Το τόλμημα της μνήμης

Σαράγεβο

Foto: Lisa Robert

Λογοτεχνικό δοκίμιο της συγγραφέως Asli Erdoğan από την Τουρκία. Μετάφραση: Θάνος Ζαραγκάλης.

© Lisa Robert


ΜΕΡΑ

Είμαι μονάχη εδώ από χτες, σε μια σοφίτα που φωτίζεται από ένα παράθυρο στέγης. Είναι ένα δωμάτιο με ραγισμένα τα τζάμια των παράθυρων, με τη σκόνη να κυριαρχεί παντού, σχεδόν χωρίς έπιπλα. Ένα μονό κρεβάτι χαμηλό που έφτανε μέχρι το γόνατο, ένα τεράστιο σχεδιαστήριο που θαρρείς είχε να χρησιμοποιηθεί δεκάδες χρόνια και δυο – τρία ράφια. Αυτά είναι όλα κι όλα. Α, και κάποια κουτιά κινηματογραφικών ταινιών στοιβαγμένα στις γωνίες. Σ’ αυτόν εδώ το χώρο πολύ εύκολα μπορώ να νιώσω πιο αποξενωμένη, πιο νέα, πιο ανεξάρτητη, εδώ είναι ένας άλλος σταθμός της ματαιότητας… Ανάμεσα στην επιθυμία να φύγεις και στην επιθυμία να μείνεις. Θαρρείς που σ’ αυτό το δωμάτιο έζησα χρόνια, νύχτες, εποχές, θαρρείς που το κουβαλούσα πάντα μαζί μου, εκείνο το μοναδικό δωμάτιο… Αν χτες τη νύχτα δεν ήμουν τόσο κουρασμένη, θα μπορούσα να κοιτάζω τις κηλίδες του τοίχου για μεγάλο διάστημα, ιδιαιτέρως εκείνο τον μεγάλο, το τρομακτικό λεκέ της οροφής, θα μπορούσα να φανταστώ στο ημίφως διάφορες εικόνες. Ειδών – ειδών αφηγήσεις, λεκέδες, κηλίδες, υπάρξεις, περασμένα… Σημάδια που η περασμένη ώρα θα τα καθιστούσε πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, σημάδια που αποκολλούν μαζί με αυτά και τη μισο-προφορική ύπαρξή μου.

© Daniel-Costin SanduΈχω ένα μπαλκόνι στριμωγμένο ανάμεσα στις κατακόρυφες στέγες: Κατιφέδες που ανοίγουν νυσταγμένοι, γλάστρες – όλες άδειες εκτός από μία-, σπουργίτια που με υιοθέτησαν αμέσως, και ένα κοράκι. Στον απέναντι τοίχο ίχνη από σφαίρες και θραύσματα. Κάτω στήνουν λαϊκή αγορά. Μικρά φορτηγά πλησιάζουν το ένα πίσω απ’ το άλλο, κιβώτια γεμάτα μαρούλια, μήλα, πορτοκάλια μεταφέρονται πέρα δώθε, τοποθετούνται πάνω στους ευθυγραμμισμένους σαν τα σχολικά θρανία πάγκους και μετά βρέχονται. Μερικοί πάγκοι έχουν κεντητά, δαντέλες, κάνα δυο άλλοι λουλούδια… Από το διπλανό τυροπιτάδικο αναδύονται μυρωδιές∙ πωλήτριες τυλιγμένες στις εσάρπες, στα τζιν σακάκια, ανάβουν τσιγάρο, σπάνε τη σιωπή. Ένα τραμ περνάει με θόρυβο. Είναι ακόμη έξι το πρωί. Το πολύ σε μία ώρα η λαϊκή θα γίνει πολύχρωμη, πατείς με πατώ σε. Μια μικρούλα πλατεία το πολύ πενήντα επί πενήντα, εκείνη η πλατεία όπου πριν από δέκα χρόνια μια οβίδα είχε κατακερματίσει εξήντα οκτώ ανθρώπους. Η πλατεία που υπενθύμιζε στους ανθρώπους την ‘ασπλαχνία’ του πολέμου - την οποία άγνωστο γιατί είχαν ξεχάσει- την ώρα που έπιναν τον πρωινό καφέ τους διαβάζοντας τις εφημερίδες με τις αιματοβαμμένες φωτογραφίες, τα χυμένα μυαλά, τις φωτογραφίες που φιγουράριζαν στις πρώτες σελίδες και είχαν κάνει διάσημους αυτούς που τις είχαν τραβήξει. Όσο κοιτάζω τους πάγκους τοποθετημένους στη σειρά όπως τα φέρετρα, τις απλές, απέριττες δαντέλες, τα χλωμά πρόσωπα των πωλητριών, έρχεται στο μυαλό μου η ερώτηση του Παλαιστίνιου φίλου μου που έζησε πολλές φορές τον πόλεμο: «Τι γυρεύεις σ’ αυτήν την πόλη – σκορποχώρι;» «Μαθαίνω να πηγαίνω πίσω στο παρελθόν» είχα απαντήσει λακωνικά.

Βρίσκομαι στο Σεράγιεβο. Σ’ αυτή τη μικρή πόλη ανάμεσα στις απότομες πλαγιές των λόφων, περιτριγυρισμένη με βουνά, με δάση από έλατα που έχουν πλέον αρκετά αραιώσει, με βαθύσκιωτες κοιλάδες, με νάρκες και νεκροταφεία… Νεκροταφεία σκορπισμένα ανάμεσα σε σπίτια, δέντρα, πάρκα, πλατείες, σχολικές αυλές, νεκροταφεία των νεκρών που πέθαναν νέοι. Λες και ο καθένας περιμένει, νοσταλγεί κάποιον άλλο. Σ’ όποιο ύψωμα κι αν στρέψω το βλέμμα μου, ταφόπετρες που με κοιτάζουν αφ’ υψηλού, κάτασπρα μάτια, θολά που με παρακολουθούν αδιάλειπτα. Θαρρείς που έριξαν επάνω στη ζωή ένα δίχτυ πλεγμένο από τα τελευταία, τα ανολοκλήρωτα βλέμματα. Το Σεράγεβο, που βγήκε σώο από την χιλίων τετρακοσίων ημερών πολιορκία με χιλιοτρυπημένα κτίρια, τυλίγει ακόμη τις πληγές του μολονότι πέρασαν δέκα χρόνια, κι όμως μερικές πληγές αρνούνται να γιατρευτούν. Ίσως να μαθαίνω να θεωρώ ευλογημένη τη ζωή για μια ακόμη φορά παρ’ όλες τις αντιξοότητες. Ενθυμούμενη μια θολή, ασαφή αλλά μολαταύτα πολύ αγνή, βαθιά χαρά…Τη χαρά που νιώθουμε καθώς βλέπουμε να κυλάει το ποτάμι της ζωής. Να κυλάει παρόλο που μ’ αφήνει εδώ ολομόναχη παρέα με τη μοναξιά μου απέναντι σ’ έναν τοίχο γεμάτο τρύπες. Στη σοφίτα μιας ξένης πόλης, περιμένοντας την καινούργια μέρα, μεταξύ αυτού που έχει προ πολλού τελειώσει κι αυτού που δεν γεννήθηκε ακόμη.

Πιστεύω πως μπορώ να τη θεωρήσω πρώτη μέρα της άνοιξης.

ΝΥΧΤΑ

Βρίσκομαι πάνω στην πέτρινη γέφυρα μπροστά στην καμένη βιβλιοθήκη. Η πανσέληνος τεράστια –δεν θυμάμαι πότε την είχα ξαναδεί τόσο μεγάλη-, ολόλαμπρη και γυμνή, θαρρείς που θέλει να απευθυνθεί στον κόσμο των ανθρώπων. Ανοιχτό χρυσαφί, μιλάμε για έναν πολύ παλαιότερο κόσμο… Πλησίασε τόσο πολύ τους λόφους λες και θέλει να αγγίξει τις κορφές των ελάτων… Το σεληνόφως αντανακλά πάνω στις λευκές πέτρες, πάνω στα ρηχά, λασπωμένα νερά του ποταμού Μιλιότσκα… Έχω την αίσθηση πως έζησα ξανά σ’ αυτά εδώ τα μέρη. Όλα αυτά, όπως το συναίσθημα που προκαλεί η πολιορκία, ο αποκλεισμός, τον πόνο αυτού που ποτέ δεν θα επιστρέψει, που έχει χαθεί για πάντα… Σε μια πιο παλιά, πιο πραγματική ζωή, που κόπηκε ξαφνικά χωρίς να προλάβει να ολοκληρωθεί… Πριν να φθάσουν τα μεσάνυχτα, η πόλη βυθίστηκε στη σιωπή, το μόνο που ακούω είναι το νανούρισμα του ποταμού και τα σκουριασμένα ελατήρια μιας κούνιας. Μια ηλικιωμένη κυρία καπνίζει στο πάρκο λίγο πιο πέρα συντροφιά με τον εγγονό και το σκύλο της. Ίσως εδώ σ’ αυτή την ερημική και σιωπηλή νύχτα να αναζητώ το δρόμο που θα με οδηγήσει πίσω στη ζωή. Αφού από τη ζωή ήρθα εδώ…

Το πρωί γύρω στις εννιά με ένα τηλεφώνημα μαθαίνω ότι τη νύχτα στο ορφανοτροφείο ξέσπασε φωτιά από διαρροή υγραερίου, ένα βρέφος τεσσάρων μηνών ξεψύχησε.

     

    Aslı Erdoğan © Gürcan Öztürk
    Aslı Erdoğan από την Τουρκία
    Aslı Erdoğan. Γεννήθηκε το 1967 στην Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας, όπου και ζει. Σπούδασε Πληροφορική και Φυσική. Έκανε τη διπλωματική της εργασία στην Ευρωπαϊκή Οργάνωση για την Πυρηνική Έρευνα (CERN). Διέκοψε το διδακτορικό της, που είχε ξεκινήσει στο Ρίο ντε Τζανέιρο, όταν αποφάσισε να στραφεί στη συγγραφή βιβλίων. Έζησε για δύο χρόνια στη Νότια Αμερική. Συγγραφέας μυθιστορημάτων, διηγημάτων και δοκιμίων. Έχουν εκδοθεί πλήθος βιβλίων της, μεταξύ των οποίων: Taş Bina ve Diğerleri, επιλεγμένα διηγήματα (Κωνσταντινούπολη 2009); Hayatın Sessizliğinde, δοκίμια (Κωνσταντινούπολη 2004); Bir yolculuk Ne Zaman Biter, κείμενα δημοσιευμένα σε στήλες εφημερίδων (Κωνσταντινούπολη 2000); Mucizevi Mandarin, διηγήματα (Κωνσταντινούπολη 1996); Kabuk Adam, μυθιστόρημα (Κωνσταντινούπολη 1994). Το διήγημα Tahta Kuşlar (στα γερμανικά κυκλοφρεί με τον τίτλο Holzvögel, Κολονία 1998) διακρίθηκε το 1997 με το Λογοτεχνικό Βραβείο της Deutsche Welle και μεταφράστηκε σε εννέα γλώσσες.

     

    Μετάφραση της Angelika Hoch
    Angelika Hoch, γεννήθηκε το 1969 στο Μόναχο της Γερμανίας. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Ludwig-Maximilian του Μονάχου Ιστορία και Πολιτισμό της Εγγύς Ανατολής, καθώς και Τουρκολογία, Κλασική Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης. Από το 2005 η Angelika Gillitz-Acar και η Angelika Hoch μεταφράζουν διηγήματα, παραμύθια και έργα των Leylâ Erbil και Ayşe Kulin.

     

    Μετάφραση της Angelika Gillitz-Acar
    Angelika Gillitz-Acar, γεννήθηκε το 1958, σπούδασε Κοινωνική Παιδαγωγική, και ύστερα Ιστορία και Πολιτισμό της Εγγύς Ανατολής, καθώς και Τουρκολογία. Ζει στο Μόναχο και εργάζεται σε προγράμματα για νέους χωρίς απολυτήριο λυκείου. Παράλληλα, εργάζεται ως μεταφράστρια και έχει μεταφράσει στα γερμανικά για τη σειρά Τουρκικής Βιβλιοθήκης του Unionsverlag στη Ζυρίχη μαζί με την Angelika Hoch, μεταξύ άλλων, τα Eine seltsame Frau (Tuhaf Bir Kadın) της Leyla Erbil, Die Stadt mit der roten Pelerine (Kırmızı Pelerinli Kent) της Aslı Erdoğan και Ein schmaler Pfad (Bir Gün) της Ayşe Kulin.