Το τόλμημα της μνήμης

Ο ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

Ποίημα του Balša Brković από το Μαυροβούνιο. Μετάφραση: Ισμήνη Ραντούλοβιτς.
Κάθε μέρα ζω
Τα πρώτα εξήντα χρόνια
Του εικοστού αιώνα.

Κάθε μέρα:

Ακριβώς στις 19.00 πέθαναν
Ο Νίτσε και ο Γουάιλντ.
Η πιο τρελή και πιο αντάξια
Νεκρική αγκαλιά στην ιστορία.

Στις 19:18 χάθηκε το Μαυροβούνιο.
(Όλα είναι cool – θα επιστρέψει σε λιγότερο
από μία ώρα.)

Στις 19:33 πέθανε ο Κ. Καβάφης.
Ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής
Έζησε στην Αλεξάνδρια. Που είναι
Καλό πεπρωμένο, γιατί οι ποιητές νιώθουν καλά
Και ανάμεσα στα βιβλία
Και στα αποκαϊδια.
Πάντα τον θεωρούσα συμπαθητικό – μιλούσε
Ελληνικά με έντονη αγγλική προφορά.
Μα εκείνος ήταν ένας dandy, κι αυτό είναι μια καταπληκτική, chic λεπτομέρεια,
Σε κάθε περίπτωση περισσότερο θέμα ήχου και στυλ παρά θέσης.
(Είναι θετικό όταν κάποια γλώσσα
τη μιλάτε λίγο διαφορετικά
από όλους τους άλλους.)
Λυπάμαι, σκέφτομαι, που
Δεν έζησα τουλάχιστον ένα χρόνο
Στη Γερμανία, για να εκνευρίζω τους Μαυροβούνιους
Μιλώντας τη μαυροβουνιώτικη με διακριτική
Γερμανική προφορά.
Μα, κάτι τέτοια είναι τρέλες των Νοτίων...

Αν έχει πάει 19:43, ή κανένα λεπτό
πριν ή μετά, βιαστικά παίρνω το βλέμμα μου
Από το πρόσωπο της Μέδουσας.
Μισώ τους πολέμους και σπεύδω παραπέρα
Στη χαρούμενη περίοδο μετά τη λήξη τους,
Στα χρόνια της χαλάρωσης και των μεγάλων προσδοκιών.

Στις 19:57 φαντάζομαι – βλέπω
ο Γκίνζμπεργκ παίζει τζαζ: η Αμερική,
Σού τα 'δωσα όλα και τώρα είμαι ένα τίποτα...
με 57 σεντς στην τσέπη.

Αν κοιτάξω ακριβώς στις 19:52,
Ιδού η βόμβα υδρογόνου, και όλα λόγω
Μιας φωτογραφίας – η έκρηξη
Κάπου στον Ειρηνικό – την οποία
Ως δωδεκάχρονος, εβδομάδες ολόκληρες
Κοιτούσα, καθημερινά, τουλάχιστον δέκα λεπτά.
Προσπαθούσα να φανταστώ
Τον ήχο, το μέγεθος του Μανιταριού, τα χρώματα, και πάλι τον ήχο...
Όπως και στην εποχή του Αρχιμήδη
Τα πιο τρελά όπλα τα φτιάχνουν οι πιο έξυπνοι.

Τα πιο πολλά για το Διάστημα, για τον χώρο
Τα μάθαμε φτιάχνοντας αυτή τη βόμβα,
Τα πιο πολλά τα μάθαμε
χάρη στο πάθος για το φόνο.

Η σοφία αφήνει ίχνη από αίμα στα χείλη.
Ανέκαθεν.
Το 1959 το παιχνίδι
με τον αιώνα στο ρολόι
τελειώνει.
Μόλις που αρχίζει να έχει ενδιαφέρον,
Έρχεται το επετειακό νούμερο 20:00

Έτσι ώστε ο καθημερινός μου
εικοστός αιώνας να είναι ακρωτηριασμένος
χωρίς το πιο όμορφο μέρος του.
Ο 20ος αιώνας δίχως
Τις δεκαετίες του εξήντα, του εβδομήντα,
του ογδόντα και του ενενήντα
είναι ένας αιώνας τέρας.
Δύο πελώριοι πόλεμοι,
Μερικά έξυπνα κεφάλια και
Κάποια όμορφά προμηνύματα.

Μόνο μετά τις 19:59, άρχισε
Η τρέλα, εκείνη η πιο καλή.

Μα όλα αυτά στον καθημερινό μου
Αιώνα, εξαφανίζονται στο λεπτό.

Και, τότε το ρολόι είναι και πάλι μόνο ρολόι
και όχι ο κρατήρας του αγαπημένου τρελού αιώνα.

Το ρολόι μου, η ασπίδα μου με
Το κεφάλι της Γοργόνας, αυτό το
Καθολικό σύμβολο της ανύπαρκτης
Νίκης ενάντια στο Τέρας,
Κάθε μέρα προσφέρει – είκοσι τέσσερεις
Έστω και συμπτυγμένους αιώνες
Ή – εξήντα χρόνια από κάθε αιώνα
μέχρι το έτος 2400.
ΟΚ. Σκέφτηκα, πολλές φορές
Γιατί όχι κάποιος άλλος αιώνας,
Περασμένος ή μελλοντικός,
Γιατί όχι τούτος εδώ, ο τωρινός: αφού πέφτει
Σε τόσο ωραίο κομμάτι της ημέρας, και κυλά
τόσο τρυφερά,
Λες και περπατά η Ντίβα στο κόκκινο χαλί
Την παραμονή κάποιας μεγαλειώδους
κινηματογραφικής πρεμιέρας.

Κι όμως, εμένα
κάθε μέρα
μου παρουσιάζεται μόνο ένας αιώνας, για την ακρίβεια
το εξήντα τοις εκατό του.

(Πρόκειται για μεγάλη, σοβαρή έλλειψη
Οι αιώνες αυτοί του ρολογιού
Πάσχουν από την έλλειψη των εποχών fin de siecle.
Και προφανώς αυτό είναι ό,τι χειρότερο μπορεί
να συμβεί σε έναν αιώνα.
Όταν παραλείπεται το παραπλανητικό φθινόπωρο.)

Γιατί όχι 18ος;
Η τελευταία μεγάλη εποχή των εκκεντρικών,
λέει ο Καλβίνο στον πρόλογο
του Il Barone rampante.

Γιατί όχι trecento;
Τι χορός θα ήταν αυτός με
Τρεις Φλωρεντίνους. (Στις 13:08 αρχίζει
η συγγραφή της Κολάσεως.)

Θα βρίσκονταν εδώ, στο τεράστιο ημερολόγιο του
Ψηφιακού μου ρολογιού,
Πολλές ακόμη λαμπρές επιλογές, μα
Ποτέ δεν συμβαίνει ούτε ένας άλλος αιώνας.

Καθημερινά – μόνο ο εικοστός.

Σκέφτομαι μερικές φορές ότι
Αυτός ο αιώνας – σφραγίδα
Στέκεται πάνω μου, πάνω στο κορμί μου
Σαν ανεξίτηλο τατουάζ ,
Παντοτινό σημάδι
Σαν το νούμερό μου από το στρατόπεδο...

 

Balša Brković © Balša Brković
Balša Brković από το Μαυροβούνιο
Balša Brković. Γεννήθηκε το 1966 στην Ποντγκόριτσα του Μαυροβουνίου, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε Γενική Λογοτεχνία και Θεωρία της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου. Κριτικός θεάτρου, συντάκτης του πολιτιστικού τμήματος και αναπληρωτής διευθυντής σύνταξης της ημερήσιας εφημερίδας «Vijesti» του Μαυροβουνίου, μέλος της συντακτικής ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού «Ars». Συγγραφέας (ποίηση, πεζογραφία και δοκίμια). Ο Brković έχει στο ενεργητικό του πέντε ποιητικές συλλογές και το μυθιστόρημα Privatna galerija (2002), που εκδόθηκε σε περισσότερα από 20.000 αντίτυπα και μεταφράστηκε το 2007 στα τσέχικα, το 2006 στα σλοβένικα και το 2007 στα αλβανικά. Το μυθιστόρημά του Privatna galerija διακρίθηκε με το Βραβείο «Mirosavljevo jevandjelje» ως το καλύτερο πεζογράφημα της Σερβίας και του Μαυροβουνίου για τα έτη 2001-2003. Ο Brković είναι μέλος του Κέντρου PEN Μαυροβουνίου.

 

Μετάφραση της Gudrun Krivokapić
Gudrun Krivokapić, γεννήθηκε το 1941 στο Γκαίτινγκεν Γερμανίας. Σπούδασε Ιστορία και Αγγλική Φιλολογία στο Γκαίτινγκεν και το Μόναχο. Μετοίκησε στο Βελιγράδι. Αλλαγή του αντικειμένου σπουδών. Πτυχίο στη Γερμανική Φιλολογία. Μεταφράστρια και εκφωνήτρια του προγράμματος εξωτερικού του Ραδιοφώνου Βελιγραδίου. Λέκτορας Γερμανικής Γλώσσας στην έδρα Γερμανικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου. Παράλληλα, μεταφράστρια και διερμηνέας (σερβικά/γερμανικά). Διευθύντρια της βιβλιοθήκης του Ινστιτούτου Goethe του Βελιγραδίου έως το 2006. Ζει στο Βελιγράδι και στο Γκαίτινγκεν.