Το τόλμημα της μνήμης

ΊΖΕΤ

  • Read in Bulgarian by the author
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.
  • An excerpt from Izet by Valeri Petrov
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.

Λογοτεχνικό δοκίμιο του ποιητή Valeri Petrov από τη Βουλγαρία, και μια επιλογή (από τον ίδιο) ποιημάτων του Βόσνιου συναδέλφου του Izet Sarajlić. Μετάφραση: Ζντράβκα Μιχάιλοβα και Ισμήνη Ραντούλοβιτς (ποίηση). Θα ήθελα να προφυλάξω τους αναγνώστες από ενδεχόμενα λάθη. Το πορτραίτο που περιγράφεται δεν είναι του γράφοντος, αλλά εκείνου στον οποίο αναφέρονται. Σκέφθηκα ότι θα ανταποκρινόταν περισσότερο στο πνεύμα αυτής της συλλογής κειμένων αν συμμετείχα όχι με δικό μου έργο, άλλα με την προσωπογραφία ενός ομότεχνού μου ποιητή από μια κοντινή χώρα. Η χώρα αυτή είναι η Βοσνία, και το όνομα του ποιητή είναι Ίζετ Σάραιλιτς.

Μέχρι πριν από καμιά τριανταριά χρόνια το όνομα αυτό δε μου έλεγε τίποτα. Ελάχιστα ήξερα και για τη Βοσνία. Και αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο: πρόκειται για ένα άχαρο γεγονός, αιτία ή συνέπεια πολλών διαφορετικών καταστάσεων, δηλαδή, του ότι οι βαλκανικοί λαοί ελάχιστα γνωρίζονται μεταξύ τους. Είμαστε γείτονες εδώ και χιλιετίες, ενώ ξέρουμε τόσα λίγα για τους πολιτισμούς μας, το παρελθόν και το παρόν μας. Δίκαια θυμώνουμε με την πολιτισμένη Δύση για το ότι εκ των προτέρων, χωρίς να μας γνωρίζει, προκατειλημμένα αγνοεί τις λογοτεχνίες μας, όμως εμείς οι ίδιοι με τα μάτια στραμμένα προς τα πολιτιστικά της κέντρα δεν αξιώνουμε τον γείτονα ούτε με ένα βλέμμα! Ειδικά τώρα τελευταία. Παραδείγματος χάριν, εγώ ο ίδιος κατά το ξεκίνημά μου στη λογοτεχνία επιρρεάστηκα από την ποίηση των γεωγραφικά απομακρυσμένων χωρών Γαλλίας, Ιταλίας, Γερμανίας και Ρωσίας, ενώ ακόμη και για τους μεγαλύτερους ποιητές των γειτόνων μας: την πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία, τη Ρουμανία, την Τουρκία και την Ελλάδα δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Εκείνο που μου χάρισε η οικειότητα με τον Ίζετ με βοήθησε προσωπικά να συνειδητοποιήσω πιο ξεκάθαρα αυτό το μεγάλο παράδοξο.

Μέχρι πρόσφατα δεν έβρισκα εξήγηση για το πώς και γιατί γίναμε φίλοι. Για πρώτη και τελευταία φορά ειδωθήκαμε πριν από πάρα πολλά χρόνια σε μία συνάντηση συγγραφέων στη Βουδαπέστη. Απ’ αυτήν έχω συγκρατήσει στη μνήμη μου μόνο το γεγονός πως όταν οι διοργανωτές μας μοίρασαν τις καρτελίτσες στις οποίες έπρεπε να γράψουμε τα όνοματά μας ένας από τους συνέδρους εμφανίστηκε έχοντας γράψει στη δική του „Χάινριχ Χάινε – Γιουγκοσλαβία”.

Και αυτός ήταν ο Ίζετ. Η εκδήλωση αυτή ενός ελεύθερου, μη συμβατικού πνεύματος με έλκυσε σ’ αυτόν, ενώ και εκείνος αποδείχθηκε ανοιχτός για νέες γνωριμίες. Δεν θυμάμαι τι κάναμε στις λίγες μέρες της συνάντησης και δε νομίζω ότι διαβάσαμε τους στίχους ο ένας του άλλου ή ότι αφηγηθήκαμε τα βιογραφικά μας (χρόνια αργότερα μάλιστα συνειδητοποίησα ότι είναι μουσουλμάνος από το Σεράγιεβο), όμως χωρίσαμε σαν φίλοι και μετά συνεχίσαμε, έστω με μεγάλα διαλείμματα, να αλληλογραφούμε.

Ύστερα, όταν συνέβησαν τα γεγονότα εκείνα που άλλαξαν εκ βάθρων τη μορφή της Βαλκανικής Χερσονήσου, οι σχέσεις μας διακόπηκαν. Διερωτόμουν τί άραγε να κάνει ο δικός μου βαλκάνιος Χάινε στην κατακερματισμένη Βοσνία του, πρώην κομμάτι της διαλυμένης Γιουγκοσλαβίας, τί άραγε να γράφει, ποιά πλευρά να πήρε στον αδελφοκτόνο πόλεμο. Επειδή όμως δεν εμπιστευόμουν τα ταχυδρομεία, έτσι παρέμεινα με τα ερωτήματά μου. Μόλις πρόσφατα, όταν διάβασα τους τελευταίους του στίχους από το πολιορκημένο Σεράγιεβο, τους οποίους μου έστειλε ο ίδιος, κατάλαβα ότι ήταν λάθος αυτή η σιωπή μου. Ο Ίζετ περίμενε από τους φίλους του στο εξωτερικό, όπως γράφει ο ίδιος σε ένα απίστευτα θλιμμένο ποίημα (δες τη σελίδα ?), „να χτυπήσουν το κουδούνι της πόρτας του”, ενώ οι φίλοι του – συμπεριλαμβανομένου και εκείνου από τη Βουλγαρία – ούτε φωνή, ούτε ακρόαση! Για να εξιλεωθώ, έστω εν μέρει, πριν από δύο χρόνια αποφάσισα να δώσω λίγη χαρά στον ποιητή, μεταφράζοντας και δημοσιεύοντας στη χώρα μου μερικά ποιήματά του. Και μόλις καταπιάστηκα με τη μετάφρασή τους, κατάλαβα με ποιόν είχα να κάνω.

Δεν βρίσκω τα λόγια να περιγράψω πόσο πολύ με συγκίνησε η ποίηση του φίλου μου, ειδικά εκείνη από τα χρόνια του πολέμου. Όταν παρακολουθήσει κανείς την εξέλιξή του βλέπει ότι από τη σκοπιά της μορφής τους ο ποιητής κινείται από τον κλασικό, αν και όχι πολύ αυστηρά τηρούμενο στίχο, προς τον σχεδόν απροκάλυπτα πεζό λόγο. Εμένα, ως οπαδού της παραδοσιακής ομοιοκαταληκτικής τεχνοτροπίας, αυτό δε θά’ πρεπε να μου ήταν πολύ ταιριαστό, όμως συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Ποιά ήταν η αιτία γι’ αυτό; Νομίζω ότι ο κάθε αναγνώστης των παρακάτω κεμένων δεν θα δυσκολευτεί να δώσει μια απάντηση στην ερώτηση αυτή: ήταν η απίστευτη αλήθεια και ειλικρίνεια της κάθε του λέξης. Και ο ίδιος ο ποιητής μάλλον είχε συναίσθηση γι’ αυτό, επειδή κάπου, μόνο εκ πρώτης όψεως παράδοξα, λέει ότι „τα πιο αποτυχημένα ποιήματα είναι εκείνα που προσπαθούν να είναι ποιητικά”, ένω κάπου αλλού αναφέρει πως „όταν η αλήθεια μπολιάσει τον στίχο, η παρέμβαση του ποιητή είναι περιττή”. Από την πλευρά μου, ελαφρώς αστιευόμενος, έλεγα στον εαυτό μου: πόσο εύκολο μπορούσε να είναι το γράψιμο: απλά αφηγείσαι για τον εαυτό σου, για την οικογένεια, τους φίλους σου, για τα πράγματα, όπως αυτά συνέβησαν, και το ποίημα είναι έτοιμο!...

Πιο εύκολο; Πιο εύκολο είναι όντως όταν κανείς έχει ψυχή σαν εκείνη του Ίζετ, όταν αυτός ο τρόπος γραφής δεν αποτελεί λογοτεχνική τεχνοτροπία και είναι ο μοναδικός τρόπος να μιλάς με τον συνάνθρωπό σου. Στην ουσία σ’ αυτό κρυβόταν η γοητεία της ποίησης που μετέφραζα. Όλές οι σκέψεις και τα αισθήματα που ανάβλυζαν απ’ αυτήν, ήταν πολύ κοντά στον πεζό λόγο, και παρασάγγας απείχαν από την επίδειξη. Και από την τεχνητή ωραιοποίηση. Καλοσυνάτα, μειλίχια, ζεστά, επιβεβαίωναν εκείνο που είχα ακούσει για τη ζωή και τη στάση του ποιητή κατά τις μαρτυρικές για την πόλη του μέρες, για το πως εν μέσω της αιματοχυσίας και καταστροφών, αν και είχε χάσει τους πιο κοντινούς του συγγενείς και φίλους, παρολαυτά είχε διαφυλάξει την ανθρωπιά του, πως με στίχους και κοινωνικές πράξεις στις δύσκολες και περίπλοκες στιγμές εκείνες είχε κερδίσει οριστικά την αγάπη του λαού του, ο οποίος έτσι και αλλιώς τον αγαπούσε, και έγινε ο πιο αγαπημένος του σύγχρονος ποιητής. Πιθανόν οι ομότεχνοί του στην άλλη πλευρά του μετώπου – σκεφτόμουν – να είχαν τις δικές τους αλήθειες, διαφορετικές, όμως σχετικά με το ποιός είχε δίκιο και ποιός άδικο δε θα μπορούσα να κρίνω εκ του μακρόθεν. Μόνο αισθανόμουν ότι η πνοή της ποίησης του Ίζετ, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, υψωνόταν πάνω από τα μίση και τα πάθη. Και λέω „σχεδόν”, επειδή που και πού στους στίχους που μετέφραζα υπεισέρχονταν και η οργισμένη στηλίτευση της αντιμαχόμενης πλευράς, αλλά ποιός ξέρει, ίσως τα πράγματα να είχαν έτσι που... Όπως είπα, η ποίηση στην οποία αναφέρομαι, ήταν υψηλής στάθμης και αυτό σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να είναι ψεύτικη.

Ύστερα υπήρχε και κάτι άλλο, νομίζω ότι η αδελφότητα των ποιητών πρέπει να σταθεί υπεράνω των πολυάριθμων σκοπιμοτήτων, ενώ και άλλος ένας λόγος που με εξώθησε στη μετάφραση ήταν αυτή η αίσθηση οικειότητας με τον ποιητή. Αποδείχθηκε ότι μας συνέδεαν πολλά. Ίδιες ήταν και οι κοινωνικές ιδέες που φλόγισαν τα νιάτα μας, καθώς και οι αγαπημένοι μας συγγραφείς, ζωγράφοι, κινηματογραφιστές, η στάση μας απέναντι στους νεωτερισμούς στην παγκόσμια σύγχρονη λογοτεχνία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, από την ανάγνωση των σχεδόν πάντα αυτοβιογραφικών του στίχων κατάλαβα ξάστερα, ότι πολλές ομοιότητες υπήρχαν και στις, κατ’ευφημισμόν, περιπέτειες της ζωής μας. Ότι είχαμε την ίδια στάση απέναντι σ’ αυτές, καθώς και οι πικρές, αν και όχι εντελώς στερούμενες ελπίδων σκέψεις και αισθήματα που προκλήθηκαν από τη βεβήλωση των ονείρων της νιότης μας και την κατάρρευση του κόσμου που ονειρευόταν η γενιά μας... Πόσο ωραία και εύστοχα τό’ χει πει ο ίδιος: „Τα κομμουνιστικά μας όνειρα άξιζαν όλες τις μετέπειτα απογοητεύσεις μας!”

Προηγουμένως εξέφρασα την κατάπληξή μου για το γεγονός, ότι τόσο γρήγορα χωρίς να γνωριζόμαστε, γίναμε φίλοι οι δυό μας. Βαθμιαία καταλάβαινα ότι πιθανόν κάπως ενστικτωδώς, μέσω κάποιων μικροκυμάτων που εκπέμπαμε διασθανθήκαμε ότι τα πράγματα που μας συνδέουν είναι πολύ περσσότερα από εκείνα που είμασταν σε θέση να ανακαλύψουμε ο ένας για τον άλλον κατά τις μετρημένες μέρες εκείνου του συνεδρίου πριν από χρόνια. Όπως στα παγόβουνα αυτή ήταν η κρυμμένη μας επιφάνεια... Κι όμως όχι, η σύγκριση αυτή δεν είναι εύστοχη, καθώς τα παγόβουνα είναι κάτι το κρύο, ενώ η συνάντησή μας ήταν απίθανα ζεστή.

Και δεν θα επαναληφθεί. Η επιθυμία μου να δώσω λίγη χαρά στον Βόσνιο φίλο μου δεν έγινε πραγματικότητα, καταμεσίς της δουλειάς μου έφτασε η είδηση ότι εκείνος άφησε τον αμαρτωλό τούτο κόσμο. Τα πικρά αυτά νέα διεύρυναν την αρχική ιδέα που είχα συλλάβει, - δηλαδή να μεταφράσω μερικά μόνο ποιήματα – σε μία εκλογή ποιημάτων από τον πρόλογο της οποίας δανείζομαι και πολλά απ’ όσα γράφω εδώ. Είχα αργήσει, όμως με παρηγορούσε κάπως η σκέψη, ότι οι ποιητές εξακολουθούν να ζουν και μετά την ημερομηνία του θανάτου τους και ότι οι μεταφράσεις μου θα βοηθούσαν για τη δεύτερη ζωή του θαυμάσιου ποιητή και ανθρώπου Ίζετ Σάραιλιτς.

Οδηγούμενος από το ίδιο σκεπτικό δημοσιεύω μερικά από αυτά και εδώ. Θα πρέπει να μεταφραστούν στα γερμανικά γι’ αυτό επίτηδες επέλεξα ποιήματα της δεύτερης περιόδου του ποιητή, δηλαδή εκείνης του ελεύθερου στίχου, τα οποία μετά την απόδοσή τους στις δύο ξένες γλώσσες έχουν απομακρυνθεί λιγότερο – και στο μέτρο του δυνατού – λιγότερο θα απομακρυνθούν από τα αντίστοιχα πρωτότυπα. Ελπίζω κατ’ αυτόν τον τρόπο οι αναγνώστες να αισθανθούν την ομορφιά τους και να τα πάρουν – όπως λέμε εμείς οι βούλγαροι - κατάκαρδα, δηλαδή κοντά στις καρδιές τους.

 
Ιζετ Σάραϊλιτς

Ο δικός του δρόμος

Κι εκείνος ονειρευόταν το πατημένο χορτάρι, την ξεκούμπωτη
γυναικεία μπλούζα.

Ήταν νέος.
Χωρίς την μετά θάνατον ζωή του,
ήταν μόλις δεκαοκτώ χρονών.

Εσείς δεν είδατε ποτέ να αλλάζει η έκφρασή του προσώπου του.
Εσείς γνωρίζετε μόνο το δρόμο του.

Μα εγώ τον ξέρω
όταν από παλιούς κινητήρες και σανίδια έφτιαχνε αεροπλάνο που
δεν πέταξε ποτέ.

όταν έλεγε στον πατέρα του
ότι στη μάχη αυτή κάποιος πρέπει και να πέσει,

όταν μεταξύ δύο συλλήψεων ρωτούσε τη μάνα του
Μάνα, μ' αγαπάς;

- και πάνω από τα θολά της μάτια κοιτούσε ώρα πολλή προς το βάθος του
δρόμου,
εκείνου
που  σήμερα φέρει το όνομά του.
(1963)

Χέρια

Πέντε ολόκληρα χρόνια
κρατούσε το κοντάκιο του τουφεκιού
το χέρι του στρατιώτη.

Ήταν αναγκασμένο
να αποτελειώσει το αγαπημένο του σκύλο:
το χέρι του κυνηγού.

Μια ζωή
έμπηγε γροθιές;
το χέρι του πυγμάχου.

Ολόκληρη ζωή
έφερνε το ποτήρι στα χείλη:
το χέρι του μεθύστακα.

Ιδού λοιπόν και ένα τυχερό χέρι
που είκοσι χρόνια σε
χαϊδεύει.

Ιδού και ένα τυχερό χέρι!
(1968)

Τίποτε δεν θα με αναζωογονούσε τόσο

Τίποτε δεν θα με αναζωογονούσε τόσο
όσο η δυνατότητα να βρεθώ ξανά
ως εικοσάρης
πάνω στην ίδια άμαξα
κάτω από την ίδια ανοιξιάτικη βροχή που έπεφτε και τότε πάνω μας
με την μελλοντική συντρόφισσα Σάραϊλιτς
κατευθυνόμενος προς την Πόποβατσα του Ζέλιο.
Αν και,
λόγω του πολύ χαμηλού ηθικού επιπέδου της χώρας,
δεν πιστεύω ότι θα ξαναπεράσω ποτέ με σοσιαλιστικό καθεστώς
την οδό Όγκνιενα Πρίτσε,
την ίδια αυτή Πόποβατσα του 1950, έχω όμως ακόμα το δικαίωμα να
πιστεύω!

Η θεωρία της απόστασης

Την θεωρία της απόστασης την ανακάλυψαν  οι εκ-των-υστέρων,
εκείνοι που για τίποτε δεν θέλουν να ρισκάρουν.
Εγώ ανήκω σ' εκείνους τους άλλους
που θεωρούν ότι για τη Δευτέρα
πρέπει να μιλάμε τη Δευτέρα.
Την Τρίτη ίσως είναι πολύ αργά.

Είναι δύσκολα φυσικά στο υπόγειο
ενώ από πάνω σου πετάνε ρουκέτες
να γράφεις ποιήματα.

Ακόμη πιο δύσκολο είναι μόνο
να μη γράφεις!

Οι πόλεμοι στις ζωές μας

Ο Μάρκο Μπάσιτς στη ζωή του βίωσε
δύο βαλκανικούς και δύο παγκόσμιους πολέμους.
Τούτος είναι ο πέμπτος του.

Για μένα και τη γενιά μου – ο δεύτερος.

Ενώ για τον Βλάντιμιρ
που είναι δεκαοκτώ μηνών
αυτή τη στιγμή θα μπορούσαμε να πούμε
ότι τη μισή του τη ζωή
την πέρασε σε πόλεμο.

Μετά τον τραυματισμό στον Μίκι Μάσλιτς

Χθες βράδυ στον ύπνο μου
ήθρε ο Σλομπόνταν Μάρκοβιτς
να ζητήσει συγγνώμη από τα τράυματά μου.

Αυτή ήταν και η μοναδική σερβική συγγνώμη
για όλο αυτό το διάστημα

και αυτή στον ύπνο μου
και μάλιστα απο νεκρό ποιητή.

Στον Βλάντα Ντίβιακ (στιχουργό και λογοτέχνη)

Ευτυχώς, φίλε, που αναπαύεσαι στο κοιμητήριο του Σαράγιεβο!

Στο προάστιο Ποντλούγκοβι και στο κέντρο
όλα τα καφενεία είναι κλειστά.

Στη Βοσνία
είναι σήμερα πολύ πιο δύσκολο
να βρεις ένα ποτηράκι ρακί
απ' ότι να βρεις τον ίδιο σου το θάνατο.

Στους φίλους από την πρώην Γιουγκοσλαβία

Πώς άλλαξαν όλα έτσι ξαφνικά μέσα σε μία νύχτα,
φίλοι μου;

Δεν ξέρω
τί κάνετε.

Τί γράφετε.

Με ποιόν πίνετε.

Ποια βιβλία διαβάζετε.

Δεν ξέρω ούτε καν
αν είμαστε ακόμη φίλοι.

Αποχαιρετισμός από τον Ντέρβις Ιμάμοβιτς

Πέθανε ο Ντέρβις Ιμάμοβιτς,
καλός άνθρωπος
όχι από το Σέτσουαν
αλλά από τη Ζένιτσα.

Άλλη μία ζωή που υπερβαίνει τη λογοτεχνία
έσβησε.

Άλλοι επωφελήθηκαν του κομμουνισμού
για να εξασφαλίσουν μισθό,
ο Ντέρβις -
μπουντρούμια.

Για τον Ντέρβις
θα ακριβολογούσαμε αν λέγαμε
ότι το επάγγελμά του
ήταν κρατούμενος.

Τα στρατόπεδα των ουστάσι,
των Γερμανών,
των Νορβηγών,
τα σοβιετικά στρατόπεδα
είναι η βιογραφία του.

Κατέληξε σε στρατόπεδο στο Σαράγιεβο.

Αν τέτοιοι σαν τον Ντέρβις Ιμάμοβιτς
βρίσκονταν στο αρχηγείο της Cheka (σοβιετικής μυστικής υπηρεσίας)
το διεθνές και ανθρωπιστικό πνεύμα του Οκτώβρη
θα ζούσε και σήμερα.

Αν τέτοιοι σαν κι αυτόν
βρίσκονταν στη θέση του Ζντάνοφ

ο Ζοστσένκο θα πέθαινε
σαν ο πιο καταξιωμένος γέροντας του Λένινγκραντ.

Αν ήταν σαν κι αυτόν...
ο Πωλ Ελιάρ όλα του τα καλοκαίρια
θα τα περνούσε στην Μάλα Ντούμπα.

Αν ήταν σαν κι αυτόν...
ο Ρίστο Τρίφκοβιτς ποτέ δεν θα κατέληγε εξόριστος
στο ξερονήσι Γκόλι Ότοκ.

Αν ήταν σαν κι αυτόν...
ο Κωνστάντιν Μπίμπλ ποτέ δεν θα πηδούσε
από τον δέκατο τρίτο όροφο.

Αν ήταν σαν κι αυτόν...
η Σιμών Σινιορέ κι ο Ιβ Μοντάν ποτέ δεν θα έσκιζαν
τα κομματικά τους βιβλιάρια.

Αν ήταν σαν κι αυτόν...
ο Κουντέρα, ποιητής της Πράγας,
ποτέ δεν θα σκεφτόταν
να εγκαταλείψει την πόλη του
και να αντικαταστήσει το καφενείο
“Σλάβια” με ένα μπιστρό στο Μονπαρνάς.

Αν ήταν σαν κι αυτόν...
η “Αουρόρα” δεν θα στεκόταν ντροπιασμένη
κάτω από την Ακαδημία Ναχίμωφ.

Εκείνος δεν φλέρταρε
όπως ο Πικάσο ή ο Άντριτς
με τον κομμουνισμό,
εκείνος έζησε τον κομμουνισμό.

Ακόμη και το γεγονός
ότι πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης
είναι για εκείνον απολύτως φυσιολογικό.

 

Valery Petrov © Ivo Hadjimischev
Valeri Petrov από τη Βουλγαρία
Valeri Petrov. Γεννήθηκε το 1920 στη Σόφια (Βουλγαρία). Πέθανε το 2014. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας. Υπήρξε συνιδρυτής του σατιρικού περιοδικού Hornisse. Μετά την πτώση του σοσιαλιστικού καθεστώτος στη Βουλγαρία, δραστηριοποιήθηκε στην πολιτική και έγινε βουλευτής του αριστερού συνασπισμού της 7ης Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης. Ποιητής, δραματουργός, σεναριογράφος και μεταφραστής. Έχουν εκδοθεί πλήθος βιβλίων του, με πιο πρόσφατα: «Избрано» в 5 тома  («Επιλεγμένα έργα» σε 5 τόμους) (εκδ. Zachari Stojanov, Σόφια 2006), «Лирика» I u. II том («Ποιήματα», 1ος-2ος τόμος). Θεατρικά έργα: Когато розите танцуват, Тeатър, любов моя. Σενάρια: На малкия остров, Рицар без броня. Σε γερμανική μετάφραση δεν έχουν κυκλοφορήσει έργα του συγγραφέα στο διάστημα 2000-2010. Τα σημαντικότερα βραβεία τα οποία του έχουν απονεμηθεί είναι το Κρατικό Βραβείο «Paissij Hilendarski» και το μετάλλιο «Stara planina». Ο Valeri Petrov είναι μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Βουλγαρίας.

 

Μετάφραση του Thomas Frahm
Thomas Frahm, γεννήθηκε το 1961 στο Duisburg, σήμερα ζει ως αρθρογράφος και μεταφραστής από τα βουλγαρικά στη Σόφια. Αυτή τη στιγμή μεταφράζει το δεύτερο μέρος της βουλγαρικής μυθιστορηματικής τριλογίας του Vladimir Zarev, το πρώτο μέρος της οποίας εκδόθηκε με τον τίτλο Familienbrand το 2009 στις εκδόσεις Deuticke στη Βιέννη. Ο Frahm έλαβε το 2009  υποτροφία του Deutsches Übersetzerfonds και το 2010 ήταν υποψήφιος για το βραβείο Brücke-Berlin-Preis του Ινστιτούτου Goethe για το Bitieto/Familienbrand του Vladimir Zarev.