Το τόλμημα της μνήμης

Πατρίδα

Επιλογή ποιημάτων της Tatjana Gromaca, ποιήτριας από την Ίστρια. Μετάφραση: Ισμήνη Ραντούλοβιτς.

Πατρίδα

Βρόμικος δρόμος, άδεια λεηλατημένα διαμερίσματα, φτωχολόι και κλέφτες, βουβές αυτοκτονίες.
Αρρώστιες, ακάθαρτες καταγωγές και λανθασμένες σκέψεις, πιέσεις και συμπιέσεις,
ξεράσματα στο δρόμο, τρύπες, εξογκώματα, βρομιά, παχύσαρκοι εισπράκτορες με
χοντρούς σβέρκους, σκληρότητα, αγένεια, υποταγή και περιφρόνηση, απέχθεια.
Απόρριψη, αγένεια, έλλειψη πολιτισμού, έλλειψη πρακτικού νου, ανικανότητα.
Παιδεμός, ταπείνωση, θανάτωση, εξόντωση του διαφορετικού.
Ψέμα και υπακοή.
Νέκρα, υπακοή.

Δαίμονες

Δαίμονες της οικογένειας, οι πιο τρομεροί, σκοτεινοί δαίμονες.

Την εποχή των λευκών Χριστουγέννων.

Φόβοι, φόβοι από τους δαίμονες της οικογένειας, μίσος για τις ρίζες, μίσος για το ίδιο σου το αίμα, για τη φυλή.

Νυχτερινό λυχνάρι που σπάει, στρώμα γεμάτο αίμα, ξύλινο κρεβάτι σπασμένο σε κομμάτια μοιάζει τώρα με σορό, και περιμένει.

Ευτυχισμένοι δολοφόνοι

Κρυστάλλινη καθαρή νύχτα, ταξίδι με το αυτοκίνητο.
Παγωμένη νύχτα, που φιλάει το κρύο και την πάχνη.
Φύγαμε από το φλεγόμενο σπίτι, αφήσαμε λαμπρή, τυλιγμένη φλόγα.
Είναι φωτεινός και ξάστερος ο ουρανός.

Το τέλειο σχήμα της ύπαρξης

Να κουλουριαστείς, να σκύψεις. Να γίνεις μικρότερος απ' ό,τι είσαι.
Να περπατάς τη γη σαν ασκητής, σαν ζητιάνος,
απελευθερωμένος από κάθε χαρακτηριστικό, κάθε αποσκευή.
Να είσαι αόρατος. Να έρπεις αναφωνώντας, ναι!
Να μην τραβάς την προσοχή πάνω σου.
Να μην καταλαμβάνεις χώρο, να μην ενοχλείς τα άλλα ζώα.
Να χωθείς σε μια γωνιά χωρίς ορατά σημεία ζωής.

Εμείς

Εκείνοι θα επιθυμούσαν την εξομολόγηση
Μόνο την εξομολόγηση και το παίδεμα της ψυχής
κι όταν νιώσουν  πίκρα και πόνο
είναι σαν να κουρνιάζουν για λίγο.

Κάθομαι δίπλα στο παράθυρο σε ξύλινο παγκάκι
που βρέθηκε σε αποθήκη παλιών επίπλων.

Κάποιος προφανώς θα μπορούσε να φθονεί και γι' αυτό;

Δίπλα στα πόδια κλαριά δάφνης και δενδρολίβανο
που κόπηκαν σε κυριακάτικη βόλτα δίπλα στη θάλασσα
κάπου όπου ο άνθρωπος αποκοιμήθηκε μέσα στο αυτοκίνητο.

Ίσως και να κείτονταν νεκρός;

Οι ώρες και τα λεπτά κυλούν υπερβολικά γρήγορα.
Οι γλάροι μονάχα στρίβουν αργά στον ουρανό
με αχόρταγα ορθάνοιχτα φτερά.

Προαναγγέλλουν τον κατακλυσμό
την αρρώστια, την πείνα, την φτώχεια και το θάνατο.
Εντέλει, είναι κάτι που αξίζει την προσμονή.

Χειμερινή κάρτ –ποστάλ

Χειμερινή κάρτ -ποστάλ.

Αυτός είναι ο τίτλος της νουβέλας που θα γράψω.

Θα πάω εκεί, θα περάσω μια-δυο εβδομάδες σ' αυτή την πόλη.

Το χειμώνα, φυσικά.

Όλα θα είναι σκεπασμένα με χιόνι.

Χαμηλά, φθαρμένα σπίτια,
δρόμοι και γέφυρες.

Τα ποτάμια θα είναι παγωμένα.

Αραιά και που, τρύπες στον πάγο που άνοιξαν οι ψαράδες
ψαρεύοντας στην όχθη.

Δύο ψαράδες στη βάρκα
με τις πλάτες γυρισμένες ο ένας στον άλλο.

Θα βάλουν ντενεκέ στον ξύλινο πάτο.
Θα ανάψουν φωτιά για να ζεσταθούν.

Καλαμπόκια σκεπασμένα με χιόνι.
Μυτερά καλάμια των καλαμποκιών
θα ξεπροβαίνουν από την παγωμένη γη.

Αδειανές αυλές.
Χαμηλά, θαμνώδη δένδρα.

Το σούρουπο,
το φως θα ανάβει στο βάθος του άλσους,
στο κίτρινο σπίτι, πίσω από το χρυσό μέγαρο.

Έρημοι επαρχιακοί δρόμοι.

Κανένας γενναίος ποδηλάτης.

Μικρά σπίτια εκεί μακριά, χωράφια μες στο χιόνι.

Ηλικιωμένες με μαντήλια.

Κάμπος.

Ευχάριστη κολλητική μελαγχολία.

 Ξύλινες κολώνες.

Αδύναμη λάμψη φωτός.

Μακρινό γάβγισμα σκυλιών.

Σκοτάδι.

Εκεί

Εκεί στέκονται ακόμη

μικρά σπίτια με ραγισμένα παράθυρα.

 

Τάβλες καρφωμένες με καρφιά

στη θέση όπου ήταν η πόρτα.

 

Φυματικές στοές.

 

Κτίρια στην αυλή όπου κυριαρχούν οι πλουμιαστές

σιδεριές των μπαλκονιών

κι από κάτω μαζεύονται οι γάτες.

 

Περιμένω μια γυναίκα με κόκκινο νεγκλιζέ

να εμφανιστεί και να τους φέρει ψωμί μουσκεμένο στο γάλα

όπως συνήθιζε να κάνει

χρόνια πριν.

 

Βρίζει και εξαφανίζεται στην τουαλέτα της αυλής.

Η οδός Κόλοντβορσκα είναι ίδια

όπως ήταν και την εποχή που την ζωγράφιζε ο Μίλαν Στάινερ.

Εδώ βρίσκεται και η εβραϊκή συναγωγή,

πίσω από το άλσος,

απέναντι από το καφενείο που έπεσε η βόμβα.

 

Στα υπόγεια διαμερίσματα

σιγανά σβήνουν τα φώτα.

 

Τα σπίτια των προσφύγων, των εκτελεσμένων, των αγνοουμένων

ακτινοβολούν το κενό των φαντασμάτων.

 

Έχει περάσει άλλος ένας πόλεμος,

και οι χειρότεροι μισθοφόροι και δούλοι του

ακόμη και σήμερα είναι εκείνοι στους οποίους σκυμμένοι υποκλινόμαστε.

Η μυρωδιά του χώματος

Ύστερα από ταξίδι
όπως ύστερα από έρωτα.
Με το κενό και
τις τύψεις.

Ξανά στα δικά μας χώματα
όπου αρχίζει η έλλειψη κατανόησης και αρμονίας.

Ο πόνος σαν τη φωλιά του κούκου πλεγμένη μες στα στήθη.

Η μυρωδιά της πατρικής γης – ζεστή και υγρή,
ερωτική σαν τη μυρωδιά του αίματος.

Που μεταδίδεται με τον παραλογισμό και το πάθος
τη μοναξιά και τις ψευδαισθήσεις
ως τις σπάνιες σταθερές
της ύπαρξης.

Κρακοβία 1989

Μπορώ να υποθέσω ότι αυτό το συγκέρασμα το είχε προκαλέσει η αρχιτεκτονική.

Ο άνεμος γύρω από το παλάτι Wawel.

Η στοά μέσα από την οποία διέρρεε η κρύα ανάσα του παρελθόντος.

Οι άνθρωποι στις ουρές που περιμένουν για βότκα...

 

Τί στ' αλήθεια είχε συμβεί μ' εμένα και την Πολωνία;

Αγόρασα δαχτυλίδι από κεχριμπάρι πολύ μεγάλο για το άμαθο χέρι μου,

δερμάτινο παλτό από μια γυναίκα στο δρόμο.

Ένας άγνωστος Πολωνός μου χάρισε βιολέτες

αφού προσκύνησε προηγουμένως ταπεινά στον καθεδρικό ναό.

 

Όλα τα θεωρούσα σημάδι, όλα.

Όλα πολύτιμα και για φύλαξη.

 

Και οι αποξηραμένες βιολέτες φυλάσσονταν στο συρτάρι μου χρόνια.

 

Σήμερα ξέρω ότι τα πράγματα πρέπει να πετιούνται.

Να μη θλίβεσαι υπερβολικά για τίποτα, να σκληρύνεις την καρδιά.

Την Κρακοβία να μην ονειρεύεσαι.

Νόβα Γκραντίσκα, Οκούτσανι, Νόβσκα

Νόβα Γκραντίσκα, Οκούτσανι, Νόβσκα.

Η δυστυχία του πολέμου που σάρωσε τα πάντα.

Η παρουσία του εκεί είναι ακόμη έντονα αισθητή.

 

Αραδιασμένα σπίτια στην άκρη του δρόμου απελπιστικά έρημα.

Ανθρώπινο πρόσωπο στο παράθυρο, απασχολημένο με τις δουλειές του σπιτιού.

Ένα παιδί, η μητέρα φέρνει γλυκό.

 

Σπίτια κατατρυπημένα από τα πυρά.

Σπίτια με τεράστιες τρύπες από ρουκέτες.

Πλαστικό τεντωμένο σαν ιστός της αράχνης πάνω από τις τρύπες.

Παιδική ηλικία

Στυφά πρωινά από τις καμινάδες των εργοστασίων,

οι φλόγες των διυλιστηρίων από τις οποίες λάμπουν ο φόβος και η αγονία.

 

Η μυρωδιά του ποταμού και ο κνησμός της τσουκνίδας,

τα  αφρώδη κεφάλια των άγριων ραδικιών

οι πρώτες αμαρτίες της πρώιμης παιδικής ηλικίας...

 

Ο αγελαδάρης που με το μαστίγιο χτυπάει το κοπάδι,

ο καπνοδοχοκαθαριστής που ξεπροβάλλει από την καμινάδα.

 

Σμήνος κορακιών στα φυλλώματα των δαμασκηνιών.

 

Η βαριά σκουριά των φορτηγών πλοίων

μια αιώρα κάτω από την χοντρή καρυδιά.

Νύχτα στο μαύρο δάσος

Ο ήλιος είναι ήδη δίπλα στο δάσος
μαύρο σαν το κάρβουνο.

Το έλος, η φουντωμένη ιτιά.

Ένα σπίτι με πεσμένη σκεπή
με σπασμένα παράθυρα.

Ξεχειλίζουν οι χώροι,
τα ποτάμια.

Διέσχισα μερικά κράτη αυτές τις μέρες.

Τόσοι άνθρωποι πέρασαν από τη ζωή μου.

Κατάφερα άραγε να τους πληγώσω αρκετά
ώστε να με θυμούνται λίγο ακόμη για το κακό;

Αποθήκες σανίδων, εργοστάσια τούβλων, πρώην κτίρια πολεμοφοδίων.

Ήμουν χαιρέκακη,
χωρίς αρκετό αυτοέλεγχο .

Σε ανεπίσημη παρέα, διαδοχικά
Πέταγα περιττές κουβέντες για τους άλλους.

Η άσκοπη φλυαρία είναι το μεγαλύτερο έγκλημα του διανοούμενου
του εικοστού αιώνα,
είχε γράψει ο Τσάσλαβ Μίλος.

Ο ήλιος δύει πίσω από το μαύρο δάσος.
Τα σπίτια σαν μικρά έργα του γλύπτη,
σκορπισμένα στη βάση του πράσινου λόφου.

Θα με περιγελάσουν
οι πιο κακεντρεχείς από μένα
για τον ιδεαλισμό και την αγάπη για την αλήθεια.

Δεν μπορώ να επιβιώσω στον κόσμο
στον οποίο κάποιος πρέπει να στέκεται πίσω μου.

Το ποτάμι παρασύρει τα σάπια κλαριά,
οι λόφοι είναι σκεπασμένοι κυματιστά από χώμα.

Επίσημη στις πλαγιές.

 

© Radenko Vadanjel
Tatjana Gromaca από την Κροατία
Tatjana Gromača. Γεννήθηκε το 1971 στο Sisak της Κροατίας. Ζει στην περιοχή της Κεντρικής Ίστρια και της Πούλα. Σπούδασε συγκριτική λογοτεχνία και φιλοσοφία στο Ζάγκρεμπ. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της το 1995. Επί πολλά έτη έγραφε λογοτεχνικά ρεπορτάζ, κριτικές βιβλίων και άρθρα πολιτιστικών θεμάτων στη θρυλική κροατική εβδομαδιαία εφημερίδα „Feral Tribune“, που δεν εκδίδεται πλέον. Από το 2008 διατηρεί πολιτιστική στήλη και αρθρογραφεί για την ημερήσια εφημερίδα „Novi list“. Συγγραφέας ποιημάτων, πεζογραφημάτων και δοκιμίων. Έχει εκδώσει πλήθος βιβλίων, μεταξύ των οποίων: Bijele vrane – priče iz Istre, συλλογή πεζογραφημάτων-ντοκουμέντων (Ζάγκρεμπ 2005), Crnac, νουβέλα (Ζάγκρεμπ 2004), Nešto nije u redu?, τόμος ποιημάτων (Ζάγκρεμπ 2000). Μια επιλογή των ποιημάτων της κυκλοφόρησε στα γερμανικά με τον τίτλο Stimmt was nicht? από τις εκδόσεις Thanhäuser, για τα οποία έλαβε το 2001 υποτροφία της Ακαδημίας των Τεχνών στο Βερολίνο.

 

Μετάφραση του Fabjan Hafner
Fabjan Hafner, γεννήθηκε το 1966 στο Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας. Σπουδές Γερμανικής Φιλολογίας και Σλαβικής Φιλολογίας (σλοβενικά) στο Γκρατς και στο Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας (1984-92), μεταπτυχιακό, διδακτορική διατριβή. Συγγραφέας και στις δύο γλώσσες της Καρινθίας (γερμανικά και σλοβενικά). Μεταφραστής λογοτεχνίας από τα σλοβενικά, τα κροατικά και τα σερβικά στα γερμανικά. Θεωρητικός της λογοτεχνίας, επιμελητής. Από το 1998 συνεργάτης του Ινστιτούτου Robert Musil για την έρευνα της λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Κλάγκενφουρτ. Έχει μεταφράσει 32 έργα, κυρίως ποίηση (Kajetan Kovič, Maruša Krese, Ana Ristović, Tomaž Šalamun, Maja Vidmar, Dane Zajc, Uroš Zupan). Επιστημονικό βραβείο της Österreichische Gesellschaft für Germanistik το 2006. Βραβείο Μετάφρασης Petrarca το 1990. Αυστριακό Κρατικό Βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης το 2006. Βραβείο ευρωπαϊκής ποίησης της πόλης Münster το 2007.