Το τόλμημα της μνήμης

Ο επιθεωρητής Βόλαντ

  • Read in Serbian by the author
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.
  • An excerpt from Inspector Voland by Aleksandar Gatalica
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.

Λογοτεχνικό δοκίμιο του συγγραφέα Aleksandar Gatalica, από τη Σερβία. Μετάφραση: Ισμήνη Ραντούλοβιτς.

Θα ήταν αφελές να ισχυριζόμαστε ότι ο διάβολος εμφανίσθηκε στα Βαλκάνια.

Ας φανταστούμε το εξής: πίνει καφέ στο Ζάγκρεμπ στο καφενείο “Ντουμπρόβνικ” και προσποιείται τον μεγάλο συγγραφέα Μίροσλαβ Κρλέζα έχοντας μάλιστα πάρει και την μορφή του. Κάθεται ακουμπώντας στους αγκώνες του, ενώ δύο νεαρές σερβιτόρες ψιθυρίζουν η μία στην άλλη. Η μία λέει: “Εκείνος ο τύπος δεν μοιάζει απίστευτα με τον Κρλέζα;”. Ή διαφορετικά: τρώει διπλό τσίζμπεργκερ στα Μακντόναλντς του Βελιγραδίου στην περιοχή Τεράζιγιε και προσποιείται ότι είναι μαθητής λυκείου που μόλις την έκανε κοπάνα από το κοντινό Φιλολογικό Λύκειο περνώντας το λόφο του Τεράζιγιε. Ή διαφορετικά: ανοίγει λογαριασμό στο κατάστημα μιας πολυτελούς τουρκικής τράπεζας στο Σαράγιεβο και καταθέτει στο λογαριασμό 107.000 πλαστά δολάρια, που είναι τόσο τέλεια πλαστογραφημένα που η υπάλληλος της τράπεζας δεν έχει καμία ελπίδα να το ανακαλύψει...

Όχι, σε τέτοιο περιβάλλον δεν γίνεται να φανταστούμε τον διάβολο. Αν όμως είχαμε γράψει: ο διάβολος παρουσιάστηκε στη Μόσχα, όλα θα φαίνονταν διαφορετικά. Ας πούμε έτσι: ο διάβολος βρέθηκε στη Μόσχα. Ήταν καλοκαίρι και η κοκκινωπή σκόνη από το ιχθυοτροφείο του Πατριαρχείου στροβιλιζόταν χαμηλά στο έδαφος και γύρω από τα πόδια του. Ο Βόλαντ ανέβηκε μέσα από τους λαβυρίνθους της κόλασης και, με τον υπόγειο διάδρομο μέσα από εκεί κοντά που έβγαζε στη Γη, βρέθηκε στην επιφάνεια. Εμφανίστηκε κάτω από τον ουράνιο θόλο στο χρώμα της σκουριάς. Κοίταξε γύρω του και κατάλαβε ότι βρίσκεται στους δρόμους της Μόσχας. Ξεκίνησε χωρίς να βγάλει λέξη, από την οδό Νικίτινσκα προς την Πρετσιστένσκα, μετά έστριψε στο σοκάκι του Λιέβιβσκι και μπήκε στο σπίτι όπου ζούσε η Βαρβάρα Αρκάντιεβνα Σατίνα.

Τέτοιος διάβολος σίγουρα θα προσέλκυε την προσοχή των αναγνωστών, μα αυτό δεν συνέβη. Ο διάβολος εμφανίστηκε στα Βαλκάνια. Πράγματι στην αρχή σκεφτόταν να προσποιηθεί τον Μίροσλαβ Κρλέζα, να φάει ένα τσίζμπουργκερ στο Βελιγράδι και να ανοίξει λογαριασμό με ξένο όνομα, με πλαστά λεφτά στο Σαράγιεβο, αλλά κατευθύνθηκε αρχικά προς την ΠΓΔΜ. Το αν ξεκίνησε με τρένο, αν σταμάτησε στο Κόσοβο, αν έφτασε με αεροπλάνο στα Σκόπια – δεν έχει σημασία. Απλούστατα βρέθηκε στην όχθη του Βαρδάρη και σαν πολιτισμένος επισκέπτης, ντυμένος με κοστούμι τέλεια ραμμένο από τουίντ, κατέλυσε στο ξενοδοχείο “Τόμτσε Σόφκα”. Δεν ήθελε να πάει από την άλλη όχθη και να μείνει σε κάποιο από τα ακριβά ξενοδοχεία. Στο χαρακτήρα του ταίριαζε περισσότερο ένα παλιό κτίριο με ψηλοτάβανα δωμάτια και πλούσια σκαλισμένα κουφώματα.

Στάθηκε μπροστά στον υπάλληλο της ρεσεψιόν και σε κάποια σερβο-σλαβομακεδονικο-ρωσική γλώσσα (“Πιστευτό βαβυλώνιο μείγμα”, σκέφτηκε) είπε ότι είναι ξένος και ότι λέγεται Βόλαντ Ραζούμοβιτς. Η γλώσσα του τέλεια τον σύσταινε ως αιώνιο ταξιδιώτη στην Ανατολική Ευρώπη και ο υπάλληλος ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι μπροστά του βρισκόταν ο διάβολος, ο ηγεμόνας της κόλασης και ο αφέντης των θειούχων αναθυμιάσεων. Ο νεοσύλλεκτος άπλωσε ουκρανικό διαβατήριο και επισήμανε ότι σκοπεύει να μείνει μερικές μέρες.

- Μόνο μερικές μέρες; – απάντησε ο υπάλληλος της ρεσεψιόν για τον οποίο ο Βόλαντ αμέσως κατάλαβε ότι δεν πιστεύει στο θεό, μα ούτε και στον έκπτωτο άγγελό του, τον διάβολο. - Μήπως να “φορτώναμε” λίγο το λογαριασμό; Εσείς μου γεμίζετε το τσεπάκι με μικρά ντέναρ, κι εγώ σας διπλασιάζω την τιμή διανυκτέρευσης του ξενοδοχείου. Και μετά εσείς κάνετε διπλή απόδοση λογαριασμού ...”

- Δεν θα χρειαστεί – είπε ο Βόλαντ κάπως υπερβολικά κοφτά – εκεί που επιστρέφω κάνω απόδοση λογαριασμού στον ίδιο μου τον εαυτό

- Δηλαδή, ελεύθερος επαγγελματίας ...

- Ναι, ναι, ελεύθερος επαγγελματίας. Δικό μου λογιστήριο. Λίγοι εργαζόμενοι – αποκρίθηκε ο διάβολος με αυτοπεποίθηση.

- Όπως θέλετε, κύριε. Όπως θέλετε...

Κι έτσι ο Βόλαντ τακτοποιήθηκε στο ξενοδοχείο. Γιατί να ήρθε άραγε; Γιατί ξεκίνησε από την καρδιά της γης, μέσα από τους βούρκους όπου ούρλιαζαν οι κολασμένοι αιώνες τώρα, και μετά μέσα από την υγρή λάσπη του αργίλου, μέσα από τα μουχλιασμένα κοιτάσματα του βρώμικου αερίου και το λίγο πετρέλαιο, μετά μέσα από την βρόμικη τύρφη και δίπλα από τα κόκκαλα των αθρήνητων νεκρών στους ρηχούς τάφους, για να βγει, σαν τον ασβό μέσα από την τρύπα του στο έδαφος, για την ακρίβεια στα Σκόπια, παράξενα καλοντυμένος, καθόλου λερωμένος από τα στρώματα του χώματος και φορώντας γνήσιο αγγλικό κοστούμι με δύο σειρές κουμπιά;

Τα Βαλκάνια ήταν ο ομφαλός της Γης που είχε πιάσει πύον, μια άσχημα δεμένη πληγή από την οποία δεν είχε αφαιρεθεί καλά το πύον, τόπος στον οποίον έφθαναν οι κραυγές από τα υπόγεια κοιλώματα και τις παράξενες τροχιές των υπόγειων ρευμάτων. Οι πόλεμοι οι οποίοι μαίνονταν στα βουνά είχαν τελειώσει, και ο Βόλαντ θεώρησε ότι πρέπει να έρθει αυτοπροσώπως να αναζωπυρώσει και πάλι τις παλιές έχθρες και να κάνει τις συγχωρεμένες προσβολές ασυγχώρητες. Δεν έβλεπε σ' όλα αυτά τίποτε το κακό. Οι ίδιοι οι άνθρωποι ήταν εκείνοι οι οποίοι γέμιζαν το όπλο και τραβούσαν τη σκανδάλη. Οι άνθρωποι εκτελούσαν, ο διάβολος ανέκαθεν απλώς πρότεινε. Μπορούσαν να πουν “όχι”. Είχαν το χάρισμα της ελεύθερης βούλησης, η σφαίρα ωστόσο έμπαινε στο όπλο, το όπλο ενεργοποιούνταν (oružje se repetiralo) και ακουγόταν “πυρ”, και τίποτα απ' όλα αυτά δεν έπραττε ούτε ο διάβολος, ούτε κανένας από τους πεντήκοντα σκοτεινούς ηγεμόνες οι οποίοι υπολόγιζαν πάντα στην ανθρώπινη τάση για καβγά, κακοήθεια και μνησικακία.

Τώρα όμως είχε έρθει η εποχή της ειρήνης και έπρεπε να χειρίζονται αλλιώς τους ανθρώπους. Κανείς δεν το ήξερε καλύτερα από το διάβολο ότι έρχεται εποχή που όλα πάνε ανάποδα και κανένας λογικός νους δεν μπορεί να σταματήσει το όχημα της ιστορίας από την θλιβερή κατρακύλα προς τα πίσως, αλλά έρχεται και εποχή που όλα περνούν και αρχίζει η αβάσταχτη εποχή της προόδου όταν δεν είναι πια εύκολο να στραφούν οι άνθρωποι ο ένας εναντίον του άλλου και όταν οι παλιοί εχθροί, οι αλλοτινοί προστάτες και κερδοσκόποι του πολέμου, απομακρύνονται στα περίχωρα της πόλης για να συνεχίσουν εκεί στα τοπικά καπηλειά, με σπασμένα μπουκάλια στα χέρια, κάποιους δικούς τους πολέμους οι οποίοι από τραγωδία έχουν προ πολλού καταντήσει κωμωδία.

Πόλεμος ή ειρήνη, οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να τσακώνονται. Γι' αυτό και ήρθε αυτοπροσώπως. Όταν ήταν τα πάντα πύον, όταν ήταν όλα σάπια έστελνε τον Βαλεφόρ, τον ισχυρό βοεβόδα που στρέφει τους ανθρώπους στην ληστεία, τον Λεράζ που εμφανίζεται σε μορφή τοξότη, προκαλεί μάχες και κάνει τις πληγές να μην γιατρεύονται, τον Μάραξ που εμφανίζεται σε μορφή ταύρου με ανθρώπινο κεφάλι και στρέφει στην πρόληψη, τον Ράγιαμ που προσγειώνεται στη γη σαν καρακάξα και καταστρέφει τις πόλεις, τον Βλαμ, τον Φούρκας, τον Μούρμουρ ή οποιονδήποτε άλλο. Εκείνοι τελείωναν τις δουλειές στο άψε σβήσε. Τώρα έφτασε στην άσκηση ετοιμότητας για να κάνει τους λαούς των Βαλκανίων να γίνουν μαλλιά κουβάρια για άλλη μια φορά τη στιγμή που κάτι τέτοιο δεν το είχαν σκεφτεί ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα. Ήθελε έτσι και στον κάτω κόσμο – ο οποίος παρακολουθούσε με προσοχή το κάθε του βήμα – να δείξει την υπεροχή του, την κυρίαρχη περηφάνια και τον αυταρχικό του χαρακτήρα ο οποίος εξακολουθεί να μην υποχωρεί, παρόλο που ο διάβολος είχε για τα καλά πατήσει το τριακοστό δισεκατομμυριοστό έτος της αγγελικής του ύπαρξης, έτσι ώστε θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν ήδη ηλικιωμένος και μόνο εν μέρει στο άνθος της ηλικίας του.

Σκοπός του ήταν να αποδείξει ότι η δράση του ακόμη πιάνει τόπο. Αυτή τη φορά προφανώς με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αποφάσισε να παρουσιαστεί ως ειρηνοποιός! Εκείνος, ο διάβολος, ο Βόλαντ, ο Βελζεβούλης, ο Άριελ, και πως δεν τον αποκαλούσαν στις περασμένες χιλιετίες. Ναι, ακριβώς εκείνος, ο πρίγκιπας του σκότους έπρεπε να γίνει ο μυροφόρος. Παρ' όλα αυτά, δεν είναι πως δεν είχε κακόβουλο συμφέρον. Φαινομενικά, έπρεπε να συμφιλιώνει τους ανθρώπους, να ζητάει απ' αυτούς αλληλεγγύη και μετάνοια, όμως αυτό έπρεπε να γίνεται τόσο ύπουλα ώστε τα παρακάλια να προκαλέσουν μέσα τους πείσμα και διαμετρικά αντίθετη αντίδραση.

Γι' αυτό πρώτα απ' όλα βρέθηκε στα Σκόπια. Περπατούσε πλάι στο Βαρδάρη και επιδεικτικά άλλαζε μορφές. Ξεκίνησε ως ευγενής κύριος με μπαστούνι ο οποίος από την παλιά γέφυρα ατενίζει τα γρήγορα ρεύματα, για να μεταμορφωθεί στη Λεωφόρο Γκότσε Ντέλτσεφ σε μικροσκοπική Αλβανή πωλήτρια σπίρτων, και μετά, αμέσως στρίβοντας στην Λεωφόρο Κρστο Μίσιρκοβ, σε φοιτητή με γυαλιά. Ως ένας ακόμη ψηλέας, κρίνοντας ότι πάνω στη Γή και πάλι κυρίως βαριέται, μπήκε στον κύκλο του Πανεπιστημίου “Κύριλλος και Μεθόδιος”. Ήταν το έτος 2009 και ήταν οι προεδρικές εκλογές στην ΠΓΔΜ και συνεπώς ο διάβολος αποφάσισε να αναζητήσει τον καθηγητή Φερτσκόφσκι, έναν από τους υποψήφιους ο οποίος νόμιζε ότι θα νικήσει στις εν λόγω εκλογές.

- Κύριε Φερτσκόφσκι, είμαι φοιτητής, αλλά ξέρω εκείνο που ξέρει και ο λαός της ΠΓΔΜ – άρχισε ο Βόλαντ στην ουσία ακάλεστος. – Η ΠΓΔΜ είναι ώριμη να αποκτήσει Αλβανό πρόεδρο. -

- Αλβανό; – παραξενεύτηκε ο καθηγητής.

- Ναι, βλέπετε, αυτό θα είχε θετική απήχηση όχι μόνο στο δρόμο προς την Οχρίδα τον οποίο η ΠΓΔΜ στην ουσία δεν ελέγχει, αλλά και στην Αλβανία, καθώς και στην Τουρκία. Και επιπλέον πρέπει να έχουμε υπόψη μας την αιώνια υποστήριξη της Αμερικής σε ό,τι αφορά το αλβανικό ζήτημα. Σε όλα αυτά καθώς φαίνεται αντιστέκεται μόνο η δική σας ξεροκεφαλιά. Κάντε συνασπισμό με έναν από τους πέντε Αλβανούς υποψηφίους, καλέστε τους ψηφοφόρους σας να τον ψηφίσουν κι εκείνος θα νικήσει.

- Βγείτε από το γραφείο μου, σας παρακαλώ. Δέχουμαι τους φοιτητές τις Τρίτες και τις Πέμπτες... Και αυτό που λέτε, προτείνετέ το στον Γόργκι Ιβάνοβ, εκείνος έτσι κι αλλιώς θα νικήσει στις εκλογές και συνεπώς μπορεί σε κάποιον και να τις χαρίσει.

Έτσι κι έληξε η υπόθεση. Ακόμη κι αν είχε σκεφτεί να συνεργαστεί με κάποιον, ο καθηγητής τώρα το είχε ξεγράψει. Ήταν παράξενο πόσα πολλά μπορούσε να πετύχει στις αλλαγμένες συνθήκες με την καλοσύνη. Εγώ το είπα αυτό, ή κάποιος από τους μαθητές μου πάνω στη γη, σκεφτόταν ο επιθεωρητής Βόλαντ, ενώ ταξίδευε σ΄ εκείνο το σκονισμένου δρόμο προς την Οχρίδα. Πρακτικά, αμέσως μετά τα διόδια έμπαιναν στην αλβανική περιοχή. Κάποιοι υποψιασμένοι περνούσαν στην άλλη πλευρά του δρόμου, ενώ τα παιδιά φώναζαν και κούναγαν τα χέρια τους στο αυτοκίνητο λες και μόνο τούτη τη φορά δεν σκοπεύουν να το λιθοβολήσουν. Ήταν η χώρα στην οποία οι κολλιτσίδες πιάνονταν στα ζιζάνια, τα ζιζάνια στα τζαμιά, τα τζαμιά στους μιναρέδες, κι εκείνοι, στραμμένοι προς τον ουρανό ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να εκτοξευθούν ως πύραυλοι που στοχεύουν κατευθείαν στον τζεννέτ (παράδεισο).

Σε ένα τέτοιο τζαμί τον Βόλαντ τον δέχθηκε ο Αγκρόν Μπουτζάκου, υποψήφιος του κόμματος της Δημοκρατικής Ένωσης για ενοποίηση. Ο Βόλαντ συστήθηκε ως Τούρκος μιλώντας με τον Μπουτζάκου άψογα τούρκικα και μάλιστα με πολίτικη προφορά. Τα βρήκανε. Και οι δύο προσευχήθηκαν το βράδυ. Ο Βόλαντ είχε μαζί του και το χαλάκι του, που εντυπωσίασε ιδιαιτέρως τον οικοδεσπότη, αλλά η πρόταση να ενωθούν και οι πέντε αλβανικοί υποψήφιοι γύρω από μία γυναίκα, την Μιρούσα Χότζα, απλώς επιβεβαίωσε τους αλβανικούς διχασμούς, κι έτσι ο Βόλαντ ξαναγύρισε στα Σκόπια ευχαριστημένος. Δεν πρέπει να κωλυσιεργεί. Βρέθηκε και με τον μελλοντικό νικητή Γκόργκι Ιβάνοβ. Με γλυκόλογα έδεσε όλες τις μελλοντικές δυσκολίες της ΠΓΔΜ και μετά απλώς μετέβη στο νησί Μπριόνι. Δεν ταξίδευε με τρένο, δεν πετούσε με αεροπλάνο. Εξαφανιζόταν από το ένα και εμφανιζόταν σε άλλο μέρος, και πίσω του άφηνε μονάχα άδειο κρεβάτι που μύριζε καμένο...

Έπρεπε εξάλλου να βιαστεί, γιατί την επομένη στο νησί θα βρίσκονταν ο εκπρόσωπος της Κροατίας Στίπε Μέσιτς και της Σλοβενίας Ντανίλο Τιρκ. Είχε πολλές δουλειές ο Βόλαντ να τελειώσει πριν από το μικρό και μοχθηρό αυτό συνέδριο. Δεν σκεφτόταν λοιπόν να απολαύσει τον χειμωνιάτικο αδριατικό ήλιο, ούτε καν να περπατήσει μέσα από τις συκιές, τις ελιές και τις μοσχοβολούσες αλέες με τα πλούσια μεσογειακά φυτά – όλα αυτά εκείνος στην ουσία τα απεχθανόταν, ακριβώς όπως και το γεγονός ότι ολοκληρώνει τόσο εύκολα την κάθε ατιμία. Μόλις μερικές ώρες χρειάστηκε για να πείσει τους ανθρώπους των γραφείων και των δύο προέδρων ότι εκείνος είναι ο καλύτερος μεταφραστής από τα σλοβενικά στα κροατικά, να πλαστογραφήσει την πλούσια επαγγελματική του πείρα και να τους πείσει ότι αυτός ακριβώς θα πρέπει να κάθεται ανάμεσα στον Μέσιτς και τον Τιρκ και να αρχίσει – πως αλλιώς αν όχι ανάποδα και ύπουλα – να μεταφράζει τις δύσκολες διαπραγματεύσεις τους.

Όλα αυτά ήταν σχεδόν κωμικά, παρόλο που η εδαφική διαφορά των δύο χωρών δεν ήταν καθόλου αστεία. Ο Μέσιτς είχε έρθει για να μην παραχωρήσει ούτε κομμάτι από τον κόλπο του Πίραν, ούτε ένα τετραγωνικό από την κόκκινη γη της Ίστρια. Ο Τιρκ για να ζητήσει το Μπούγιε με τα περίχωρα και τη δυτική πλευρά του κόλπου του Πιραν – τίποτα λιγότερο. Κι όταν άρχισαν οι διαπραγματεύσεις; Ο Μέσιτς κατάλαβε ότι ο Τιρκ αποχωρεί από τις σκληρές θέσεις της Σλοβενίας με στόχο να πάρουν από την Κροατία και την άλλη πλευρά του κόλπου του Πίραν που θα έφτανε μέχρι την παλιά πόλη της Ίστριας με το όνομα Μπούγιε και τα περίχωρα, και ο Τιρκ ότι ο Μέσιτς του προσφέρει σχεδόν στο πιάτο το Μπούγιε και τον Κόλπο του Πίραν. Ίσως ψυχανεμίστηκαν ότι ο διερμηνέας τους κοροϊδεύει, ωστόσο... Η συμφωνία σχεδόν επετεύχθη. Ο Βόλαντ έκανε μόνο μία παράβλεψη (ορίστε, ακόμη κι εκείνου κάτι του διαφεύγει). Και στους δύο προέδρους φάνηκε ότι ο συνομιλητής πολύ εύκολα δέχεται τα πάντα, κι έτσι διέκοψαν και ζήτησαν να συμβουλευτούν τις κυβερνήσεις τους. Και οι δύο έφυγαν σχεδόν τραγουδώντας, αλλά ούτε κι ο Βόλαντ ήταν θλιμμένος. Σ' εκείνους που με γλυκόλογα δεν κατάφερε να τους μαλώσει τώρα, θα σκορπίσει τους φαρμακερούς καρπούς του σύντομα, όταν η κακή μετάφραση αρχίσει να δημιουργεί νέες συγχύσεις στις σχέσεις των άλλοτε καλών γειτόνων που είχαν κοινό εχθρό – τους Σέρβους.

Και στη Σερβία; Ναι, κι εκεί σκεφτόταν να πάει ο Βόλαντ, όπου υπήρχαν οι περισσότερες πιθανότητες για ν' ανοίξει δουλειές, μα πριν πάει στη Σερβία έπρεπε να πάει στο Σαράγιεβο και να καταθέσει εκείνες τις 107.000 πλαστά δολάρια. Παρακολουθούσε την άμοιρη υπάλληλο της τράπεζας “Ziraat”: μετρούσε τα χαρτονομίσματα, τα περνούσε επανειλημμένως μέσα από το μηχάνημα το οποίο σφύριζε ικανοποιημένα επιβεβαιώνοντας ότι τα χαρτονομίσματα ήταν αυθεντικά και στο τέλος έδωσε στον Βόλαντ την απόδειξη την οποία εκείνος υπέγραψε με το όνομα Ιμπραήμ Χατζηχαφισκαπίτσιτς. Έτσι, νέα 107.000 πλαστά δολάρια μπήκαν στην αγορά, μα αυτός δεν ήταν ο σκοπός του Βόλαντ. Και πάλι εκείνος είχε τα τοπικά, μικρά πουλέν οποίους σκόπευε να προσφέρει τους φαρμακερούς καρπούς της συμφιλίωσής του. Ο Μπακίρ Ιζετμπέγκοβιτς, ο γιός του Αλία, γνωστός και ως ο “αφέντης του Σαράγιεβο”, ήταν ο πιο νευρικός άνθρωπος τον οποίο είχε γνωρίσει αυτή τη φορά πάνω στη γη.

- Εσείς τουλάχιστον είστε καλός μουσουλμάνος, Χατζηχαφισκαπίτσιτς Εφέντι – του είπε ο Ιζετμπέγκοβιτς στο μέγαρο του Δημαρχείου – μίλησα για σας στους δικούς μας ανθρώπους που μου είπαν ότι είστε πιστός, αφοσιωμένος στον Αλλάχ και την καθαρή ζωή.

- Όλη μου τη ζωή έτσι την έζησα – αποκρίθηκε ο Βόλαντ με αυτοπεποίθηση.

- Εσείς τότε προφανώς γνωρίζετε ότι οι Σέρβοι, ότι οι Σέρβοι φταίνε για όλα. Θα ήταν προτιμότερο η διεθνής κοινότητα να κάνει κάτι γι' αυτό, αντί να αφήνει εμάς να λύσουμε το πρόβλημα αυτό με τον τρόπο μας.

- “Ο τρόπος μας αυτός” μας κόστισε όλες αυτές τις τρύπες από τις βολές στο Μέγαρο του Δημαρχείου και στους ουρανοξύστες του Σαράγιεβο οι οποίοι εξακολουθούν να φαίνονται σαν να τους έχει δαγκώσει κάποιο τέρας και να τους έχει κόψει τους ορόφους και τις γωνίες μαζί με τα μπετόν αρμέ τους. Μήπως να δοκιμάζαμε κάτι διαφορετικό;

- Όπως;

- Ας πούμε να προτείνουμε την ανέγερση ορθόδοξου ναού στο Σαράγιεβο, σε ανταλλαγή για την ανέγερση Μπαϊρακλί Τζαμιού με μεντρεσέ μαζί στην Μπάνια Λούκα;

- Σε κάτι τέτοιο θα συμφωνούσα μόνο αν ο μιναρές της Μπάνια Λούκα έριχνε σκιά τόσο μεγάλη ώστε να καλύψει το σταυρό του ορθόδοξου ναού στο Σαράγιεβο και ο Ντόντικ αν ο κεντρικός θόλος του ναού ήταν τόσο ψηλός ώστε να φαίνεται από πάνω του ο Ναός του Αγίου Σάββα στο Βράτσαρ του Βελιγραδίου.

- Θα παραξενευτείτε, Ιζετμπέγκοβιτς εφέντι μήπως, αν σας πω ότι ο Ντόντικ συμφώνησε ήδη...

Στο άκουσμα της λέξης “συμφώνησε” η συζήτηση τελείωσε απότομα.. Λες και ήταν ένας από τους παλιούς εκείνους κυβερνήτες του Σαράγιεβο, ο Μπακίρ έκανε απλά μια αρνητική χειρονομία και γύρισε σαν Τούρκος το κεφάλι του από την άλλη, κάτι που έδωσε στον Βόλαντ να καταλάβει ότι πρέπει να πάρει το δρόμο για την Μπάνια Λούκα. Εκεί, φυσικά, τον δέχθηκε ο Μίλοραντ Ντόντικ. Γελούσε, με αποτέλεσμα να κάνει γκριμάτσες το χοντρό του πρόσωπο λες και ήταν από πλαστελίνη και προσποιούταν ότι γνωρίζονταν οι δυο τους χρόνια.

- Εσείς τουλάχιστον είστε καλός χριστιανός, αδερφέ Λίποβατς – του είπε ο Ντόντικ στο Μέγαρο του Δημαρχείου ονόματι Μπάνσκι Ντβόρι – μίλησα για σας με τους δικούς μας ανθρώπους και μου είπαν ότι είστε πιστός, αφοσιωμένος στον αληθινό Θεό.

- Όλη μου τη ζωή έτσι την έζησα – αποκρίθηκε ο Βόλαντ με αυτοπεποίθηση.

- Τότε εσείς προφανώς γνωρίζεται ότι οι “Ξένοι”, οι μουσουλμάνοι που “απομυζούν” τα ξένα λεφτά, φταίνε για όλα. Θα ήταν προτιμότερο η διεθνής κοινότητα να κάνει κάτι, και όχι να αφήνει σ' εμάς να λύσουμε το πρόβλημα με τον δικό μας τρόπο.

- Αυτός ο “δικός μας τρόπος” μας κόστισε την έξοδό μας από το Μόσταρ, την Τούζλα, το Σαράγιεβο... Μήπως να δοκιμάζαμε κάτι άλλο;

- Όπως;

- Όπως, για παράδειγμα, να προτείνουμε την ανέγερση Μπαϊρακλί Τζαμιού, με την προσθήκη ακόμη κι ενός μεντρεσέ στην Μπάνια Λούκα σε αντάλλαγμα για την ανέγερση ορθόδοξου ναού στο Σεράγιεβο;

- Σε κάτι τέτοιο θα συμφωνούσα μόνο στην περίπτωση που ο ναός αυτός θα ήταν τόσο μεγάλος ώστε το νοτιοανατολικό του τείχος να βρίσκεται στο Σεράγιεβο και το βορειοδυτικό στην Μπάνια Λούκα και μάλιστα έτσι ώστε να χωράει μέσα σε μια αψίδα του μεγαλειώδους ναού μας ολόκληρο το Μπαϊρακλί Τζαμί τους, μαζί με το μεντρεσέ. Μα δεν είναι ανάγκη να συμφωνήσω εγώ ή να μην συμφωνήσω. Ξέρω καλά τον Μπακίρ, ο οποίος θα συμφωνήσει μόνο αν ο μιναρές του τζαμιού του έχει τόσο ύψος ώστε τα αεροπλάνα που πετάνε πάνω από την Βοσνία να είναι αναγκασμένα να αλλάξουν πορεία.

- Θα παραξενευτείτε, κύριε Ντόντικ, αν σας πω ότι ο Ιζετμπέγκοβιτς εφέντι συμφώνησε ήδη...

Στο άκουσμα της λέξης “συμφώνησε” η συζήτηση τελείωσε απότομα. Ο Βόλαντ βρισκόταν ήδη στο Κόσοβο, όταν οι τηλεφωνικές γραμμές μεταξύ Μπάνια Λούκα και Σεράγιεβο άρχισαν να βουίζουν, ο Μπακίρ Ιζετμπέγκοβιτς και ο Μίλοραντ Ντόντικ να βρίζουν τους γραμματείς τους και αμφότεροι να καταριούνται τον άγνωστο με τα επίθετα Χατζηχαφισκαπίτσιτς και Λίποβατς ο οποίος τους έβαλε σ' αυτούς τους μπελάδες, και μάλιστα ήταν τόσο αυθάδης ώστε να σφυρίξει την συμφωνία τους και στους δημοσιογράφους της Βοσνίας Ερζεγοβίνης και της Ρεπούμπλικα Σέρπσκα. Μα, ο Βόλαντ δεν ενδιαφερόταν πια για τη Βοσνία. Είχε εκείνος τώρα πια μπροστά του νέους καλούς και αφοσιωμένους στην αλήθεια πολιτικούς, από τους οποίους μερικοί ήταν μάλιστα και γιατροί.

Όταν βρέθηκε στον βόρειο τομέα της Κόσοβσκα Μίτροβιτσα, ο διάβολος διαπίστωσε ότι ήταν μεσημέρι. Είχε μόλις βγάλει το ρολόι από το χέρι του και στην Γενική Κλινική φόρεσε τη γαλαζωπή πράσινη χειρουργική ποδιά. Έπλενε τα χέρια του ώρα πολλή, και μετά βγήκε στους διαδρόμους και από καθαρή διασκέδαση έκανε όλους όσους συνάντησε να νομίζουν ότι κάπου τον ξέρουν. Χαιρόταν που όλοι όσοι τον συναντούσαν του απευθύνονταν με το: “Καλημέρα, γιατρέ”, καθώς και για το γεγονός ότι ο δόκτωρ Ιβάνοβιτς, ο οποίος βρισκόταν ήδη στο χειρουργείο του παρέδωσε αμέσως το νυστέρι.

- Συνάδελφε, δεν φανταζόμουν ότι τελικά θα τα καταφέρνατε να έρθετε – είπε ο δόκτωρ Ιβάνοβιτς, κατά τ' άλλα, εκτός νοσοκομείου, ένας από τους προεστούς των Σέρβων της βόρειας Κόσοβσκα Μίτροβιτσα. Ο δόκτωρ Ιβάνοβιτς ούτε κι ο ίδιος δεν ήξερε γιατί το ξεστόμισε αυτό, όπως δεν ήξερε και γιατί παραχώρησε στον διακεκριμένο συνάδελφο τη θέση δίπλα στον ασθενή.

Ο Βόλαντ φυσικά δεν μπερδεύτηκε. Είχε εκείνος στη διάθεσή του όλες τις γνώσεις και όλες τις τέχνες, έτσι ώστε να μην τον ξενίζει ούτε και το θέαμα με ανοιχτό το αριστερό μέρος της πλάτης του ασθενούς στο χειρουργικό τραπέζι.

- Τί έχουμε εδώ, συνάδελφε; – ρώτησε αρχικά ο διάβολος λες και είναι καθηγητής χειρουργικής – Ο σπλήνας είναι κανονικού μεγέθους, ομοιογενούς ηχο-δομής. Το μεγαλύτερο μέρος όμως του πάνω μέρους του σπλήνα καταλαμβάνει ένα μόρφωμα διαμέτρου 53 χιλιοστών. Πρόκειται για κυστική αλλοίωση, μα αμφιβάλλω αν είναι λεμφοειδής κύστη ή εχινοκοκκική κύστη. Θα 'λεγα λεμφοειδής, συμφωνείτε, συνάδελφε Ιβάνοβιτς;

Το καταφατικό νεύμα του κεφαλιού ήταν σημάδι ότι ο νεοσύλλεκτος χειρουργός έκρινε σωστά.

- Να την αφαιρέσουμε; – είπε γι' αυτό ο διάβολος και έκανε μερικές πολύ σίγουρες τομές. Όλα είχαν τελειώσει σε λιγότερα από μερικά λεπτά και ο καινούριος αυτός δόκτωρ Γιοβάνοβιτς στο γραφείο ήδη συμπλήρωνε το έντυπο της γνωμάτευσης στην οποία με σιγουριά σημείωσε: Cystis splenis, κύστη σπλήνας , διάγνωση D735.

Μα ο καινούριος χειρουργός δεν είχε έρθει για να βοηθήσει τον δόκτορα Μίλοραντ Ιβάνοβιτς στη δουλειά του χειρουργού. Κάτι άλλο είχε στο μυαλό του, και αυτό θα μπορούσε καλύτερα να χαρακτηριστεί ως δουλειά του γιατρού της ψυχής, παρά ως δουλειά του γιατρού του σώματος.

- Αδελφέ μου και συνάδελφε, είναι δύσκολο να ζείτε εδώ και να εργάζεστε. Εμείς στο Νησί τέτοιες κύστεις ήδη τις αφαιρούμε με λαπαροσκοπικές μεθόδους, όπως λένε “μέσα από το μάτι της πόρτας/ kroz špijunku”, ενώ εσείς εδώ εξακολουθείτε να κόβετε τους ασθενείς αβέρτα.

- Κόβουμε εμείς εδώ διάφορα, αδερφέ Γιοβάνοβιτς, μα πες μου τώρα πώς τα περνάς, εκεί... εκεί...

- Στο Μπράιτον; Δεν είναι άσχημα, μόνο που μιλάμε για ξενιτιά, κρύα, ευχάριστη, μα ξένη. Εσύ εδώ τουλάχιστον είσαι στα νερά σου. Μόνο που... Είσαι πολύ σκληρός έξω από το νοσοκομείο. Δεν δίνεις, αδελφέ, τίποτα. Έφραξες εκείνο το πέρασμα στη γέφυρα του ποταμού Ίμπαρ, και σαν άλλος Χάροντας δεν αφήνεις ούτε μπρος, ούτε πίσω. Άνοιξε, βρε αδερφέ, το δρόμο και άσε τους Σέρβους στα νότια και τους Αλβανούς στα βόρεια. Τί λες;

Ήξερε ο διάβολος καλά ότι η πρόταση αυτή ήταν διαβολοδουλειά, όσο κι αν έμοιαζε τυλιγμένη στα πολύχρωμα χαρτιά της ανεκτικότητας, γιατί η γέφυρα του Ίμπαρ μεταξύ των εμπόλεμων περιοχών της Κόσοβσκα Μίτροβιτσα χρόνια αποτελούσε ένα από τα νευραλγικά σημεία της Ευρώπης, μέρος στο οποίο για άλλη μια φορά, μετά το Βερολίνο και το Σεράγιεβο, μοιράστηκε μια πόλη. Γι' αυτό και η απάντηση του δόκτορος Ιβάνοβιτς δεν ξένισε.

- Αυτό αδερφέ, ούτε να μου το αναφέρεις άλλη φορά. Το σύνορο θα βρίσκεται στον Ίμπαρ και ο Κοστουνίτσα θα εγκαινιάσει το πρώτο σημείο ελέγχου.

- Θα δούμε, θα δούμε – είπε ο διάβολος κάπως σκεφτικός και έφυγε.

Και την ίδια ακόμη νύχτα ο Μίλοραντ Ιβάνοβιτς είδε στον ύπνο του ένα παράξενο όνειρο. Πέρασε εύκολα από το σημείο ελέγχου και με τους Σέρβους – θα 'ταν κατά το Ορθόδοξο Πάσχα – πέρασε στη νότια πλευρά. Ενθάρρυνε κάποιους γέροντες και ταυτόχρονα επιδέξια τους διαβεβαίωνε ότι στο σερβικό νεκροταφείο στην αλβανική πλευρά της Μίτροβιτσα θα συναντήσουν μόνο την καταστροφή. Όμως, όταν έφτασαν εκεί, αντίκρισαν ένα μοντέρνο νεκροταφείο: αλλαγμένη πύλη, τρεις φορές μάλιστα βαμμένη με μαύρη μπογιά, οι διάδρομοι στρωμένοι με κοκκινωπό χαλίκι και όλοι οι τάφοι ανακαινισμένοι, πλυμένοι, με λίγα λόγια έλαμπαν στον ανοιξιάτικο ήλιο...

Πετάχτηκε από το κρεβάτι του και είπε στον εαυτό του: “εφιάλτης” και τινάχτηκε. Γιατί όμως είδε εφιάλτη; Ο ίδιος δεν ωρύεται καθημερινά λόγω των αλβανικών βανδαλισμών που δεν σέβονται τίποτε, ούτε καν τους σερβικούς τάφους; Κι όμως, τινάχτηκε. Αν αυτοί γίνονταν καλοί, ένα άτομο σαν κι αυτόν που θα έβρισκε τη δύναμη να τους εκδικείται με τόση μανία; Κατευθύνθηκε στο νοσοκομείο κι εκεί αντίκρισε την ίδια εικόνα. Εκείνος ο δόκτωρ Γιοβάνοβιτς από το Μπράιτον χειρουργούσε και πάλι, τον έπειθε πάλι ότι πρέπει να ανοίξει τη γέφυρα του ΄Ιμπαρ, την επόμενη νύχτα πάλι είδε όνειρο...

Αυτή τη φορά βρισκόταν στην σερβική πλευρά και έκοβε την κορδέλα, με ποιον όμως; Με κάποιο Αλβανό πολιτικό. Δεν υπήρχε το σημείο ελέγχου, δεν υπήρχε σύνορο, ούτε ο Κοστουνίτσα, μόνο ένας Αλβανός πολιτικός τον οποίο δεν γνώριζε. Η γέφυρα προφανώς άνοιγε για την ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων και ο δόκτωρ Ιβάνοβιτς τινάχτηκε και πάλι. Τώρα ήταν ιδρωμένος, μα δεν ήταν ο μόνος που ίδρωνε.

Και ο ηγέτης των φοιτητών ή για την ακρίβεια ο “ηγέτης των φοιτητών” Ραχμάν Μπερίσα στην νότια πλευρά της Κόσοβσκα Μίτροβιτσα δεν κοιμόταν καλά εκείνες τις νύχτες. Ήταν ένας από εκείνους οι οποίοι το 1999 έγιναν ηγέτες του UCK. Υπόσχονταν εκείνο το 1999: “διαδηλώσεις”, “πορείες” και “την απελευθέρωση της βόρειας πλευράς της Μίτροβιτσα σε επτά με δέκα ημέρες”. Και τότε ο χρόνος άρχισε να τρέχει τρελά μέσα από την κλεψύδρα και πέρασαν τα χρόνια. Οι ίντριγκες τον έσπρωξαν στο περιθώριο κι εκείνος έμεινε μόνο διοικητής της γέφυρας στη νότια πλευρά. Φύλαγε σκοπιά και έμαθε ακόμη και λίγα γαλλικά δίπλα στους Γάλλους στρατιώτες του KFOR, όταν μια βροχερή βραδιά τον επισκέφθηκε στη σκοπιά (kad ga je posetio na strazi) ένας άγνωστος νεαρός. Η μορφή αυτού του νεαρού – χλωμός, με πυκνά μαύρα φρύδια και ανήσυχα μάτια – ξεπρόβαλλε από τα άδυτα της μνήμης του Ραχμάν, και δεν είναι παράξενο που ο διοικητής της γέφυρας κοκάλωσε λες και τον έπιασε από το λαιμό κάποιο παγωμένο χέρι.

- Σαντίκ – τραύλησε – ήμουν σίγουρος ότι σε σκότωσαν οι σκύλοι οι Σέρβοι, τότε... εκεί.

- Ράχμαν, φίλε, με σκότωσαν, με σκοινί που μου τύλιξαν το λαιμό σαν να' μουν αγριογούρουνο. Δεν με άφησαν ούτε να γυρίσω να δω τα πρόσωπά τους. Μα, εγώ τώρα νιώθω παράξενα καλά. Ήθρα για να δω πόσο άσχημα νιώθεις εσύ. Στέκεσαι εδώ και φυλάς σκοπιά. Τι φυλάς, καημένε μου Ράχμαν; Τη γέφυρα από ποιον; Ασε αυτούς τους ανθρώπους να περνάνε, να εμπορεύονται, να κάνουν παρέα. Δεν θα σας χαλάσουν οι Σέρβοι, ούτε εσείς εκείνους.

- Αυτά μη μου τα λες, φίλε. Αν γι' αυτό σηκώθηκες από τους νεκρούς, ήρθες σε λάθος πλευρά. Πήγαινε στην αλλη πλευρά καλύτερα να τιμωρήσεις τους δολοφόνους σου, αντί να ενοχλείς εδώ εμένα.

- Μα δες πως στάζει η κρύα βροχή από το αδιάβροχό σου. Κρυώνεις. Οι μπότες σου είναι γεμάτες νερά, Ράχμαν. Πήγαινε σπίτι. Νυστάζεις. Είσαι κουρασμένος...

Και ο Ράχμαν έφυγε. Εγκατέλειψε τη σκοπιά, πρώτη φορά στα δέκα χρόνια όσο φύλαγε – και κοιμήθηκε. Στη νότια πλευρά, του φαινόταν, ότι στεκόταν με τον Μίλοραντ Ιβάνοβιτς και γύρω του ούτε ένας πραγματικός Αλβανός. Εκεί βρίσκεται μόνο ένας χοντρός Αλβανός σοσιαλιστής πολιτικός με μπλε κουστούμι με ρίγες και κόκκινο τριαντάφυλλο στο πέτο. Ο χοντρός πολιτικός χειροκροτεί και τους παροτρύνει με χυδαίες χειρονομίες λες και βρίσκεται σε ποδοσφαιρικό αγώνα. Ο Σέρβος Ιβάνονβιτς κρατάει ψαλίδι και σα να τον απειλεί, δίνει και σ΄ αυτόν ένα. Στρέφεται ο Ράχμαν γύρω του. Νομίζει ότι θα τον πετύχει το δικό του σνάιπερ πριν κόψει την κορδέλα και εγκαινιάσει τη γέφυρα, και τελικά την κόβει και αφήνει κραυγή.

Στο κρεβάτι είναι μόνος, μα αυτό είναι μόνο η αρχή. Στο όνειρο της βόρειας πλευράς της Κόσοβσκα Μίτροβιτσα αντιστοιχούσε στο όνειρο της νότιας πλευρά της. Τη Δευτέρα ήταν το νεκροταφείο, την Τρίτη το κόψιμο της κορδέλας στη γέφυρα πάνω στον ΄Ιμπαρ, την Τετάρτη και οι δύο κάθονταν μαζί σε κάποιο καφέ και γελούσαν ακούγοντας τα ίδια ανέκδοτα, την Πέμπτη όλα ήταν ακόμη χειρότερα, μα καλύτερα απ' ότι την Παρασκευή. Το όνειρο της Παρασκευής ήταν και πάλι πιο ευχάριστο από το όνειρο τους Σαββάτου και αυτό του Σαββάτου με τίποτα δεν θα μπορούσε να αποκαλεστεί εφιάλτης σε σύγκριση με το όνειρο που είδαν και οι δύο στον ύπνο τους την Κυριακή...

Την Κυριακή το βράδυ, όταν ο διάβολος ετοιμαζόταν να επιστρέψει στα σκοτεινά βάθη της Γης, οι δύο άμοιροι στριφογύριζαν γύρω από τη γέφυρα, χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς γυρεύουν εκεί και τι θέλουν να κάνουν. Τους κοιτούσε ο διάβολος κάποιο διάστημα ακόμη και τότε, σαν να δυνάμωσε τον ήχο πολλών ραδιοφώνων άφησε όλους τους ήχους μαζί. Κάποιος τηλεφωνούσε μέσω της εμπιστευτικής γραμμής από τη Μπάνια Λούκα στο Βελιγράδι, ένας κλητήρας πήγαινε να παραδώσει ένα προσωπικό μήνυμα από κάποιο σε κάποιον άλλο, οι γραμματείες των γραφείων δούλευαν μέχρι αργά το βράδυ, οι δημοσιογράφοι σπεκούλαραν, νεαροί εκπρόσωποι τύπου πολλών υπουργείων ετοίμαζαν ψευδείς δηλώσεις, εκείνοι οι δύο στην Κόσοβσκα Μίτροβιτσα περίμεναν την ευκαιρία να σηκώσουν τις ράμπες κι από τις δύο πλευρές της γέφυρας του ΄Ιμπαρ και τα πουλιά πετούσαν προς τη Δύση με δυσοίωνες προβλέψεις.

Ο κόκκινος ουρανός ήταν το τελευταίο που είδε ο επιθεωρητής Βόλαντ πάνω στη Γη. Θυμήθηκε: έπρεπε να πάει στο Βελιγράδι και να φάει εκεί ένα διπλό τσιζμπέργκερ στα Μακντόναλντς στην περιοχή Τεράζιε προσποιούμενος τον μαθητή Λυκείου ο οποίος διέσχισε το λόφο στο Τεράζιε αφού την έκανε κοπάνα από το κοντινό Φιλολογικό Λύκειο. Κι εκεί είχε κι άλλους πελάτες μεταξύ των συμβούλων του προέδρου στους οποίους θα μπορούσε να στήσει διάφορες “ανησυχιτικά καλές ιδέες”, μα αυτό αρκούσε. Η fuga idearum την οποία αφουγκραζόταν για λίγο ακόμη ήταν το τελευταίο που άκουσε στο έδαφος των Βαλκανίων.

Και τότε απλούστατα βούλιαξε στη γη. Σαν να πηγαίνει για ύπνο στην σκοτεινή του σπηλιά, αναστέναξε και δεν λυπόταν που σε λίγο θα αναπνέει μόνο τις δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις. Η ειρήνη – λες και ήταν λευκή ιερή αγελάδα – δεν μπορούσε πια να μετακινηθεί. Τώρα στα εδάφη της κάποτε καταματωμένης Γιουγκοσλαβίας δεν παιζόταν πια τραγωδία, αλλά κωμωδία. Μέσα από τα γέλια, πάντως, μπορεί να ξαφύγει και κανένα δάκρυ, και για τον Βόλαντ αυτό δεν ήταν ευκαταφρόνητο. Το να χαλάει έστω και λίγο κάτι που πάει καλά, μερικές φορέ είναι πιο γλυκό, απ' ότι να γκρεμοτσακίζει κάτι που είχε ήδη την κλίσει να πέσει.

Τώρα και ο ίδιος νιώθει λιγάκι κουρασμένος. Θα στείλει τους σκοτεινούς του βοεβόδες του, τον Λεράζ, τον Μάραξ, τον Ράγιαμ , τον Βλαμ, τον Φούρκας, τον Μούρμουρ να γεμίσουν με πύον τις πληγές που άνοιξε εκείνος. Οι λαοί των Βαλκανίων ήταν σταθερά αποφασισμένοι για την ειρήνη μόνο απ' έξω, κι έτσι μπορούσαν ακόμη να τους διαβάλλουν και να τους διαβολέψουν. Αν όχι με κακές προτάσεις, τότε, όπως τώρα – με καλές. Οι Βαλκάνιοι ήταν σε θέση να απορρίψουν τις προτάσεις του διαβόλου; Σίγουρα ναι. Είχαν τη δυνατότητα της κρίσης, μα, όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους, πάντα έπρατταν κάπως αντίθετα. Όταν τους έπειθε να κάνουν κακές πράξεις, δέχονταν. Τώρα που τους έπειθε να κάνουν καλές πράξεις, απέρριπταν.

- Οι άνθρωποι είναι απλώς σκνίπες – ήταν το τελευταίο που είπε ο επιθεωρητής Βόλαντ με το ανθρώπινο στόμα του που είχε φτιάξει στον εαυτό του. Ενώ βούλιαζε μέσα στα στρώματα αργίλου και πηλού και δίπλα από τους παλιούς τούρκικους τάφους φοβήθηκε ξαφνικά μήπως οι άνθρωποι άρχιζαν να στηρίζονται πολύ περισσότερο στη δύναμη της ορθής κρίσης.

 

Aleksandar Gatalica © Aleksandar Gatalica
Aleksandar Gatalica από τη Σερβία
Aleksandar Gatalica. Γεννήθηκε το 1964 στο Βελιγράδι της Σερβίας, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε Γενική και Συγκριτική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Μεταφραστής αρχαίων ελληνικών έργων, μουσικοκριτικός στην ημερήσια εφημερίδα «Novosti» (ως το 2008), συντάκτης του ένθετου πολιτιστικού περιοδικού «BLIC knjiga» της ημερήσιας εφημερίδας «Blic» και συγγραφέας. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί εννέα πεζογραφήματά του, μεταξύ των οποίων: Nevidljivi, μυθιστόρημα (Βελιγράδι 2008); Vek, διηγήματα (Βελιγράδι 1999); Linije života, μυθιστόρημα (Βελιγράδι 1993). Τα πεζά του έχουν μεταφραστεί σε δέκα ευρωπαϊκές γλώσσες. Ο Gatalica τιμήθηκε το 1993 με τα βραβεία «Miloš Crnjanski» και «Giorgio la Pira» για το μυθιστόρημά του Linije života, καθώς και με το Βραβείο «Ivo Andrić» για τη συλλογή διηγημάτων Vek (1999). Το τελευταίο του μυθιστόρημα Nevidljivi συμπεριλήφθηκε στην τελική λίστα επιλογής του Βραβείου NIN 2008. Μέλος του Συμβουλίου του Σερβικού PEN. Αναπληρωτής Διευθυντής του σερβικού τμήματος της διεθνούς ΜΚΟ «Ευρωπαϊκή Κίνηση».

 

Μετάφραση της Gudrun Krivokapić
Gudrun Krivokapić, γεννήθηκε το 1941 στο Γκαίτινγκεν Γερμανίας. Σπούδασε Ιστορία και Αγγλική Φιλολογία στο Γκαίτινγκεν και το Μόναχο. Μετοίκησε στο Βελιγράδι. Αλλαγή του αντικειμένου σπουδών. Πτυχίο στη Γερμανική Φιλολογία. Μεταφράστρια και εκφωνήτρια του προγράμματος εξωτερικού του Ραδιοφώνου Βελιγραδίου. Λέκτορας Γερμανικής Γλώσσας στην έδρα Γερμανικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου. Παράλληλα, μεταφράστρια και διερμηνέας (σερβικά/γερμανικά). Διευθύντρια της βιβλιοθήκης του Ινστιτούτου Goethe του Βελιγραδίου έως το 2006. Ζει στο Βελιγράδι και στο Γκαίτινγκεν.