτών των ανθρώπων είναι χαλαρή. Δεν συγχωρώ όσους δίνουν τα κορίτσια τους σ’ αυτούς. Καλύτερα να τα δίνουν στους Κούρδους, τουλάχιστον αυτοί είναι παλικάρια, είναι έντιμοι. Σαν μπει ο πρόσφυγας απ’ την πόρτα, η τιμή το σκάει απ’ την καμινάδα…». Ο παππούς γκρίνιαζε φυσώντας τον καπνό του τσιγάρου που μόνιμα είχε στα δάχτυλα και αυτό ήταν ο μοναδικός τρόπος που ήξερε να εκφραστεί. Στο μεγάλο δωμάτιο όπου συγκεντρώνονταν όλα τα μέλη της οικογένειας, καθόταν μόνος στην πιο απόμακρη γωνία με τα χείλη του να κινούνται ακατάπαυστα χωρίς να ξέρει κανείς αν έβριζε ή προσευχόταν ενώ με μισόκλειστα μάτια παρακολουθούσε προσεκτικά τον περίγυρό του. Όλοι γνώριζαν πως εφόσον ήταν παρών δεν έπρεπε να συζητούν λεπτά θέματα, ιδιαιτέρως πολιτικά. Διότι οποιοδήποτε πολιτική θέση κι αν υποστήριζε κανείς, ήταν απολύτως σίγουρο ότι θα άκουγε απ’ τον Χαμζά τα εξ αμάξης. Σύμφωνα μ’ αυτόν αριστεροί ή δεξιοί, θρησκόληπτοι ή αντικληρικοί, όλοι ήταν σκατοφάρα. Η ιδιότητα του πολιτικού αρκούσε για να αξίζει κανείς τις βρισιές που θα του ‘ριχνε ο παππούς. Αφού όλοι τους διαγκωνίζονταν για το ποιος θα πουλήσει πρώτος την πατρίδα. Το ζήτημα βέβαια ήταν το ποιος θα την αγόραζε. Η Ρωσία, η Αμερική, η Αραβία, η Ευρώπη… Όλες είχαν μπει στη σειρά να αγοράσουν την Τουρκία.

Αυτό ήταν το χρονικό σημείο που τελείωναν τα ψέματα κι άρχιζε η γλώσσα του να πηγαίνει ροδάνι. Οι πολεμικές αναμνήσεις έρεαν χωρίς τελειωμό. Και ήταν υποχρεωτικό να ακούμε επί ώρες εκείνες τις αναμνήσεις που τις διηγιόταν με έναν απίστευτο για την ηλικία του δυναμισμό και ζωντάνια. Κανείς δεν τολμούσε να σαλέψει απ’ τη θέση του ή να επιχειρήσει να πάει τουαλέτα, έτσι και σηκωνόταν, ήταν υποχρεωμένος να λουστεί πατόκορφα τις πιο χυδαίες βρισιές.

Κατά τη γνώμη του Χαμζά η γενιά του είχε σώσει την πατρίδα πολεμώντας με διάφορους εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Όσοι έζησαν και ζούσαν στη χώρα, όλοι ανεξαιρέτως έπαιρναν το μερίδιό τους απ’ την οργή του Χαμζά: Ούτε ένας πρόσφυγας που ήρθε απ’ τα Βαλκάνια ή τον Καύκασο δεν άξιζε μια πεντάρα, όλοι ήταν ανήθικοι, χαλαροί· αν ήταν στο χέρι του, όλους θα τους έστελνε πίσω εκεί απ’ όπου ήρθαν. Οι Κούρδοι ήταν παλικάρια, έντιμοι, αλλά ήταν και προδότες. Όταν υπήρχε η ευκαιρία έπρεπε όλους μαζικά να τους είχαν εξοντώσει, αλλά τώρα πάει, το πουλί είχε πετάξει πια. Οι Αρμένιοι είχαν σκοτώσει πολλούς μουσουλμάνους, αν δεν τους διώχναμε δεν θα έμενε μουσουλμάνος στη χώρα. Οι Ρωμιοί* ενώθηκαν με τους Έλληνες και επιχείρησαν να καταλάβουν τη χώρα με σκοπό να ανασυστήσουν το Βυζάντιο. Κι όταν απέτυχαν, για να εκδικηθούν έκαψαν σαν λαμπάδα την πανέμορφη Σμύρνη. Οι Άραβες μας μαχαίρωσαν πισώπλατα πουλώντας τα εδάφη μας στους άπιστους Άγγλους. Εξάλλου οι Άραβες ήταν αγροίκοι, αμόρφωτοι και βρώμικοι γι’ αυτό δεν έπρεπε να απορεί κανείς με την προδοσία τους. Οι Πέρσες θεωρούσαν σπουδαίο τον εαυτό τους, αλλά στην πραγματικότητα ήταν απατεώνες που δεν ήξεραν παρά να πίνουν κρασί και να απαγγέλλουν ποίηση. Άλλωστε γι’ αυτό είχαμε το ρητό που έλεγε ‘Περσική μπαγαποντιά’. Σου ‘κλεβαν το βρακί δίχως να πάρεις χαμπάρι. Οι τσιγγάνοι ήσαν κλέφτες. Οι Λαζοί βλάκες. Οι Εβραίοι απατεώνες…

Αν απ’ αυτό το παραλήρημα ύβρεων κατά των λαών που ζούσαν στη χώρα έμεναν έξω οι Τούρκοι, τότε θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει τον Χαμζά ένα είδος παράφρονα και να τον αφήσει στον κόσμο του ή να τον αποδεχθεί με κατανόηση και οίκτο. Να όμως που τις πιο βαριές κουβέντες τις φύλαγε για τους Τούρκους.

Για τον Χαμζά ο κύριος εχθρός της Τουρκίας ήταν οι Τούρκοι. Γιατί οι Τούρκοι ήταν τεμπέληδες, ήταν δειλοί. Οι Τούρκοι ήταν μπουνταλάδες, αγράμματοι, οι Τούρκοι ήταν οι μεγαλύτεροι απατεώνες. Τα ηρωικά έπη, οι ιστορίες γενναιότητας ήσαν όλα ψέμα. Ήταν έτοιμοι όποτε η γλυκιά ζωούλα τους κινδυνεύει, να το βάλουν στα πόδια. Στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας οι φυγόστρατοι ήταν περισσότεροι απ’ αυτούς που πολεμούσαν, αλλά αυτό κανείς δεν το ήξερε, κι αν ακόμη το ήξερε δεν έβγαζε τσιμουδιά. Αν καθόταν να γράψει τις βλακείες που έκαναν οι Τούρκοι στη διάρκεια του πολέμου, θα χρειαζόταν αμέτρητα βιβλία. Ωστόσο έκρυβαν τις αλήθειες απ’ το έθνος, προσπαθούσαν να πείσουν τον κόσμο ότι οι πρόγονοι του ήταν γενναίοι. Στο μυαλό όλων των μελών της οικογένειας που τον άκουγαν με ανοιχτό στόμα, ερχόταν η ίδια η ερώτηση που κανένας όμως δεν τολμούσε να ρωτήσει: «Καλά μωρέ παππού, εσύ πολέμησες μόνος σου;»

2

Η πρώτη ένδειξη ξεμωράματος του Χαμζά είχε να κάνει μ’ εμένα και μετά με τη μητέρα μου.

Μια μέρα όπως καθόμασταν στο σαλόνι, γύρισε προς τη μητέρα μου και ρώτησε: «Ποιο είναι αυτό το κωλόπαιδο που γυρίζει πέρα δώθε; Πού το βρήκατε και το φέρατε αυτό το μπάσταρδο, μωρέ Λεϊλά;»

Δεν με είχε γνωρίσει, κατανοητό, είχε όμως χρησιμοποιήσει το όνομα της πρώτης του κόρης που πέθανε από ιλαρά ενώ ήταν έγκυος στη μητέρα μου. Θυμάμαι όταν η μητέρα μου άκουσε να την αποκαλούν ‘Λεϊλά’ αναρρίγησε, ακολούθησε ένας περίεργος μορφασμός που με φόβισε πολύ. Από την άλλη, χάρηκα που ο Χαμζά με είχε ξεχάσει. Ίσως να κατάφερνα να γλιτώσω από τη ρετσινιά του ‘Αρμένη Μουράτ’, να του συστηθώ μ’ ένα ολοκαίνουργιο όνομα, να τον κάνω να μ’ αγαπήσει και να κερδίσω τα χάδια του.

Οι ενδείξεις έπαιρναν αύξοντα αριθμό. Μια μέρα ακούσαμε να χτυπά την πόρτα μας ο ιμάμης. Ήταν έξω φρενών. Δίπλα του στεκόταν ο Χαμζά. «Την ώρα της προσευχής, κι ενώ όλοι οι πιστοί ήσαν γονατισμένοι πάνω στο χαλάκι της προσευχής και προσεύχονταν, τινάχτηκε στον αέρα κι άρχισε να φωνάζει και να βρίζει “Το εδάφιο στον τοίχο είναι γραμμένο λάθος, διορθώστε το!” Ακούστε! Εμείς δεν θέλουμε τέτοιες απρέπειες όσο είμαστε ενώπιον του Θεού. Σας παρακαλώ πολύ, να προσέχετε τον παππού σας. Και θα σας συμβούλευα επίσης να τον πάτε επειγόντως σ’ ένα γιατρό». Και εμείς για πρώτη φόρα τότε μάθαμε ότι ο Χαμζά ξέρει να διαβάζει. Έγραφε και διάβαζε μια διαφορετική γλώσσα, αλλά τέλος πάντων γνώριζε γραφή κι ανάγνωση. Εκείνη τη στιγμή είχαμε νιώσει αμηχανία αλλά και σεβασμό προς το πρόσωπό του.

Για μένα η πιο σημαντική ένδειξη ότι είχε ξεμωραθεί εμφανίστηκε ένα πρωί που γιορτάζαμε τη γιορτή του ραμαζανιού. Τότε με κάλεσε να πάω δίπλα του και μου έδωσε ένα σακούλι ζαχαρωτά. Συμπέρανα, πως είχε ξεχάσει το όνομά μου. Ήμουν σίγουρος πως με είχε ξεχάσει διότι δεν αρκέστηκε στα ζαχαρωτά αλλά μ’ αγκάλιασε σφίγγοντας με πάνω στο στήθος του. Ρούφηξα αχόρταγα την ωραία μυρωδιά του ιδρώτα του που μύριζε σαν τη μυρωδιά του πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν πρόσφυγας, ο Χαμζά δεν ήταν, αλλά οι μυρωδιές του ιδρώτα τους ήταν παρόμοιες. Όταν τους μύριζες έμπαινες σ’ ένα μεγάλο κόσμο, γεμάτο ευτυχία και ασφάλεια…

Νομίζω πως εγώ σκότωσα τον παππού μου τον Χαμζά.

Συνέβη χωρίς να το θέλω, όμως εγώ τον σκότωσα.

Αν εκείνη την ημέρα που γύριζε απ’ το καφενείο δεν έτρεχα σαν τρελός μέσα στο σπίτι πίσω απ’ το χάρτινο αεροπλανάκι μου, δεν έπεφτα πάνω στον Χαμζά την στιγμή που εκείνος άνοιγε τη εξώπορτα για να μπει μέσα, δεν κουτρουβαλούσε καταγής απ’ τη σύγκρουση, δεν πετάγονταν και θρυμματίζονταν τα γυαλιά απ’ το κεφάλι του την ώρα που κατρακυλούσε, αν εμείς δεν είχαμε χαλαρώσει τα μέτρα κατά του κόκκινου βασιζόμενοι στα μαύρα γυαλιά, ως αποτέλεσμα της χαλαρότητας δεν βάζαμε οποιαδήποτε εφημερίδα κάτω απ’ τα παπούτσια που αραδιάζαμε δίπλα στην πόρτα, αν μια απ’ αυτές τις εφημερίδες δεν είχε στην πρώτη σελίδα μια τεράστια φωτογραφία με νεκρούς τρομοκράτες, αν απ’ τα κορμιά των νεκρών τρομοκρατών δεν είχε κυλήσει σαν ποτάμι το αίμα τους, αν τη στιγμή που άνοιγε τα μάτια του στο σημείο όπου κατρακύλησε βογκώντας δεν έπεφτε το βλέμμα του πάνω στην γεμάτη αίματα φωτογραφία, ίσως σήμερα ο παππούς μου να ζούσε ακόμη, κι εμείς όλοι ως έθνος να προσπαθούσαμε να πείσουμε τον εκδότη του βιβλίου Γκίνες, να τον συμπεριλάβει στο βιβλίο ως τον γηραιότερο άνθρωπο του κόσμου…

Καθώς σηκώθηκα όρθιος και τρέμοντας σύγκορμος περίμενα την κατσάδα ή ακόμη κι ένα ηχηρό χαστούκι, εκείνος παρέμεινε κολλημένος χάμω να κοιτάζει τη φωτογραφία. Σε λίγο ανασηκώθηκε ελαφρά, στήριξε την πλάτη του στον τοίχο και κάθισε οκλαδόν. Άπλωσε το χέρι, πήρε την εφημερίδα, έκοψε τη φωτογραφία, την πλησίασε στα μάτια και την εξέτασε λεπτομερώς για αρκετό διάστημα όπως ο κοσμηματοπώλης εξετάζει τα κοσμήματα. Όσο περνούσαν τα λεπτά βάραινε η ανάσα του ενώ τα σκληρά του χαρακτηριστικά άρχισαν να μαλακώνουν. Η γαλήνη επικράτησε σε λίγο στο πρόσωπό του. Νόμισα πως θα γελάσει, όμως δεν γέλασε. Έχωσε τη φωτογραφία στην τσέπη του πουκαμίσου του, σηκώθηκε αργά – αργά, προχώρησε κατευθείαν στο πιο σκοτεινό δωμάτιο του σπιτιού και μπήκε μέσα. Ύστερα άκουσα τον μεταλλικό ήχο του κλειδιού να γυρίζει μέσα στην κλειδαριά και μετά μια φορά, μόνο μια φορά, ένα πνιχτό αναφιλητό…

Ο παππούς έμεινε ακριβώς τέσσερις μέρες στο δωμάτιο, δίχως να δώσει σημασία στις παρακλήσεις μας, δίχως να φάει, να πιει, δίχως να βγάλει άχνα.

Την νύχτα της τέταρτης μέρας όταν όλοι πια υποστήριζαν την ιδέα του θείου μου να σπάσουμε την πόρτα και ενώ όλοι επίσης καταριόταν τον οπτικό της Ιστανμπούλ που ακόμη δεν είχε στείλει τα γυαλιά, αίφνης ο Χαμζά εμφανίστηκε αθόρυβα στην πόρτα του σαλονιού. Φαινόταν εξουθενωμένος. Σε τέσσερις μέρες είχε μείνει πετσί και κόκαλο, είχε χάσει σχεδόν το μισό του επιβλητικού του όγκου. Και ήταν μούσκεμα∙ η μυρωδιά των ούρων μεμιάς γέμισε ολόκληρο το χώρο. Καθώς οι θείες μου ορμούσαν να αρπάξουν απ’ το τραπεζάκι το μπιμπελό του παχυλού βαυαρού χωρικού με το κόκκινο γιλέκο, ο Χαμζά παρέμεινε εντελώς αδιάφορος. Κοίταξε έναν – έναν στο πρόσωπο τους παρευρισκόμενους ενώ στεκόταν μπροστά στην πόρτα. Τη στιγμή που κοίταξε εμένα, αναρρίγησε στοργικά, ή τέλος πάντων έτσι μου φάνηκε εμένα.

Για πρώτη φορά τον έβλεπα χωρίς γυαλιά. Θυμάμαι πόσο όμορφα ήταν τα γαλάζιά του μάτια και πόσο κοφτερό το βλέμμα του. Με το παιδικό μου μυαλό ένιωσα ότι τα συγκλονιστικά του μάτια χαράκτηκαν ανεξίτηλα στην ψυχή μου και ότι αυτά τα μάτια που μόλις ανακάλυψα, πολύ γρήγορα θα τα έχανα και πάλι. Άρχισα να κλαίω. Δεν μπορούσα να συγκρατηθώ, όσο έκλαιγα τόσο περισσότερο ήθελα να κλάψω, κι όσο περισσότερο έκλαιγα τόσο πιο έντονα γινόταν τα αναφιλητά μου. Στο τέλος το κλάμα μου κατέληξε σε θρήνο. Τη στιγμή που ο Χαμζά προχώρησε αργά - αργά προς την πολυθρόνα του και κάθισε αθόρυβα, η μητέρα μου έβγαλε εμένα και τους λυγμούς μου απ’ το σαλόνι.

Το τι συνέβη εκείνη τη νύχτα στο σαλόνι, θα το μάθαινα μετά από πολλά χρόνια απ’ τον μικρότερό μου θείο σε μια ταβέρνα όπου κι οι δυο μας ήμασταν τύφλα στο μεθύσι. Τελικά πιστεύω πως όπως εκείνη τη βραδιά ο θείος μου μόνο μεθυσμένος θα μπορούσε να αφηγηθεί την ιστορία έτσι κι εγώ μόνο μεθυσμένος θα μπορούσα να την ακούσω.

Τώρα δεν έχω τις δυνάμεις να τα αφηγηθώ όλα…

Ο Χαμζά είχε προσπαθήσει να γλιτώσει απ’ τα χέρια των βιαστών κορίτσια και νεαρές γυναίκες, όσες κατάφερε να τις αποσπάσει τις παρέδωσε σε οικογένειες μουσουλμάνων, όσες δεν κατάφερε να τις γλιτώσει, τις βίασε κι ο ίδιος…

Ο Χαμζά είχε δέσει τους άντρες στη σειρά όπως κρεμούν τα ψάρια στο σπάγκο και για οικονομία, αφού τους σκότωσε όλους με μια σφαίρα, μετά τους έριξε στο ποτάμι…

Ο διοικητής είχε διατάξει το Χαμζά να μετρήσει τους χωρικούς που είχαν σκοτωθεί σ’ ένα χωριό. Ο Χαμζά έκανε αυτό που του ζήτησε. Μετά ο διοικητής διέταξε να εξοντώσουν τους συγγενείς των δολοφόνων των χωρικών σε πενταπλάσιο αριθμό που ζούσαν σ’ ένα άλλο χωριό. Ο Χαμζά καθώς διηγιόταν με δάκρυα στα μάτια αυτήν την ιστορία είχε μουρμουρίσει: «Αν μετρούσα έναν νεκρό λιγότερο ή έστω αν ανέφερα έναν λιγότερο, θα γλίτωναν πέντε άνθρωποι».

Ο Χαμζά με τα ίδια του τα χέρια είχε κουβαλήσει τη φιάλη αερίου που προκάλεσε την φωτιά η οποία κατέκαψε μια ολόκληρη γειτονιά της Σμύρνης.

Ο Χαμζά στα βόρεια της περιοχής Ντέρσιμ, σ’ έναν τόπο που λέγεται Κότσγκιρι, είχε διασχίσει το ποτάμι περπατώντας πάνω του όπως ο Μωησής· το ποτάμι ήταν γεμάτο πτώματα…

Ο Χαμζά καθώς πάλευε για ένα κομμάτι ψωμί με τους λιμοκτονούντες συμπολεμιστές του, προσπάθησε να πιάσει την λεπτή άμμο της ερήμου που υψωνόταν προς τα πάνω σαν ομίχλη, κι όταν κατάλαβε ότι του είναι αδύνατο εξοργίστηκε, μανιασμένος άρπαξε το τουφέκι του και χτύπησε τρεις αιχμάλωτους και δυο στρατιώτες.

Ο Χαμζά δεν αγαπούσε το κόκκινο, γιατί ο θάνατος και η βία ήταν αδέλφια του. Ο Χαμζά δεν αγαπούσε ούτε το άσπρο. Γιατί όταν η σφαίρα χτυπούσε στο κεφάλι, το άσπρο εκσφενδονιζόταν παντού. Δεν αγαπούσε ούτε το κίτρινο που κυλούσε απ’ τις μολυσμένες πληγές.

Ο Χαμζά δεν αγαπούσε τα χρώματα που λαμπύριζαν.

Τα χρώματα και οι άνθρωποι έλεγαν ψέματα.

Μετά από ένα μήνα που ακολούθησε εκείνη τη νύχτα, ο παππούς μου πέθανε.

Τα γράμματα με τα οποία έγραψε σε μια κόλλα τη διαθήκη του ήταν καμπυλωτά, απαλά όπως τα κύματα της θάλασσας.

Εδώ κι εκεί υπήρχαν τελίτσες σαν τους γλάρους, σαν τους κορμοράνους.

Δώσαμε τη διαθήκη στον ιμάμη, δεν μπόρεσε να τη διαβάσει.

Την πήγαμε στη Διεύθυνση Εθνικής Παιδείας, κανείς δεν έλυσε το γρίφο.

Εντέλει ένας πανεπιστημιακός καθηγητής τη διάβασε.

Έγραφε τα παρακάτω:

“Η ταμπακέρα μου στον σύντροφο και συμπολεμιστή Άραβα Φαχρί απ’ το Χατάι.

Ο αναπτήρας μου στον Κούρδο Τζεμάλ απ’ το Αμέντ που με γλίτωσε από ενέδρα.

Οι είκοσι λίρες που έχω στη τράπεζα στην αρμενοπούλα Σεχέρ (το πραγματικό της όνομα Χερανούς) απ’ το Τσέρμικ.

Στη θήκη των γυαλιών έχω μια χρυσή λίρα. Κι αυτήν δώστε την στον γαμπρό μου τον πρόσφυγα Χασάν. Ας την ξοδέψει για τις σπουδές του Μουράτ. Εύχομαι να με συγχωρήσει…”

Αύγουστος 2009, Ιστάνμπουλ

* Στην Τουρκία Ρωμιούς ονομάζουν όλους τους Έλληνες που έζησαν υπό την τουρκική κυριαρχία Σ.τ.Μ.

 

© Alexandra Klunsmann
Murat Uyurkulak από την Τουρκία
Murat Uyurkulak. Γεννήθηκε το 1972 στο Αϊδίνι της Τουρκίας. Ξεκίνησε σπουδές νομικών και ιστορίας της τέχνης στη Σμύρνη, τις οποίες διέκοψε. Πήγε να ζήσει στην Κωνσταντινούπολη, όπου δούλεψε, μεταξύ άλλων, ως σερβιτόρος, μεταφραστής, δημοσιογράφος και εκδότης. Σήμερα είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Έχει μεταφράσει στα τουρκικά έργα, μεταξύ άλλων, του Edward Said και του Mikhail Bakunin. Το πρώτο του μυθιστόρημα  Tol εκδόθηκε το 2002 στην Κωνσταντινούπολη και προκάλεσε αίσθηση. Έκτοτε ο Murat Uyurkulak θεωρείται σημαντικός εκπρόσωπος της σύγχρονης τουρκικής λογοτεχνίας. Το 2006 κυκλοφόρησε στην Κωνσταντινούπολη το μυθιστόρημά του Har, το οποίο επίσης απέσπασε διθυραμβικές κριτικές. Σε γερμανική μετάφραση κυκλοφορεί το Zorn (Ζυρίχη 2008).

 

Μετάφραση του Gerhard Meier
Gerhard Meier, γεννήθηκε το 1957. Το 1986 ολοκλήρωσε τις μεταφραστικές σπουδές στα γαλλικά και τα ιταλικά, στο Πανεπιστήμιο του Μάιντς στο Germersheim. Από το 1982 άρχισε να μαθαίνει την τουρκική γλώσσα ως αυτοδίδακτος. Από το 1986 ζει στη Γαλλία, κοντά στη Λυόν και εργάζεται ως μεταφραστής λογοτεχνίας από τα γαλλικά και τα τουρκικά στα γερμανικά. Από τα γαλλικά έχει μεταφράσει έργα των Amin Maalouf, Henri Troyat, Jules Verne, Jacques Attali και Paco Rabanne, από τα τουρκικά έργα των Hasan Ali Toptaş, Orhan Pamuk, Murat Uyurkulak, Ahmet Hamdi Tanpınar και Murathan Mungan.