Το τόλμημα της μνήμης

Το τόλμημα της μνήμης

Η Νοτιοανατολική Ευρώπη είναι «… εκείνη η πολυεθνική περιοχή, όπου τα όρια ανάμεσα στις κουζίνες δεν είναι τα μόνο τα οποία, αν και διακρίνονται κοφτερά σαν λεπίδι, εντούτοις συγχέονται».
– Γκύντερ Γκρας

Το «ηφαίστειο» που λέγεται Βαλκάνια

Το να συγκεντρώσει κανείς υπό τον κοινό τίτλο «Μνήμες» λογοτεχνικές φωνές από την Κροατία, τη Σερβία, το Μαυροβούνιο, τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, την Αλβανία, την πΓΔΜ, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο είναι τόλμημα. Αφενός εξαιτίας της μεγάλης εμβέλειας του εγχειρήματος, αφετέρου −και κυρίως− εξαιτίας των δυσδιάκριτων ορίων αυτού του ευαίσθητου θεματικού πεδίου, τα οποία θίγονται στη ρήση του Γκύντερ Γκρας.

Τα Βαλκάνια εξακολουθούν μέχρι σήμερα να θεωρούνται μια περιοχή «ηφαίστειο». Οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης διατηρούν και καλλιεργούν την ιστορική τους ποικιλομορφία και έχουν αναπτύξει έντονα εθνοτικές εθνικές ταυτότητες. Σχέσεις μεταξύ των γειτονικών χωρών που να έχουν μείνει αλώβητες δεν υπάρχουν. Στην προσπάθεια ενσωμάτωσης σε μια πανευρωπαϊκή ζώνη ελευθερίας και σταθερότητας τα εθνικιστικά ρεύματα ορθώνουν ένα σοβαρότατο εμπόδιο. Ναι μεν το βλέμμα στρέφεται συχνά με πόθο προς τις Βρυξέλλες, αλλά οι άμεσοι γείτονες αντιμετωπίζονται με αδιαφορία. Η τάση να φορτίζονται συναισθηματικά οι διανοητικές συζητήσεις με μνήμες από τον πόλεμο, τα πογκρόμ, την προσφυγιά και τους εκτοπισμούς υποχωρεί, αλλά πολύ αργά και διστακτικά. Σε αυτήν τη διαρκή ιστορικοποίηση του κοινωνικού διαλόγου, η εκάστοτε ιστορική άποψη χρωματίζεται εθνικιστικά και συχνά έχει συνδηλώσεις μιας ιστορίας της απώλειας, μιας ιστορίας του χαμένου μεγαλείου, της χαμένης ισχύος.

Η κατασκευή της «ιστορίας»

Η Νοτιοανατολική Ευρώπη ταλανίζεται από το παρελθόν της. Η μνήμη, η συγκρότηση ταυτότητας, η επεξεργασία και η συμφιλίωση με το παρελθόν – όλα αυτά είναι σε καθεμία από τις χώρες αυτής της περιοχής, μηδεμιάς εξαιρουμένης, εξαιρετικά κρίσιμα ζητήματα. Κοινή σε όλες είναι μια σε κάθε περίπτωση συγκεκριμένη, αυστηρή κρατική πολιτική της Ιστορίας, η οποία καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τη χρήση συμβόλων. Έτσι, κυριαρχούν οι εθνοκεντρικές εικόνες της Ιστορίας, ενώ ταυτόχρονα τα ιστορικά επιχειρήματα έχουν μεγάλη βαρύτητα στα τρέχοντα θέματα της πολιτικής επικαιρότητας. Η συγγραφή της Ιστορίας χαρακτηρίζεται παντού από μια «οργανωμένη αθωότητα» –κανείς δεν ήταν δράστης, όλοι είναι θύματα των άλλων–, ενώ η επιστήμη της Ιστορίας και η διδασκαλία της δεν αποσκοπούν στην ιστορική διαφώτιση, αλλά έχουν ως στόχο να εδραιώσουν την εκάστοτε εθνική ταυτότητα, τη σύμφωνη με τις επιθυμητές κατευθυντήριες γραμμές.

Έτσι, σε όλες τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης συναντάμε συλλογικές μνήμες που ταυτίζονται σχεδόν ολοκληρωτικά με οτιδήποτε εξυπηρετεί την επιβεβαίωση της αυτοεικόνας της κάθε κοινωνίας, όπως κι αν έχει διαμορφωθεί. Αντίστοιχα, σπανίως γίνονται δημόσιες συζητήσεις, όπως σπάνιος είναι και ο επιστημονικός διάλογος. Οι «παρεκκλίνοντες» παίρνουν ρίσκα.

Η «αδύνατη» ανθολόγηση

Όλα αυτά πρέπει να τα γνωρίζει κανείς για να κατανοήσει το νόημα και τη βαρύτητα ενός εγχειρήματος, στο πλαίσιο του οποίου εξέχοντες συγγραφείς από τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν στο κοινό αυτό τόλμημα και να διερευνήσουν, στο πλαίσιο της λογοτεχνίας, ιστορικά, συναισθηματικά φορτισμένα βιώματα που εξακολουθούν να είναι οδυνηρά, για να κατορθώσουν ίσως με αυτό τον τρόπο να ανοίξουν το δρόμο έστω προς μία επεξεργασία των εν λόγω θεμάτων.

Οι 20 και πλέον συγγραφείς και οι 50 και πλέον μεταφραστές συμμετείχαν σε ένα φιλόδοξο τόλμημα. Η εκτεταμένη και πολύπλοκη προετοιμασία, η οργάνωση των μεταφράσεων προς τις γλώσσες όλων των χωρών από τις οποίες προέρχονται τα κείμενα, όπως και πολλά άλλα δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν χωρίς το δίκτυο των Ινστιτούτων Γκαίτε και τη μεγάλη εμπειρία τους στα πεδία της γλώσσας και της μετάφρασης. Η έντυπη έκδοση της ανθολογίας δημοσιεύθηκε το 2010 στο περιοδικό «die horen» (τχ. 239).