Το τόλμημα της μνήμης

Η πύλη της Δαλματίας (Πνεύματα )

  • Read in Croatian by the author
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.

Ένα διήγημα του συγγραφέα Dalibor Simpraga από την Κροατία. Μετάφραση: Ισμήνη Ραντούλοβιτς.

I

Τη Δευτέρα, τρεις μέρες πριν τα Χριστούγεννα, πρώτα αρρώστησε η Κάτια. Και καλά. “Ο ψεύτης πρέπει να έχει γερή μνήμη”, έλεγε ο καθηγητής μαθηματικών στο δημοτικό. Θα ήταν πιστευτό αν πριν από ένα μήνα δεν είχε αναφέρει απερίσκεπτα ότι πριν από το Νέο Έτος θα πάρει άδεια για να έχει έτσι στη διάθεσή της γύρω από τις γιορτές των Χριστουγέννων ολόκληρες οκτώ ημέρες.
Τώρα θα είναι ελεύθερη δέκα μέρες. Για την ακρίβεια, μαζί με το σαββατοκύριακο θα κάθεται δώδεκα ολόκληρες μέρες!
Ύστερα η προϊσταμένη, φτιάχνοντας το πρόγραμμα, ενημέρωσε τον καθένα ξεχωριστά ότι όλοι οι προηγούμενοι συνδυασμοί και εσωτερικές ανταλλαγές βαρδιών δεν ισχύουν, και ότι ο καθένας έχει να κάνει τη βάρδιά του ανεξαρτήτως θρησκευτικών συναισθημάτων και αναγκών.
Δεν εξήγησε το γιατί. Δεν μπήκε καν στον κόπο να μουρμουρίσει το συνηθισμένο “Το ζήτησε το αφεντικό...”
Ήταν ξεκάθαρα και απλά επίδειξη ισχύος, ο κοινός σαδισμός του ιεραρχικά ανώτερου.
Δεν υπάρχει πραγματικός λόγος να ανασταλούν προσωρινά οι ανταλλαγές βαρδιών. Σύμφωνα με άγραφο κώδικα οι εκφωνητές μπορούσαν να κάνουν εσωτερικές ανταλλαγές βαρδιών, κι αν όλοι τους ήταν ευσυνείδητοι και εντάξει, ποτέ δεν προέκυπτε κανένα πρόβλημα. Γιατί, ήταν ο μόνος τρόπος να ενωθούν περισσότερες μέρες: για παράδειγμα, αφού δουλέψεις σαν το σκυλί της πρώτες τρεις μέρες, να είσαι ελεύθερος τις επόμενες τέσσερεις.
Η Κάτια ίσως έμαθε πρώτη για την προσωρινή αναστολή ανταλλαγών. Είναι “κολλητή με την προϊσταμένη”.
Κι έτσι έπαθε γαστρεντερίτιδα.
Αυτό το πρόβλημα υγείας σε τούτη τη χώρα έχει και εναλλακτική ονομασία: “η τέλεια αρρώστια”.
Έρχεται όταν θέλεις, και σταματάει όταν δεν είναι πια χρήσιμη.
Ήταν κορυφαία επίδειξη θρασύτητας αλαζονείας από την Κάτια. Πόσο μάλλον που οι υπόλοιπες πέντε εκφωνήτριες θα πρέπει τώρα να καλύψουν και τις δικές της βάρδιες.
Εκείνη έδινε τόπο στην οργή πάντα. Το σχέδιο για την χριστουγεννιάτικη απόδραση σπίτι έλιωσε σα σαπουνόφουσκα, μα αποφάσισε να δεχθεί τη μοίρα της. Χωρίς θυμό. Καλά, σκεφτόταν, θα τα καταφέρω. Όταν συγκεντρώθηκε λιγάκι, και κοίταξε τις λίστες με τις βάρδιες (συμπεριλαμβανομένων και των αλλαγών λόγω των προσθηκών με τις βάρδιες της Κάτιας), κατάλαβε ότι θα μπορούσε να φτάσει αργά την Παραμονή και να μείνει ολόκληρες δύο μέρες. Και ύστερα να πάρει το νυχτερινό πούλμαν και την τρίτη μέρα το πρωί να παρουσιαστεί στη δουλειά.
Ωστόσο, όταν επιτέλους το πήρε απόφαση να φύγει για τις γιορτές, τα εισιτήρια για τα πούλμαν είχαν εξαντληθεί. Οι φοιτητές, οι εργάτες, όλοι τους είχαν προμηθευτεί τα εισιτήρια εγκαίρως, μόνο εκείνη ήρθε στο ταμείο σαν το σκυλί και έφυγε χωρίς να τα καταφέρει.
Γύρισε σπίτι και έκανε μερικά τηλέφωνα. Τελικά, η τύχη σαν να της χαμογέλασε. Θα έρθει να την πάρει ένας γνωστός, ο οποίος για κάποιο λόγο “κατεβαίνει” μόλις την Παραμονή το απόγευμα. Ό,τι πρέπει της ήρθε!
Αυτός ο ΄Ιβαν πήγαινε μαζί της στο Γυμνάσιο, δύο χρόνια μεγαλύτερος, γνωρίζονταν επιφανειακά, τα είχε με κάποια κοπέλα από την τάξη της. Ψηλός, λίγο καμπούρης, ξενέρωτος τελείως, είχαν συναντηθεί δυο – τρεις φορές όσο ήταν φοιτητές σε κάτι πάρτι. Κανένα πρόβλημα, θα την πετάξει στο ΄Ιμοτσκι πιο γρήγορα απ' ό,τι αν πήγαινε με το πούλμαν.

ΙΙ

Αυτό συνέβη δύο χρόνια μετά τον πόλεμο, ενώ μέσα από τις έρημες περιοχές προς τη θάλασσα ακόμη δεν είχαν ανοίξει αυτοκινητόδρομο. Η βασική αρτηρία προς τη Δαλματία, η εθνική οδός D1 Ζάγκρεμπ – Σπλιτ, στην οποία θα κατευθυνθούν και οι δυο τους εκείνη την ημέρα, από την πεδιάδα της Πανονίας οδηγεί στα ορεινά τοπία του Κόρντουν και της Λίκα που σταδιακά ανηφορίζει, για να φτάσει στο τελευταίο μεγάλο εμπόδιο, την οροσειρά του Βέλεμπιτ. Ήταν χειμώνας και το ρεύμα της Γένοβας είχε συσσωρεύσει πυκνά, μαγματικά βαριά σύννεφα πάνω από ολόκληρη τη χώρα. Αναμενόταν άφθωνο χιόνι.
Παρόλο που κατά τη διάρκεια όλου του απογεύματος, και στις δωδεκάμιση και στις μιάμιση διάβασε στον αέρα τα τελευταία νέα μαζί με την πρόγνωση του καιρού, το έκανε τόσο αυτόματα που δεν συνειδητοποίησε τη σημασία της πρότασης “αυξημένη πιθανότητα χιονοθύελλων. Σε οδηγούς που κατευθύνονται προς τη Λίκα και το Γκόρσκι Κόταρ συνιστάται αυξημένη προσοχή.”
Δούλευε ως τις 2μμ, ο ΄Ιβαν την περίμενε έξω από το κτίριο στις 2 και 5 ακριβώς. Μιλούσαν ακατάπαυστα ενώ το παλιό “όπελ καραβάν” έπαιρνε τις στροφές μέσα από τους πρώτους λόφους. Από την αντίθετη ροή άρχισαν να εμφανίζονται αυτοκίνητα με απομεινάρια χιονιού στο καπό, μα εδώ απ' όπου περνούσαν είχε απλώς συννεφιά, χωρίς χιονοπτώσεις και δεν έδωσαν καμία σημασία. Βιάζονταν να φτάσουν στην πόλη τους, “Πρέπει να είμαι κάτω ως τις εννέα”, επανέλαβε ο Ιβαν μερικές φορές.
Ο χειμώνας ζωγράφιζε βαριά και εντυπωσιακά τοπία, σε κάποια αλλόκοτη σύνθεση χρωμάτων, όταν η γη γίνεται πιο ανοιχτή από τον ουρανό, τον γκρίζο, στην απόχρωση του καπνού. Περνούσαν από ακατοίκητη περιοχή, που είχε αδειάσει στην τελευταία στρατιωτική επιχείρηση, μόλις που και που θα φωτίζονταν στο σούρουπο τα παράθυρα κάποιου καφέ ή στάσης για τους ταξιδιώτες.
Στις λίμνες Πλίτβιτσα τους βρήκαν τα πρώτα χιόνια στα δάση και τις κορυφές των βουνών. Είχαν ήδη καθαρίσει το δρόμο και η άσφαλτος μαύριζε κάτω από τα χιονισμένα κλαριά των κέδρων.
“Έχεις χειμερινά λάστιχα;”, ρώτησε μόνο και μόνο για να δείξει ότι κάτι ξέρει πάνω σ΄ αυτά.
Σώπαινε.
“Έχω κάτι λάστιχα”, απάντησε επιτέλους. “Δεν ξέρω αν είναι χειμερινά...”
Σταμάτησαν για καφέ μετά την Κορένιτσα. ΄Εξω είχε ήδη αρχίσει να νυχτώνει. Το μέρος ήταν γεμάτο από κάτι ύποπτους τύπους, μόνο στη γωνιά του μπαρ έλαμπε το χριστουγεννιάτικο δέντρο με πλαστικά κλαριά. Ρούφηξαν τον καφέ και γρήγορα την κοπάνισαν. Στο πάρκιγκ τους συνάντησαν οι πρώτες νιφάδες που έπαιζαν κυνηγητό κάτω από τις λάμπες της βεράντας.
Συνέχισαν το ταξίδι στο μαύρο δρόμο μέσα από τους σκοτεινούς λόφους. Κατά καιρούς χιόνιζε, τίποτε το ανησυχητικό. Στο αυτοκίνητο δεν δούλευε η θέρμανση, εκείνος έβαλε τα δερμάτινα γάντια του, εκείνη είχε τα χέρια της στις τσέπες, ενώ τα αυτιά της τα είχε προστατεύσει με τα αυτάκια του περουβιανού της σκούφου που είχε αγοράσει πριν από μερικές μέρες, σε έναν πάγκο στην οδό Βαρσοβίας. Μαζεύτηκε έτσι στο κάθισμα και έπαιρνε ζεστασιά από την εικόνα του πατρικού καθιστικού, το οποίο βρίσκεται κάπου μακριά εκεί κάτω, και στο οποίο θα βρεθεί, να σε τρεις – τέσσερεις ώρες. Κι η μαμά, ο αδελφός και η γιαγιά θα κάθονται χαρούμενοι στο τραπέζι...
Βάλανε βενζίνη στο Γκράτσατς, εκεί που ο δρόμος έφτανε σε μια διχάλα, δεξιά ήταν το πέρασμα για το Βέλεμπιτ και αριστερά ο δρόμος προς το Κνιν. Ο Ίβαν έστριψε στην έξοδο προς το Κνιν:
“Είναι πιο κοντά. Κόβουμε δρόμο για τουλάχιστον μία ώρα.”
Δεν έκανε κανένα σχόλιο. Μαζεύτηκε μέσα στο παλτό της, κατέβασε κι άλλο το σκούφο να καλύψει τα αφτιά και κοίταζε το σκούρο δρόμο μπροστά τους.
Το χιόνι άρχισε να στροβιλίζεται. Στον επαρχιακό αυτό δρόμο είχε λιγότερη κίνηση. Δηλαδή, αραιά και που συναντούσαν αυτοκίνητα από το αντίθετο ρεύμα.
Ο δρόμος είχε στροφές, το “όπελ” με βαρύ βουητό του κινητήρα ανηφόριζε σε μια άπειρη διαδοχή στροφών, ενώ οι χιονοπτώσεις γινόταν όλο και πιο σφοδρές.
Και τότε, μετά από ένα ατέλειωτο μισάωρο, σαν να έγιναν όλα πιο εύκολα: άρχισε, το ίδιο καμπυλωτή, η κατηφόρα, και παρότι η γκριζόλευκη καταιγίδα χιονιού είχε περιορίσει το οπτικό πεδίο τόσο που το είχε μετατρέψει σε μια άμορφη μελάσα, η καρδιά της ήδη φτερούγιζε με τη σκέψη ότι είχαν περάσει τα πιο δύσκολα. Τώρα είμαστε ήδη στη νότια Λίκα, προσπάθησε να προσανατολιστεί στο χώρο. Ήθελε να φανταστεί και το χάρτη της χώρας, αλλά η γεωγραφία δεν ήταν το ισχυρό της χαρτί.

“Τώρα σιγά -σιγά κατηφορίζουμε προς τη Δαλματία”, επιβεβαίωσε ο Ιβαν, σαν να διάβάζε τις σκέψεις της. “Τώρα που περάσαμε τις γαμημένες στροφές, είμαστε και οι πρώτοι! Κι όπου να ‘ναι, ρε γαμώτο, θα σταματήσει και το χιόνι!”
Ωστόσο, η αισιοδοξία δεν κράτησε πολύ. Μόλις πέρασαν κάποια, σαν φαντάσματα, έρημα, καμένα σπίτια, μέσα από το χιονόνερο και τη θύελλα ξαφνικά, σε μια απότομη στροφή, πέσανε πάνω στα κόκκινα φώτα κάποιου αυτοκινήτου μπροστά μας. Ο Ίβαν πάτησε το φρένο και το 'όπελ' σταμάτησε σαν να καρφώθηκε, ένα μέτρο πριν τα φώτα.

Όπως προέκυψε – το αυτοκίνητο αυτό ήταν σταματημένο τελευταίο σε μια ουρά που χανόταν στην χιονοθύελλα.
Κοιταχτήκανε. “Τι στο διάολο;!”, τσίριξε ο ΄Ιβαν περισσότερο για τον εαυτό του, νευρικά.
“Γαμώτο μου, θα ανάψω”, είπε ύστερα από μικρό διάλειμμα. Έβγαλε ένα κουτί από την εσωτερική τσέπη και της πρόσφερε το τσιγαριλίκι που είχε ήδη έτοιμο. “Πάρε, ελεύθερα”, πρόσθεσε. “Έχω αρκετά αν θέλω μέχρι την άνοιξη!”
Εκείνη δέχθηκε. Το αυτοκίνητο γέμισε καπνό. Η κάνναβη σύντομα άρχισε να δρα και όλα έγιναν απόκοσμα. Η ουρά, σταλήθεια, δεν κουνιόταν, και από το αυτοκίνητο μπροστά τους, γύρω από τα κόκκινα φώτα, σαγηνευτικά χόρευε ο καπνός από την εξάτμιση, ενώ το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτει.
Άναψαν άλλο ένα, και τότε, ύστερα από δύο κούφιες στιγμές ατελείωτης αναμονής, ο ΄Ιβαν άνοιξε απότομα την πόρτα. “Πάω να δω τι τρέχει, δεν θα κατασκηνώσουμε κιόλας...! Πρέπει να είμαι στο ΄Ιμοτσκο μέχρι τις εννέα!”
Κινήθηκε δραστήρια δίπλα από την ουρά και εξαφανίστηκε στη χιονοθύελλα.
Παρόλο που της φαινόταν ότι είναι ήρεμη, μάλλον της είχε μεταδώσει τη νευρικότητα. Κάπνιζε και στη συνέχεια έτρωγε τα νύχια της. Δηλαδή καταλήγει looser σε κάθε περίπτωση?! Μα αυτές οι σκέψεις διάρκεσαν λίγο. Στο ραδιόφωνο άρχιζε νέο τραγούδι, με εισαγωγή μαντολίνο, κι εκείνη δυνάμωσε την ένταση απολαμβάνοντας τα σύντομα, τις σύντομες, γλυκιές δονήσεις των χορδών. Θα φτάσει σπίτι και θα χωθεί στο κρεβάτι της, και κάτω από το νυχτερινό φως θα ξεφυλλίζει τα περιοδικά που επιμελώς συγκέντρωνε μέχρι να τελειώσει το Λύκιο. Θα παραδοθεί στη νοσταλγία. Θα απολαμβάνει σαν έμβρυο στη μήτρα.
Ο ΄Ιβαν άργησε να γυρίσει. Επιτέλους γύρισε, σκυφτός λόγω της θύελλας, με στρώμα χιονιού στους ώμους του και στα μαλλιά. Μπήκε στο αυτοκίνητο και ύστερα τίναξε το χιόνι από το κεφάλι του και το μπουφάν του σκι.
Την ενημέρωσε ότι κάπου εκεί μακριά μπροστά, αναποδογύρισε η νταλίκα του ΟΗΕ και ότι περιμένουν το συνεργείο να το απομακρύνει από το δρόμο.
“Και τώρα;”, ρώτησε εκείνη, όχι και τόσο απογοητευμένη όσο θα περίμενε κανείς με τέτοια νέα. Το χόρτο πραγματικά κάνει τη δουλειά του, συμπέρανε. Όλα αυτά, δηλαδή, της φάνηκαν κάπως αστεία: η νταλίκα του ΟΗΕ έφτασε από κάποια υπερατλαντική χώρα για να διπλώσει σε τούτη εδώ την κακοτοπιά.
Ο ΄Ιβαν έβγαλε από το ντουλαπάκι κάποιο παλιό κουρελιασμένο χάρτη. Άναψε το φωτάκι πάνω από τον καθρέφτη και άρχισε κάτι να μελετάει με μεγάλη προσοχή.
“Είναι μακριά να γυρίσουμε πίσω και μετά να κατευθυνθούμε προς το Ζάνταρ;”, ρώτησε εκείνη.
“Αυτό, ξέχνα το.”, αποκρίθηκε εκείνος. “Να βρήκα ένα πιο σύντομο δρόμο. Και νομίζω ότι τον είχα ξαναπάρει κάποτε, κάπου το ενενήντα, που ήταν τα μπλόκα, και γι' αυτό κάναμε παράκαμψη... Σε δυόμισι ώρες θα είμαστε στο ΄Ιμοτσκο, βρέξει χιονίσει!”
Με μια επιδέξια μανούβρα ο ΄Ιβαν γύρισε το όχημα και αργά, εστιάζοντας στην αριστερή άκρη του δρόμου, γυρνούσε πίσω . Ήταν μόνοι, κανένας δεν ερχόταν, σαν να ήταν οι τελευταίοι που πέρασαν από την στοιχειωμένη αυτή περιοχή.
Ύστερα από μερικά χιλιόμετρα εμφανίστηκε η έξοδος.
“Να”, φώναξε εκείνος και έστριψε απότομα, λες και βρισκόταν σε φυγή. “Θα δεις θα βγούμε πάνω από το Κνιν σε ώρα μηδέν! Και μετά είναι τραγουδάκι”, υπογράμμισε, πείθοντας περισσότερο τον εαυτό του παρά εκείνη.
Μετά από λίγο ο ευρύχωρος δρόμος μετατράπηκε σε αρκετά στενό αγροτικό δρόμο, χωμένο στο χιόνι, που σύντομα στένεψε ακόμη πιο πολύ λόγω των βάτων και των θάμνων και από τις δύο πλευρές.
Δεν ήταν και καμιά ιδέα, σκέφτηκε, μα δεν είπε κουβέντα. Θα φτάσουμε, αργά ή γρήγορα!
“Γαμώτο, μιλάμε για χιονοθύελλα!”, είπε ο ΄Ιβαν εξακολουθώντας να οδηγεί με τέτοιο χιόνι που, όσο προχωρούσαν, γινόταν όλο και πιο βαθύ.

ΙΙΙ

Σε ένα δοκίμιό του, ο Μιχαήλο Πάντιτς, συγγραφέας από το Βελιγράδι, περιγράφει το φαινόμενο το οποίο ονομάζει “μεσογειακό χτύπημα”. Πρόκειται για τη στιγμή όπου στο ταξίδι προς το νότο, ανεξάρτητα αν ταξιδεύετε με αυτοκίνητο ή με τραίνο, από τις ηπειρωτικές περιοχές βγαίνετε στις παραθαλάσσιες. Μπορεί να συμβεί, ενίοτε απότομα, να νιώσετε κάποια θετική ανησυχία γεμάτη ενέργεια, μια χαρά άγνωστης προέλευσης.
Το σημείο στο δρόμο για τη Δαλματία όπου αυτό γίνεται περισσότερο αντιληπτό βρίσκεται στην εθνική οδό D-1 για το Γκράτσας – Κνιν. “Το Μεσογειακό κτύπημα” στο σημείο αυτό γίνεται πολύ απότομα, σε μόλις μερικές εκατοντάδες μέτρα όπου τα δάση από έλατα και πεύκα αντικαθίστανται από ξερά, θαμνώδη φυτά της Μεσογείου όπως είναι η βελανιδιά και νερατζιά. Σε μερικά λεπτά μπροστά σας, ενώ περιεργάζεστε αφηρημένα το τοπίο έξω από το παράθυρο, συντελείται η αλλαγή από τη μία κλιματική ζώνη στην άλλη...
Η επαφή της ηπείρου και της Μεσογείου, της Λίκα και της Δαλματίας, συμβαίνει σε μία καμπύλη, η οποία έχει ενδιαφέρον και ως ιστορική τοποθεσία. Εδώ ανέκαθεν βρίσκονταν το σύνορο. Στην αρχαιότητα ήταν το σύνορο μεταξύ δύο ιλλυρικών φυλών, των Λιβούρνων και Ιαπύγων, αργότερα μεταξύ της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας και της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας δηλαδή του Βασιλείου της Ιταλίας. Το φαράγγι αυτό χώριζε το αυστριακό από το ουγγρικό μέρος της αυτοκρατορίας, ενώ ο διαχωρισμός έχει διαφυλαχθεί μέχρι σήμερα: ολόκληρα διακόσια χρόνια εδώ βρίσκεται το σύνορο των επαρχιών, έτσι και τώρα, αν ταξιδεύετε σ΄αυτό το δρόμο, στο συγκεκριμένο σημείο θα σας αποχαιρετήσουν οι ταμπέλες της μίας και θα σας καλωσορίσουν οι ταμπέλες της άλλης κρατικής διοικητικής περιοχής .

“Οι Πύλες της Δαλματίας”, όπως κάποιοι ονόμασαν αυτή την περιοχή, λόγω ενός εύστοχα τοποθετημένου κάστρου που φύλαγε το πέρασμα, υπήρξαν το θέατρο πολλών φοβερών μαχών. Από κει περνούσαν στις προελάσεις τους οι ΄Αβαροι, οι Σλάβοι, οι Τάταροι, από κει πέρασαν δύο φορές και οι σταυροφόροι στο δρόμο τους προς την Ιερουσαλήμ. Κατά τη διάρκεια των τουρκικών πολέμων σημειώθηκαν πολλές αμείλικτες μάχες διότι η κατάληψη του προαναφερόμενου κάστρου σήμαινε απόκτηση σημαντικού στρατηγικού πλεονεκτήματος. Εκεί τέλος το 1809 συνέβη η φρικτή αναμέτρηση του αυστριακού και του στρατού του Ναπολέοντος. Με άλλα λόγια, εδώ, σε τόσο μικρή επιφάνεια εδάφους – αλλά σε μεγάλο χρονικό διάστημα – πολλοί στρατιώτες άφησαν τα κόκαλά τους.

IV

Το αμάξι βρήκε σε κάτι μαλακό και ο κινητήρας μπουκώθηκε και έσβησε. Αφού συνήλθαν από το σόκ, βγήκαν και οι δύο έξω. Το αμάξι είχε κολλήσει σε ένα λόφο από χιόνι, που έμοιαζε σαν να τον είχε κάποιος τοποθετήσει στη μέση του δρόμου. Στον άσπρο όγκο που φωτιζόταν από τα φώτα του αυτοκινήτου διακρινόταν κάποιο παράξενο σχήμα.
Ο ΄Ιβαν με το μύτη της μπότας του αφαίρεσε μερικά στρώματα χιονιού. Κάτω από την επιφάνεια υπήρχε κάτι σκούρο, αλλά από τη μπότα του ΄Ιβαν το χώριζε μια λεπτή, σκληρή επιφάνεια πάγου. Η χιονοθύελλα γρήγορα κάλυπτε τον πάγο με νέο λευκό στρώμα.
Η μπότα επανέλαβε την κίνηση, σπάζοντας τον πάγο, και έφτασε σε κάτι το γλοιώδες.
“Τι στο διάολο είναι αυτό;”, αναφώνησε ο ΄Ιβαν ειλικρινά απορημένος.
Έσυρε τη φτέρνα του ξάνα πάνω στην επιφάνεια της μεγάλης, μαλακής καμπούρας, η οποία κάτω από την πίεση έσκασε σαν μπαλόνι και μπροστά τους κάτω από το φως των προβολέων άστραψαν τρία τεράστια πλευρά. Τα μεγάλα, άσπρα, κυρτά πλευρά κάποιου ζώου που κείτονταν στο δρόμο.
Εκείνη μαζεύτηκε από το φόβο της, μα ο Ιβαν δεν το έβαλε κάτω. Καθάρισε το χιόνι από ένα κλαρί, το έκοψε και καθάρισε κι άλλο το κουφάρι. – Νεκρή αγελάδα! Και μάλιστα σε προχωρημένο στάδιο αποσύνθεσης! Ανάμεσα στα πλευρά και στο βάθος των σωθικών μαύριζαν τα απομεινάρια του σάπιου κρέατος.
“Γαμώ την ατυχία μου, γαμώ, τί θα κάνουμε τώρα;” έβρισε κι αυτή για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα.
Ο ΄Ιβαν στεκόταν σκυθρωπός μες το χιόνι ως τους αστραγάλους και παρατηρούσε τη μαύρη αυτή πληγή που κυριαρχούσε ανοιχτή καταμεσής της πλήρους λευκότητας, με τα πλευρά να προεξέχουν. Έπειτα χώθηκε στο αμάξι και προσπάθησε να βάλει μπρος. Ο μηχανισμός όμως μάταια μάχονταν να βάλει μπρος τον κινητήρα.
Καταριόταν το αυτοκίνητο, το χιόνι, το χειμώνα και επέμενε στην προσπάθεια να βάλει μπρος τη μηχανή. Τουλάχιστον δέκα λεπτά. Μάταια.
Εκείνη εξακολουθούσε να παγώνει έξω, στο χιόνι, μη θέλοντας να μπει μέσα – σαν να ήταν υποχρέωσή της να φυλάει την αγελάδα, λες και μπορούσε αυτό να βοηθήσει την προσπάθειά του.
Ο Ίβαν άνοιξε την πόρτα της.
“Δεν είναι καθόλου έξυπνο να έχω αναμμένα τα φώτα”, είπε, “το ρεύμα ούτως ή άλλως είναι αδύναμο. Θα μου αδειάσει τη μπαταρία. ΄Ελα μέσα και κάτι θα σκεφτούμε.”
Όταν χώθηκε στο αμάξι, εκείνος έσβησε τα φώτα και άναψε τσιγάρο στο απόλυτο σκοτάδι.
“Δεν ξέρω τι να κάνω”, είπε. “Δεν υπάρχει περίπτωση με τέτοια κακοκαιρία να πετύχω κάτι. Έτσι μου ΄ρχεται να το αφήσω εδώ και να επιστρέψουμε στον κεντρικό δρόμο να σταματήσουμε κάποιον και να φτάσουμε σπίτια μας τουλάχιστον μέχρι τα μεσάνυχτα. Μπορείς να φανταστείς πόσο πιθανόν είναι απόψε να βρούμε την υπηρεσία οδικής βοήθειας. Είναι Παραμονή Χριστουγέννων, ακόμη κι αν υπάρχει προσωπικό ασφαλείας, σίγουρα μπεκροπίνει στο πιο κοντινό καπηλειό.”
Εκείνη σκέφτηκε τις δύο βαριές της τσάντες στο πίσω κάθισμα. Ποιός θα τις σύρει μες το χιόνι;
“Για κάτσε μια στιγμή”, είπε. “Ποιός ξέρει πόσο απέχουμε από τον κεντρικό δρόμο;”
“Αρκετά”, είπε ο ΄Ιβαν. “Ναι. Δεν είναι και κανένα σπουδαίο σχέδιο. Αυτό μας έλειπε, να παγώσουμε στο δρόμο”.
Κάθονταν έτσι ώρα πολλή, εκείνος προσπάθησε ακόμη μερικές φορές να βάλει μπρος, μα έκανε όλο και πιο πολύ κρύο. Το παρμπρίζ είχε πλέον καλυφθεί ολοσχερώς από το χιόνι. Ο ΄Ιβαν ενεργοποίησε τους υαλοκαθαριστές και μπροστά τους ύστερα από δυο – τρία σκουπίσματα φάνηκε ο δρόμος ο οποίος, αμέσως εκεί μπροστά τους, γρήγορα εξαφανιζόταν στο σκοτάδι.
Απόλυτη απελπισία. Κρύο, σκοτάδι, και μέσα όλο και περισσότερος καπνός και ολοένα και λιγότερο οξυγόνο.
Εκείνη κατέβασε το τζάμι για να αερίσει.
Η χιονοθύεελλα στο μεταξύ κόπασε, και στα δεξιά, μες στη νύχτα, εντόπισαν ένα αμυδρό φως.
“Τι να είναι εκείνο...;” ρώτησε εκείνη, ξαφνιασμένη.
“Θα 'ναι κανένα σπίτι...”
“Μήπως να ρωτούσαμε, δεν ξέρω, θα παγώσουμε εδώ;”

V

Τους άνοιξε κάποιος παππούς ντυμένος με χοντρό πανωφόρι κι ένα γιλέκο της στολής παραλλαγής από πάνω. Εξήγησαν τι τους συνέβη και ο άνθρωπος τους κάλεσε να μπουν μέσα. Πλάι στην άσπρη σόμπα που έκαιγε με ξύλα και της οποίας η σκουριασμένη καπνοδόχος κατέληγε στον τοίχο, κάθονταν σε μια κουρελιασμένη πολυθρόνα μια γριά και έπλεκε κάλτσες από μπλε μαλλί. Ολόκληρο τον χώρο τον φώτιζε μονάχα ένας λύχνος γκαζιού πάνω από τη σόμπα, αλλά ήταν παραδεισένια ζεστασιά.
Οι άνθρωποι τους δέχθηκαν εγκάρδια και τους κάλεσαν να κάτσουν στο τραπέζι.
“Πεινάτε παιδιά;”, ρώτησε ο γέρος και, χωρίς να πάρει την απάντηση, διέταξε: “Γριά, βγάλε τυρί και ψωμί.”
Η γριά μπήκε στο διπλανό, εντελώς σκοτεινό δωμάτιο, και έφερε δύο τσίγκινα πιάτα. Από κάπου έπιασε και δύο χοντρά ποτήρια, έπειτα άνοιξε το συρτάρι του τραπεζιού και έβγαλε μαχαιροπήρουνα.
“Θέλαμε μόνο να ρωτήσουμε αν έχετε τηλέφωνο;” είπε ο ΄Ιβαν.
“Τηλέφωνο!;”, σχολίασε ο γέρος. “Δεν υπάρχει εδώ, παιδί μου, ούτε τηλέφωνο, ούτε ρεύμα, ούτε τηλεόραση. Τα καλώδια κομμένα, την τηλεόραση την πήραν.”
Ο γέρος έβγαλε από ένα ντουλάπι ένα μπουκάλι ρακί και, ενώ έβαζε στα ποτήρια, είπε:
“Να σας κεράσω λοιπόν, από ένα ποτηράκι; Δεν έχουμε μικρά ποτήρια, γι' αυτό θα σας βάλω στα μεγάλα.”
Δεν διαμαρτυρήθηκαν. Ευχήθηκαν στον γέρο και την γριά και το κατέβασαν και οι δύο άσπρο πάτο.
Ο γέρος έπιασε ένα ποτήρι και για τον εαυτό του και τα γέμισε όλα ξανά.
“Δεν έχετε άλλη επιλογή από το να περιμένετε το πρωί. Ζεσταθείτε εκεί πλάι στη φωτιά. Το χιόνι έχει σταματήσει, μα θα χιονίσει πάλι. Αν μη τί άλλο, υπάρχουν πολλά κρεβάτια μέσα στο σπίτι και μπορείτε να ξαπλώσετε. Και το πρωί με το καλό, σταματήστε κάποιον στο δρόμο.”
Η μία ρακί μετά την άλλη, ψωμοτύρι και η συζήτηση δεν άργησε ν' αρχίσει. Κάποια στιγμή ο ΄Ιβαν τινάχτηκε και σκανάρισε όλο το δωμάτιο με το βλέμμα του. Κανένα σημάδι Χριστουγέννων!
Ανατρίχιασε μέσα του, με δεν έδειξε κανένα σημάδι απορίας. Συζητούσε γενικά, για το χειμώνα, τι δύσκολη που είναι η ζωή και ούτω καθ' εξής.
Επωφελήθηκε της ευκαιρίας και την κατάλληλη στιγμή εξήγησε ότι πρέπει να πάει στο αυτοκίνητο για να πάρει καινούριο πακέτο τσιγάρα.
“Αντε, αφού πας, φέρε και το νεσεσέρ μου, είναι πάνω- πάνω στη βαλίτσα...”, του φώναξε εκείνη ενώ ήταν ήδη στην πόρτα.
Μέσα από τη θύελλα που στο μεταξύ είχε ξαναρχίσει και μάλιστα πιο δυνατή από πριν ο ΄Ιβαν έφτασε κουτσά στραβά μέχρι το “Όπελ”. Πρώτα έχωσε το χέρι του στο σφουγγάρι της πλάτης του καθίσματος του συνοδηγού, ψηλαφίζοντας το μπόγο που έπρεπε να παραδώσει απόψε, και μετά έβγαλε κάτω από το κάθισμα το πιστόλι. Έλεγξε προσεκτικά αν είναι γεμάτο, και το έχωσε κάτω από τη ζακέτα, στον ζωστήρα. Τότε έψαξε τη βαλίτσα της να βρει το γαμημένο της νεσεσέρ. Τι θέλει τώρα, να βουρτσίσει τα δόντια της;!” σκέφτηκε νευρικά.
Είχε ήδη κλειδώσει το αμάξι και ξεκινήσει προς το σπίτι όταν θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει τα τσιγάρα.
Μπήκε στο δωμάτιο άσπρος σαν τον χιονάνθρωπο. Τίναξε το χιόνι και κάθισε σε ένα άλλο τραπέζι, για να έχει τον τοίχο πίσω του.
Οι τρεις τους κουβέντιαζαν χωρίς να δίνουν σημασία στον ΄Ιβαν:
“Υπάρχει στο χωριό κανένας άλλος εκτός από εσάς;”, ρωτούσε εκείνη τον γέρο.
“Κανείς, παιδί μου”, απάντησε η γριά αντί γι' αυτόν. “Ζούμε σαν ερημίτες.”
Ξαναέβαζαν ρακί. Η νύχτα προχωρούσε. Ο γέρος έβγαλε από το ντουλάπι κι ένα τρίτο πιάτο και ένα μικρό μαχαίρι με καμπυλωτή κόψη. Από το ράφι κατέβασε δύο κεφαλάκια κρεμμύδι και την αλατιέρα. Έκοβε το κρεμμύδι και το τυρί και ανάμεσα στις λέξεις τα έβαζε στο στόμα.
“Πριν τον πόλεμο δούλευα εδώ στο δασαρχείο και μόλις πριν την σύνταξη μου έπεσε ένα δέντρο στο πόδι και το σπασε, κι έτσι εμένα, παιδάκι μου, όταν άρχισε ο πόλεμος με βρήκε ακριβώς στο Ζάγκρεμπ, στο νοσοκομείο. Και τότε σκεφτόμουν, τι να κάνω, δεν γίνεται να αφήσω τη γριά εδώ στο χωριό, μόνη με τον εξαφανισμένο λαό, κι αντί να την πάρω μαζί μου και να πάμε μετά στο γιό μας, το σκάω από το νοσοκομείο και επιστρέφω όμορφα κι ωραία εδώ! Λέω με το νου μου τι να τρέχω από δω κι από κει και δός του πολυλογία...”
Η γριά στο μεταξύ είχε κοιμηθεί στην πολυθρόνα της δίπλα στη σόμπα. Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα κι ο γέρος είχε πάει στο κρεβάτι. Βολεύτηκε στο πλάι και συνέχισε την ιστορία του γιατί οι δυο τους “έμειναν αφού εκεί δεν υπήρχε πλέον κανείς”:
“Ξέρεις, έχω έναν γιο στη Ριέκα, μας επισκέπτεται πότε -πότε, ήθελε να μας πάρει μαζί του, μα εγώ σκεφτόμουν με το νου μου τί να τρέχουμε από δω κι από κει σ' αυτή την ηλικία κι εγώ κι η γριά μαζί μου. Και μας λέει εκείνος τι θα κάνετε στο έρημο χωριό; Και εγώ του απαντάω το ξέρεις και μόνος σου, το χωριό έρημο ήταν και πριν τον πόλεμο, και ποια η διαφορά, παιδί μου; εδώ και πριν ήταν περισσότεροι οι νεκροί από τους ζωντανούς. Και μήτε έχω όρεξη να πάω πουθενά, εμείς οι δυο δεν είμαστε πια για τίποτε. Χάσαμε τις δυνάμεις μας. Τι άλλο; καθόμαστε εδώ, περιμένουμε να πεθάνουμε και παρακαλάμε το Θεό να βρεθεί κάποιος να μας θάψει.”

VI

Οι γέροντες ήδη κοιμόντουσαν με ύπνο βαρύ όταν ο ΄Ιβαν ρώτησε που βρίσκεται η τουαλέτα. Εκείνη του απάντησε ότι δεν υπάρχει τουαλέτα.
“Μου εξήγησαν, μάλλον ήσουν έξω για τσιγάρα, ότι αν χρειαστείς, να πας αμέσως εκεί πίσω από το σπίτι.”
Εκείνος, δυσανασχετώντας, κουνούσε το κεφάλι του και σηκώθηκε από το τραπέζι. Κατέβασε από τη κρεμάστρα το μπουφάν του σκι. “Τι φτώχεια και μιζέρια, γαμώτο...”, είπε φορώντας τα μανίκια.
Βγήκε στην παγωμένη νύχτα.
Το χιόνι είχε κοπάσει ξανά, και μόνο μερικές νιφάδες του έφταναν στο πρόσωπο. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Και μάλιστα, κάπου εκεί πάνω, τα σύννεφα αραίωσαν και στην τρύπα που δημιουργήθηκε έλαμψε το φεγγάρι.
Ο ΄Ιβαν στράφηκε προς το σπίτι και από καθαρή ντροπή, να μη βγει κι εκείνη και τον βρει εδώ να κατουράει, απομακρύνθηκε καμπόσες δεκάδες μέτρα μες στη λευκή έρημο.
Ήταν απoλύτως μόνος. Με το ζόρι έχωνε τις μπότες μέσα στο βαθύ χιόνι, μα η ντροπή ήταν πιο ισχυρή.
Μόλις είχε ξεκουμπώσει το παντελόνι του όταν εμφανίστηκαν.
Αρχικά δεν είχε καταλάβει τι ήταν αυτό που έβλεπε. Σκέφτηκε ότι ήταν στρόβιλος από χιόνι, ή ένα σμήνος από στροβίλους, μα ο αέρας ήταν ήπιος και είχε άπνοια. Το κρύο ήταν φοβερό και φαινόταν καθαρά: δεν ήταν στρόβιλοι.
Από το βάθος του σκότους, από τα δεξιά, διέρχονταν κάποιες σκοτεινές σιλουέτες, και μόλις που γινόταν αισθητό το μουρμουρητό τους καθώς περνούσαν τον κάμπο . Ήταν πολύ μακριά για να διακρίνει τις λεπτομέρειες.
Στεκόταν σαν μαγεμένος.
Από που ξεφύτρωσαν όλοι αυτοί μες τη νύχτα, σκέφτηκε, στο χωριό που δεν υπάρχει ψυχή.
Κρατούσε με το χέρι του το παντελόνι και – μόνο για να νιώσει πιο σίγουρος – το σήκωσε μέχρι το πουλόβερ και το μπουφάν του, όπου ένιωσε το οπλισμένο του πιστόλι. Εγώ δεν θα τους επιτεθώ, ελπίζω να μη μου επιτεθούν ούτε κι αυτοί ...
Οι σιλουέτες, σαν παράταξη αιχμαλώτων ή πομπή προσκυνητών, προχωρούσαν συνεχώς καταμεσής του λευκού τοπίου, κρατώντας την ίδια γραμμή. Κατά καιρούς, μέσα από το μουρμουρητό ακούγονταν γέλια και κουβέντα, και ύστερα όλα καλύπτονταν ξανά από την ανείπωτη σιωπή.
Περνούσαν έτσι αρκετή ώρα, κάποιοι κοντοστέκονταν, στριμώχνονταν σε ομάδες, και μετά πάλι χώριζαν και συνέχιζαν να κινούνται. Χάθηκαν πίσω από ένα δέντρο μπροστά από το οποίο είχε πολλούς θάμνους, και έτσι δεν φαινόταν πια προς τα που κατευθύνονται.
Τους κοιτούσε προσηλωμένος. Ο χρόνος περνούσε. Η πορεία δεν σταματούσε. Περνούσαν εκατοντάδες, εκεί, πέρα στον κάμπο, μπροστά στα μάτια του.
Στεκόταν έτσι περισσότερο από μία ώρα, ξύλιασε από το κρύο, το πρόσωπό και τα δάχτυλά του πάγωσαν, μα δεν ήθελε να χάσει το θέαμα. Ποτέ του δεν είχε δει κάτι παρόμοιο.
“΄Ιβαν...”, άκουσε ξαφνικά μια φωνή πίσω του.
Πλησίαζε μέσα στο χιόνι, προσεκτικά πατώντας στις τρύπες που είχε ανοίξει με τις μπότες του. “Που είσαι, καλέ;! Είπα, θα έπεσες κάπου στο χιόνι και θα ξεπάγιασες.”
“Κοίτα”, της είπε όταν πλησίασε και της έδειξε με το κεφάλι του τα φαντάσματα.
Εξακολουθούσαν να περνάνε. Αργά και χωρίς διακοπή, σαν πομπή.
“Τι είναι αυτό που βλέπω;”, ψιθύρισε εκείνη. “Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;”
“Νόμιζα ότι ήταν παραίσθηση. Δηλαδή, κι εσύ τους βλέπεις;”
“Φυσικά και τους βλέπω”
“Και τους ακούς να μουρμουρίζουν κάτι;”
“΄Οχι. Δεν ακούγεται τίποτα. Αφού επικρατεί απόλυτη ησυχία.”
Παρακολουθούσαν τις σιλουέτες, ήρεμα, σαν να παρακολουθούν κάποιο φυσικό φαινόμενο. Είναι σύνηθες πολλές φορές δειλοί άνθρωποι μπροστά σε κάτι πραγματικά τρομακτικό να αντιδρούν χωρίς τον παραμικρό φόβο. - Στεκόντουσαν εκεί λες και παρακολουθούν το Βόρειο Σέλας, σαν να είναι σίγουροι ότι τα φαντάσματα αυτά δεν τους απειλούν με κανένα τρόπο.
Η πορεία σταμάτησε για λίγο και τέσσερεις ξεχώρισαν από τους άλλους. Ξεκίνησαν διαγώνια προς το μέρους τους. Τους πλησίασαν τόσο πολύ ώστε μπορούσαν να διακρίνουν ότι φορούσαν ένα είδος στολής, με σταυρωτά κουμπωμένες τις φυσιγγιοθήκες πάνω στα στήθη.
Ο ένας έδειξε με το δείκτη του προς το μέρος τους, δηλαδή λίγο προς τα αριστερά, προς το σπίτι.
“Regardez la-bas! Regardez la-bas!”, φώναξε.
Οι υπόλοιποι τρεις με τις παλάμες πάνω από τα φρύδια, σαν να προστατεύονται από δυνατό ήλιο αγνάντευαν.
“La maison! Regardez la-bas, la maison!”
“Je ne vois rien”, είπε ο δεύτερος.
“Moi non plus”, είπε ο τρίτος. “Je ne vois rien.”
Στάθηκαν λίγο χρόνο ακόμη, αγναντεύοντας το σπίτι.

VII

Το ξημέρωμα τους βρήκε στο τραπέζι. Η γριά ροχάλιζε στην πολυθρόνα, με ήρεμη έκφραση κι ο γέρος κοιμόταν γαλήνια στο κρεβάτι, με το σκούφο στο κεφάλι του και το χέρι κάτω από το μάγουλο.
Ο ΄Ιβαν σηκώθηκε με δυσκολία και έπιασε με το χέρι το μουδιασμένο του πλευρό. “Ξεκινάμε;”, ρώτησε κατευθυνόμενος προς την πόρτα.
Βγήκαν στη ροδαλή αυγή, και ξεκίνησαν αποκαμωμένοι προς το δρόμο ανάμεσα από τους θάμνους, για το αμάξι. Κοίταξε προς την πεδιάδα απ' όπου πέρασαν τη νύχτα τα φαντάσματα. Τώρα έμοιαζε με συνηθισμένο χιονισμένο πεδίο σε μια κακοτοπιά στο πουθενά. Απρόσωπο, με μικρούς εισβολείς, μερικά γυμνά δέντρα αραιά και που, όπως στους πίνακες του Pieter Bruegel.
Το αυτοκίνητο τους περίμενε εκεί, καρφωμένο στο άνοιγμα, με λευκό σκούφο στη σκεπή και το καπό, μες στη χιονισμένη καμπούρα στο δρόμο.
Δίπλα στο αυτοκίνητο, σε ένα σημείο το πεδίο και το δρόμο χώριζε ένα μονοπάτι. Πουθενά ίχνη, μόνο ένα κάθετο βαθούλωμα στο ομοιόμορφο χιόνι απ' όπου κάποιος είχε περάσει, που σκεπάστηκε τη νύχτα με φρέσκο χιόνι.
“Είναι τα δικά τους ίχνη;”, έδειξε εκείνη προς το μονοπάτι που χάνονταν στην πεδιάδα.
“Μη με ρωτάς τίποτα”, απάντησε εκείνος. ΄Εχωσε το χέρι του στην τσέπη και έβγαλε την κουδουνιστή δέσμη των κλειδιών. “Φαντάσου, μόλις λίγο πριν θυμήθηκα ότι έχω κάποια παλιά μπαταρία ρεζέρβα στο πόρτ μπαγκάζ. Που το είχα το μυαλό μου...΄Ισως τα καταφέρουμε να βάλουμε μπρός μ' αυτή.”
Ήρθαν στο αυτοκίνητο και ο ΄Ιβαν έβγαλε ένα σκουπάκι και τα σχετικά. “Σε πειράζει να καθαρίσεις λίγο μέχρι εγώ να αλλάξω...;”
“΄Ελα, δος το μου...”, απάντησε εκείνη. Εκείνος της πέταξε πάνω από το καπό το σκουπάκι. Μια βουή του τράβηξε την προσοχή κι εκείνος στράφηκε προς τα πίσω.
Όχι πολύ μακριά, από την άλλη πλευρά του πεδίου, με μεγάλη ταχύτητα περνούσε ένα φορτηγό με κίτρινο κάλυμμα στο οποίο έγραφε “Fanta - νιώσε τη ζωή!”
“Για δες”, του έδειξε εκείνη. “Βρισκόμασταν συνέχεια κοντά στο δρόμο! Τούτος εδώ είναι στην πραγματικότητα παράλληλος με τον κεντρικό!”
“Τι να το κάνουμε τώρα...”
“Κοίτα ρε παιδί μου, αν το ξέραμε... Θα διασχίζαμε απλώς το χωράφι. Κάποιος θα μας σταματούσε, θα είχαμε ήδη φτάσει με κάποιο τρόπο.”
“Κι έτσι θα φτάσουμε”, γκρίνιαξε ο ΄Ιβαν σκύβοντας κάτω από το τιμόνι για να τραβήξει το χερούλι και να ανοίξει το καπό. “Θα είμαστε εκεί σε δυόμισι το πολύ τρεις ώρες, αυτή τη φορά στ' αλήθεια... Να, μόνο να αλλάξω τη μπαταρία.

 

Dalibor Šimpraga © Darko Tomaš
Dalibor Šimpraga από την Κροατία
Dalibor Šimpraga. Γεννήθηκε το 1969 στο Ζάγκρεμπ της Κροατίας, όπου ζει και εργάζεται σήμερα. Σπούδασε Κροατική και Νοτιοσλαβική Λογοτεχνία και Γλωσσολογία στο Ζάγκρεμπ. Συγγραφέας μυθιστορημάτων και διηγημάτων. Διευθυντής σύνταξης και πολιτιστικός συντάκτης στο μεγαλύτερο κροατικό περιοδικό «Globus». Συνιδρυτής του λογοτεχνικού περιοδικού «Fantom Slobode». Έχει εκδώσει πλήθος βιβλίων, μεταξύ των οποίων: Anastasia, μυθιστόρημα, (Ζάγκρεμπ 2007), Kavice Andreja Puplina, συλλογή διηγημάτων (Ζάγκρεμπ 2002), 22 u hladu, ανθολογία νεότερης κροατικής πεζογραφίας (Ζάγκρεμπ 1999). Για το πρώτο του μυθιστόρημα Anastasia τιμήθηκε το 2008 με το βραβείο roman@tportal.hr, το οποίο συνοδεύεται με το υψηλότερο χρηματικό ποσό βραβείου στο χώρο της λογοτεχνίας της Κροατίας. Μέλος της Ένωσης Συγγραφέων της Κροατίας «Hrvatsko društvo pisaca».

 

Μετάφραση του Gérald Kurth
Gérald Kurth, γεννήθηκε το 1968 στο Solothurn της Ελβετίας. Σπούδασε Σλαβική Φιλολογία, Γαλλική Γλώσσα και Ιστορία της Τέχνης στη Βέρνη, το Ζάγκρεμπ, το Παρίσι και το Σικάγο. Από το 1997 έως το 2005 βοηθός καθηγητή και λέκτορας Βοσνιακών/Κροατικών/Σερβικών στο Σλαβικό Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου της Βέρνης. Από το 1999 μεταφραστής λογοτεχνίας (από τα βοσνιακά, κροατικά, σερβικά, σλαβομακεδονικά, τσεχικά, μεταξύ άλλων, στα γερμανικά και αντίστροφα). Έχει μεταφράσει: Robert Walser, Jakob von Gunten στα βοσνιακά (Jakob von Gunten u školi zaborava, Lukavac 2001), Midhat Kapo, Verschwunden im Übergang (Lukavac 2000). Διδακτορική διατριβή το 2005 με θέμα «Ταυτότητες ανάμεσα στο έθνος και στον κόσμο: Μελέτες για τη λογοτεχνία των Ρομά στην πΓΔΜ» (Identitäten zwischen Ethnos und Kosmos: Studien zur Literatur der Roma in Makedonien, Wiesbaden 2008).