Το τόλμημα της μνήμης

Προς τα πού

  • Read in Turkish by the author
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.
  • An excerpt from In Which Direction by Cem Akaş
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.

Ένα σύντομο διήγημα του συγγραφέα Cem Akas από την Τουρκία. Μετάφραση: Θάνος Ζαραγκάλης.

Η Μελτέμ ξύπνησε με μια παράξενη αίσθηση· το τρένο είχε σταματήσει.

Για μια στιγμή δεν κατάλαβε πού βρισκόταν.

Στο Σίρκετζι της Πόλης ανέβηκαν στο τρένο της Θεσσαλονίκης με τον Ονούρ, κάθισαν σε μια καθαρή και άνετη καμπίνα και παρακολούθησαν απ’ το φορητό υπολογιστή του Ονούρ την ταινία Sliding Doors με τη Γουίνεθ Πάλτροου.

Καθώς έκαναν έρωτα αφού πρώτα κατέβασαν το παράθυρο και τράβηξαν την κουρτίνα, η Μελτέμ συνειδητοποίησε πως αυτό ήθελε να το κάνει από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Ύστερα διάβασαν λίγο και μετά τους πήρε ο ύπνος.

Έσυρε λίγο την κουρτίνα και κοίταξε έξω· τότε είδε ένα μικρό σιδηροδρομικό σταθμό. Πάνω του έγραφε ελληνικά, άρα είχαν περάσει τα σύνορα. Κατόπιν όταν άκουσε τους ελεγκτές να φωνάζουν ‘Διαβατήρια!’, συμπέρανε πως είχαν φτάσει στον πρώτο σταθμό της ελληνικής πλευράς.

Ο αγαπημένος της ξύπνησε βαριεστημένος όσο χρειαζόταν να μοιάζει στη φωτογραφία του διαβατηρίου. Όταν το τρένο άρχισε να κινείται και πάλι, είχε κιόλας κοιμηθεί.

Όμως κάτι παράξενο συνέβαινε: Όταν ξεκίνησαν απ’ την Πόλη αυτά που έβλεπαν απ’ το παράθυρο, κυλούσαν απ’ τα δεξιά προς τα αριστερά, ενώ τώρα τα δέντρα, τα μικρά σπίτια, οι κολώνες του ρεύματος, οι αγροί έμπαιναν στο οπτικό πεδίο που επέτρεπε το παράθυρο απ’ τα αριστερά κι έβγαιναν προς τα δεξιά.

«Δεν μπορεί να επιστρέφουμε» σκέφτηκε η Μελτέμ. Μήπως γύριζαν πίσω;

* * *

Όταν η Νετζμιγιέ κατάλαβε ότι δεν πρόκειται να κοιμηθεί, σηκώθηκε· έψαξε στην κατάμεστη κουβέρτα του πλοίου “Ισμέτ Πασά” λίγο χώρο ώστε να ακουμπήσει τους αγκώνες της στο κιγκλίδωμα· εντέλει στριμώχθηκε πίσω από κάποιους και άρχισε να αγναντεύει τα φώτα που λαμπύριζαν μπροστά της.

Είχε ξεκινήσει από ένα χωριό του Κιλκίς, κατέβηκε στη Θεσσαλονίκη με τα τρία μπογαλάκια της και με τα χίλια ζόρια κατάφερε να επιβιβαστεί σ’ ένα σαπιοκάραβο που θα την οδηγούσε στην καινούργια της πατρίδα.

Ό,τι κάνει ένα ξεριζωμένο δέντρο, αυτό θα έκανε κι εκείνη όταν θα έφτανε στη Νικομήδεια: Θα άπλωνε απ’ την αρχή τις κομμένες της ρίζες ώστε κάποτε η κόρη της εγγονής της να ξεκινήσει μια μέρα για την Ελλάδα, πρώτα να δει τις ρίζες της οικογένειάς της και μετά να αρχίσει να την επισκέπτεται συχνά με το φίλο της αφού την αγαπούσε πολύ και ένιωθε εκεί πολύ όμορφα.

Τα φώτα που έβλεπε τώρα η Νετζμιγιέ μες το βαθύ σκοτάδι της νύχτας, αν δεν ήταν του λιμανιού του Θεσσαλονίκης που την ξεπροβόδισε, θα ήταν της νέας της πατρίδας που την καλωσόριζε.

* * *

Αυτό που κρεμόταν απ’ το ταβάνι δεν ήταν ούτε καν φωτιστικό, μια σκέτη λάμπα ήταν μόνο, κι όμως το φως της που δεν αρκούσε να φωτίσει το καφενείο κατάφερνε να τυφλώσει τα μάτια του Αλή.

Δεκάδες χρόνια μετά η εγγονή του η Σεβίμ δεν μπορούσε να αναφέρει το όνομά του χωρίς να βρίσει, όμως στο παραζαλισμένο κεφάλι του Αλή τώρα δεν υπήρχε θέση για τέτοιου είδους έγνοιες: Το μυαλό του ήταν απασχολημένο με το κιβώτιο κρασιού που θα έφερνε ο Τσιγγάνος, ο οποίος είχε αγοράσει το τελευταίο κομμάτι γης από το οικόπεδο που του παραχώρησαν τον καιρό της Ανταλλαγής, επίσης τον απασχολούσε και η παχουλή ταβερνιάρισσα, ιδιοκτήτρια της μικρής συνοικιακής ταβέρνας στην οποία σύχναζε.

* * *

Ο Οσμάν μπέης δεν είχε πατήσει το πόδι του ούτε μια φορά στην ταβέρνα που βρισκόταν απέναντι στην τράπεζα όπου εργαζόταν στη Θεσσαλονίκη. Πάντως κάποια βράδια που περνούσε απέξω πηγαίνοντας προς το κονάκι του είναι αλήθεια πως του ερχόταν η επιθυμία να μπει μέσα.

Είχε επιβιβαστεί στο καράβι ‘Ισμέτ Πασά’ με δεκαεννέα ντενεκέδες γεμάτους χρυσά καλυμμένα με λάδι ώστε να μη φανούν στην περίπτωση που έπρεπε να τους ανοίξει.

Τώρα στον κήπο του σπιτιού του στο Άκσαραϊ της Πόλης καθώς γιόρταζαν με τα λίγα εναπομείναντα χρυσά την περιτομή των τριών εγγονών του – μεταξύ αυτών κι ο Μουσταφά που θα γινόταν ο πατέρας του Ονούρ – δεν σκεφτόταν εκείνη τη μακρινή ταβέρνα, αλλά την προσπάθεια που έκανε να πουλήσει φρούτα όρθιος πίσω απ’ τον πάγκο με τα πορτοκάλια στην αγορά της Θεσσαλονίκης.

* * *

Η Μελτέμ σταμάτησε ξαφνικά σ’ ένα από τα στενά και ανηφορικά σοκάκια του Εσκί Σεχίρ της Καβάλας που τώρα ονομαζόταν τούρκικη συνοικία: μια γνωστή μυρωδιά – η μυρωδιά της καψαλισμένης πιπεριάς που μαγείρευε η γιαγιά της Νετζμιγιέ τα πρωινά της Κυριακής και μια γνωστή φωνή – όταν έπαιζαν με τις φίλες της κρυφτό αυτή που έψαχνε φώναζε «Φτου και σας είδα!»

* * *

Προτού περάσει πολύς καιρός η Νετζμιγιέ παντρεύτηκε και χωρίς καλά – καλά να το καταλάβει απέκτησε ένα γιο και μετά μια κόρη. Ο Μεχμέτ καθώς έκοβε βόλτες στο χώρο των Υφαντουργείων Χέρεκε όπου εργαζόταν ως φρουρός, δεν ήξερε ότι αυτές οι βόλτες του θα ήταν οι τελευταίες καθότι δεν θα ξυπνούσε ποτέ από τον ύπνο του στον οποίο θα έπεφτε το πρωί μετά από την νυχτερινή βάρδια, επίσης δεν ήξερε πως θα αθετούσε την υπόσχεση που είχε δώσει στη Νετζμιγιέ εκείνα τα χρόνια στο Κιλκίς πως ποτέ δεν θα την άφηνε μόνη.

Αν το ήξερε, ίσως να στενοχωριόταν που δεν θα είχε άλλη ευκαιρία να θυμώσει με τα παιδιά του που έπαιζαν κρυφτό την ώρα του φαγητού.

* * *

«Μου είχες υποσχεθεί ότι δεν θα τρέχεις πολύ» είπε η Μελτέμ κατσουφιασμένη την ώρα που έκαναν βόλτες με το αυτοκίνητό τους στην Ξάνθη.

Τούτη τη φορά είχαν ξεκινήσει με το αυτοκίνητο απ’ την Πόλη, θα έφταναν οδικώς μέχρι την Αθήνα, απ’ εκεί με φέριμποτ στην Κω, μετά θα περνούσαν απέναντι στο Μπόντρουμ και κατόπιν ακολουθώντας την παραλία κατά μήκος του Αιγαίου θα επέστρεφαν στην Πόλη.

Ο Ονούρ δεν οδηγούσε γρήγορα. Όμως η Μελτέμ από τότε που παντρεύτηκαν και ιδιαιτέρως απ’ τη στιγμή που έμεινε έγκυος, είχε αρχίσει να φοβάται ένα σωρό πράγματα. Ο Ονούρ απ’ την πλευρά του δεν επέμενε, αφού έτσι κι αλλιώς δεν του άρεσε να τρέχει σε άγνωστους δρόμους, μια και μπορεί να χρειαζόταν να κάνει επιτόπου στροφή αν καταλάβαινε ότι οδηγούσε προς λάθος κατεύθυνση.

Όπως λόγου χάρη έγινε τώρα: όταν ο οδηγός που ακολουθούσε φώναξε στα τούρκικα «Γάιδαρε Κωνσταντινουπολίτη!», η Μελτέμ νόμισε πως βρισκόταν σε μια πόλη της Ανατολίας. Χαμογέλασε ασυναίσθητα.

* * *

Η Νιμέτ άρχισε να κλαίει με αναφιλητά τη στιγμή που τη έφεραν ενώπιον του Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος παρ’ όλο που δεν είχε ονομαστεί ακόμη Ατατούρκ, ο κόσμος αλλά κι ο ίδιος συμπεριφέρονταν σαν Ατατούρκ, ο Αλή δεν ήξερε τι να κάνει απ’ την αμηχανία και ήθελε να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί γιατί φοβήθηκε πως εξαιτίας της κόρης του ο Μεγάλος Ηγέτης θα τον κατσάδιαζε.

Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ ρώτησε τη Νιμέτ γιατί κλαίει, εκείνη του εξήγησε πως ενώ η ίδια ήθελε να πάει σχολείο, ο πατέρας της δεν της το επέτρεπε. Η Νιμέτ απέδειξε πως άξιζε να πάει στο σχολείο γιατί ανέγνωσε με άνεση την εφημερίδα που της έδωσαν να διαβάσει.

Τη στιγμή που ο Μουσταφά Κεμάλ καλούσε τον Υπουργό Παιδείας και του έδινε οδηγίες ώστε η Νιμέτ να αρχίσει το σχολείο και μάλιστα απ’ τη δευτέρα τάξη, όλοι κοίταζαν τον Αλή ενώ εκείνος κοίταζε τα ακόμη καλοδιατηρημένα παπούτσια του που φορούσε όταν παντρεύτηκε στη Θεσσαλονίκη.

Τους είχε πιάσει βροχή παρ’ όλα αυτά εκείνοι συνέχιζαν να περπατούν· τα δρομάκια της Θεσσαλονίκης μύριζαν όπως τα σοκάκια του Ερένκιοϊ της Πόλης.

Μόλις έστριψαν σε μια γωνία βρέθηκαν θαρρείς σ’ ένα κινηματογραφικό σκηνικό: απ’ την ανοιχτή πόρτα μιας εκκλησιάς χυνόταν έξω φως και χαρά· εκείνη τη στιγμή πέρασε μια νύφη ντυμένη στ’ άσπρα κι ανέβηκε με σβελτάδα τα σκαλιά της εκκλησίας μέσα στη οποία περίμενε αρκετός κόσμος.

Αυτή ήταν η έκπληξη που έκανε τη Μελτέμ πολύ ευτυχισμένη, μετά τη φορτωμένη πορτοκάλια πορτοκαλιά που είχαν συναντήσει στη μέση ενός δρόμου της Καβάλας γεμάτο πολυκατοικίες.

* * *

Την επομένη μέρα της φωτιάς που έκανε στάχτη το σπίτι τους, η Νετζμιγιέ όσο κοίταζε τα φώτα του υφαντουργείου, θυμήθηκε το πώς έκαψαν οι Γάλλοι με τους Βούλγαρους τη Θεσσαλονίκη χύνοντας βενζίνη με το ζέπελιν πάνω στην πόλη. Τη στιγμή που σκεφτόταν το πότε θα διηγιόταν αυτήν την ιστορία στα δυο της παιδιά, αναρωτήθηκε: πώς στην ευχή σώθηκε το κονάκι του Τούρκου τραπεζίτη που βρισκόταν δίπλα στο κτίριο του Δικαστηρίου που έγινε παρανάλωμα της φωτιάς; Εκείνης της φωτιάς που έκαψε ολόκληρη την πόλη μέσα σε μια μέρα;

* * *

Τούτη τη φορά ήταν τρεις – είχαν μαζί τους στο βαγόνι του ‘Τρένου της Φιλίας’ το μικρό τους γιο που μόλις άρχιζε να σχηματίζει προτάσεις και όταν τον ρωτούσαν το όνομά του έλεγε ‘Καανίκο’.

Ο μικρός κι ο Ονούρ κοιμόντουσαν ροχαλίζοντας ελαφρά· το ταξίδι της Θεσσαλονίκης τους είχε κουράσει και τους δυο.

Στην πραγματικότητα νύσταζε κι η Μελτέμ, αλλά προσπαθούσε να μείνει ξύπνια. Ήταν αποφασισμένη να καταλάβει αυτή τη φορά αν το τρένο είχε στρίψει, σε ποιο σημείο και γιατί είχε στρίψει, μήπως έκανε πως έστριψε ή τέλος πάντων μήπως δεν έστριψε.

 

Cem Akaş © Esra Ozdogan
Cem Akaş από την Τουρκία
Cem Akaş. Γεννήθηκε το 1968 στο Μάνχαϊμ της Γερμανίας. Ζει στην Κωνσταντινούπολη. Σπούδασε χημικός μηχανικός στο Πανεπιστήμιο Bogazici της Κωνσταντινούπολης και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια (Νέα Υόρκη). Έκανε το διδακτορικό του στην Ιστορία, στο Πανεπιστήμιο Bogazici. Από το 1992 ως το 2004, ο Cem Akas εργάστηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους της Τουρκίας, τις εκδόσεις Yapi Kredi Yayinlari. Το 2005 ίδρυσε δικό του εκδοτικό οίκο. Συγγραφέας μυθιστορημάτων, διηγημάτων και δοκιμίων. Έχουν εκδοθεί πλήθος βιβλίων του, μεταξύ των οποίων: Guarding the State, δοκίμιο πολιτικής επιστήμης (Charleston, SC 2010);  19, μυθιστόρημα (Κωνσταντινούπολη 2009), Gitmeyecekler için Urbino, μυθιστόρημα (Κωνσταντινούπολη 2007), Επιλεγμένα Διηγήματα (Öykü Seçkisi), (Κωνσταντινούπολη 2002), Olgunluk Çağı Üçlemesi, μυθιστόρημα (Öykü Seçkisi 2001). Σε γερμανική μετάφραση κυκλοφορεί το διήγημά του Wo ist der Teppich στη συλλογή Unser Istanbul (Βερολίνο 2008).

 

Μετάφραση του Christoph K. Neumann
Christoph K. Neumann, γεννήθηκε το 1962, έχει κάνει έρευνα και έχει διδάξει σε διάφορα ινστιτούτα και πανεπιστήμια στην Πράγα και, κυρίως, στην Κωνσταντινούπολη. Σήμερα είναι καθηγητής Τουρκικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Ludwig-Maximilian στο Μόναχο. Εκτός από πολυάριθμες επιστημονικές δημοσιεύσεις της πολιτισμικής και κοινωνικής ιστορίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έχει εκδοθεί, ανάμεσα σε άλλα, το βιβλίο του Die Kleine Geschichte der Türkei (μαζί με τον Klaus Kreiser, Philipp Reclam jun. Stuttgart, 2η έκδ. 2008). Επίσης, μεταφράζει λογοτεχνία από τα τουρκικά (Orhan Pamuk, Ahmet Hamdi Tanpınar, Şebnem İşigüzel κ.ά.) στα γερμανικά.