Γρήγορη πρόσβαση:

Απευθείας μετάβαση στο περιεχόμενο (Alt 1) Απευθείας μετάβαση στην κύρια πλοήγηση (Alt 2)

Μετα-αποικιοκρατία
Πώς η αποικιοκρατία απειλεί τη γλωσσική ποικιλότητα  

Ein Lehrer schaut auf die Tafel, auf der Symbole und Buchstaben geschrieben wurden.
Ένας δάσκαλος κάνει μάθημα σε παιδιά ενός σχολείου της Φουμπάν (Καμερούν) στη μητρική τους γλώσσα. Οι επίσημες γλώσσες στο Καμερούν είναι τα γαλλικά και τα αγγλικά, ωστόσο η χρήση κάποιων γηγενών γλωσσών προωθείται στα τοπικά σχολεία. | Φωτ. (λεπτομέρεια): Kepseu © picture alliance / Xinhua News Agency

Παγκοσμίως υπάρχουν χιλιάδες γλώσσες. Πολλές από αυτές, ωστόσο, κινδυνεύουν να χαθούν καθώς ο αριθμός των ενεργών ομιλητών τους φθίνει. Σε ποιον βαθμό απειλούν σήμερα ακόμη παράγοντες όπως η αποικιοκρατία τις γλώσσες στην Αφρική και σε όλο τον κόσμο; 
 

του Kimani Njogu

Στην Υποσαχάρια Αφρική συναντάμε περισσότερες από 2.000 γλώσσες, αριθμός που αντιστοιχεί σχεδόν στο 30% όλων των γλωσσών του κόσμου. Οι περισσότεροι άνθρωποι στην αφρικανική ήπειρο μιλούν με ευχέρεια τουλάχιστον δύο αφρικανικές γλώσσες. Υπάρχουν αφρικανικές γλώσσες που μιλιούνται από τουλάχιστον ένα εκατομμύριο ανθρώπους, άλλες πάλι από πολύ λιγότερα άτομα. Οι περισσότερες από αυτές τις γλώσσες μεταδίδονται προφορικά από γενιά σε γενιά και δεν χρησιμοποιούνται στο εκπαιδευτικό σύστημα, κάτι που θα ευνοούσε σε μεγάλο βαθμό τη διάδοση και την επιβίωσή τους. Στον αποκλεισμό των γλωσσών αυτών σημαντικό μερίδιο ευθύνης έχει η στρατηγική των πρώην αποικιοκρατικών δυνάμεων να επιτρέψουν τη χρήση μικρού αριθμού γλωσσών στο εκπαιδευτικό σύστημα και να βασίσουν το οικονομικό σύστημα σε μια ελίτ με σπουδές στη Δύση και με γνώσεις σε ευρωπαϊκές γλώσσες. Ο χειρισμός της μετάβασης προς την ανεξαρτησία έφερε την αποικιοκρατική σφραγίδα, γεγονός που είχε ως συνέπεια να επιβιώσουν το πνεύμα και οι μέθοδοι της αποικιοκρατικής περιόδου σε ό,τι αφορά την πλειονότητα των αφρικανικών γλωσσών. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μάλιστα κάτω από τις μετα-αποικιοκρατικές συνθήκες, αφού στο πεδίο της διδασκαλίας και της μάθησης οι κυρίαρχες γλώσσες είναι τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα πορτογαλικά.

Σήμερα, μεγάλος αριθμός των αφρικανικών γλωσσών θεωρούνται επαπειλούμενες, ένα πρόβλημα που ωστόσο δεν εντοπίζεται μόνο στην Αφρική και προκαλεί όλο και μεγαλύτερη ανησυχία. Σχεδόν οι μισές ομιλούμενες γλώσσες στον κόσμο απειλούνται, ενώ πολλές από αυτές κινδυνεύουν να χαθούν.

Απωλεια γνωσης

Η απειλή των γλωσσών θα έπρεπε πράγματι να μας ανησυχεί ιδιαίτερα. Όταν μια γλώσσα χαθεί, δεν μπορεί να αναβιώσει πια. Ως αποτέλεσμα, διαθέτουμε όλο και λιγότερα γλωσσικά τεκμήρια προκειμένου να κατανοήσουμε τη φύση της ανθρώπινης γλώσσας –τις δομές, τα πρότυπα και τις λειτουργίες της– αλλά και τις διεργασίες του εγκεφάλου όταν επεξεργάζεται μια γλώσσα στο πλαίσιο της μάθησης. Επιπλέον, η εξαφάνιση κάθε γλώσσας σημαίνει τη μόνιμη απώλεια μοναδικών πληροφοριών που ως τότε μεταδίδονταν μέσω αυτής της γλώσσας. Γιατί οι γλώσσες δεν είναι μόνο μέσα επικοινωνίας αλλά και φορείς γνώσεων, φιλοσοφιών, αξιών και βιωμάτων κοινοτήτων που μεταβιβάζονται από τη μια γενιά στην άλλη.

Κάθε γλώσσα μάς αποκαλύπτει μοναδικές μορφές έκφρασης και ερμηνείας ανθρώπινων εμπειριών. Η γνώση που εμπεριέχεται σε κάθε γλώσσα μπορεί, κατά συνέπεια, να προσφέρει την απάντηση σε θεμελιώδη ερωτήματα, για παράδειγμα στο πώς θα αντιμετωπιστεί η κλιματική αλλαγή.

Όμως, τι εννοούμε με τον όρο «επαπειλούμενες γλώσσες»; Επαπειλούμενη θεωρείται μια γλώσσα όταν δεν χρησιμοποιείται πλέον ως καθομιλουμένη ή όταν χρησιμοποιείται πια σε λίγες μόνο, ειδικές περιστάσεις, παραδείγματος χάριν σε γιορτές ή στο οικογενειακό περιβάλλον. Είναι πολύ πιθανό να μη μεταδίδεται από τους ομιλητές της στην επόμενη γενιά και τα παιδιά της κοινότητας σπανίως μόνο να έρχονται σε επαφή με αυτήν. Λόγω αυτής της ελλιπούς μετάδοσης της γλώσσας στα παιδιά, ο αριθμός των νέων ομιλητών της γνωρίζει αισθητή μείωση με την πάροδο του χρόνου. Έτσι, οι κυρίαρχες γλώσσες επικρατούν και παραγκωνίζουν τις αποδυναμωμένες γλώσσες.

«Ακόμη και όταν οι αφρικανικές γλώσσες χρησιμοποιήθηκαν στη διακήρυξη του Ευαγγελίου, επρόκειτο πάντα μόνο για τις κυρίαρχες στον κάθε τόπο γλώσσες. Ζητήθηκε από τις μειονοτικές ομάδες να αποτραβηχτούν και να ανοιχτούν στον χριστιανισμό μέσω της ευρωπαϊκής ή της τοπικής γλώσσας της πλειοψηφίας».

Οι επαπειλούμενες γλώσσες απεικονίζονται κατά ιεράρχηση του επιπέδου κινδύνου. Στον Άτλαντα των Παγκόσμιων Γλωσσών σε Κίνδυνο της UNESCO ορισμένες γλώσσες κατηγοριοποιούνται ως ευάλωτες, άλλες πάλι ως σαφώς απειλούμενες, σοβαρά απειλούμενες ή άκρως απειλούμενες να εξαφανιστούν. Στην Αφρική, μπορεί να παρακολουθήσει κανείς όλα αυτά τα στάδια της απειλής. Για παράδειγμα, στην Κένυα υπάρχουν μόνο 4.000 άτομα της εθνοτικής ομάδας Γιακού, και μόνο επτά από αυτά μιλούν ως μητρική τη γηγενή τους γλώσσα, τη γιακούντε. Αυτή η γλώσσα απειλείται και θα μπορούσε να εξαφανιστεί τα επόμενα χρόνια. Όταν δεν υπάρχουν πια άνθρωποι που να χρησιμοποιούν μια γλώσσα, τότε αυτή θεωρείται νεκρή. Άλλες επαπειλούμενες γλώσσες στην Κένυα είναι οι μπόνι, μπουρτζί, μπονγκ’ομ, ντάχαλο, ομοτίκ, ονγκάμο και σούμπα, που μιλιούνται από μειονότητες.

Ιεραρχηση του κυρους

Υπάρχουν πολλές αιτίες για το γεγονός ότι μια γλώσσα είναι επαπειλούμενη. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όμως, ανάγεται στην ανισότητα των συσχετισμών εξουσίας. Όταν σε μια κοινότητα επανέρχεται η ειρήνη μέσω μιας άλλης κοινότητας και με στρατιωτικά μέσα, τότε πιθανότητα η πρώτη κοινότητα υπόκειται σε μια «διατακτική εξουσία» της δεύτερης ή μπορεί να αποφασίσει να υποταχθεί στην κυρίαρχη κοινότητα, μεταξύ άλλων υιοθετώντας τη γλώσσα της και καταπιέζοντας συγκεκριμένες μορφές έκφρασης της δικής της ταυτότητας. Άλλες αιτίες μπορεί να πηγάζουν από την οικονομική, θρησκευτική, εκπαιδευτική ή πολιτισμική εξουσία.

Υπό μία πραγματιστική οπτική, η οικονομική δύναμη σημαίνει καλύτερη πρόσβαση σε κοινωνικούς θεσμούς, οι οποίοι είναι ανοιχτοί και στην ελίτ. Επιτρέπει καλύτερες συνθήκες στέγασης, μια καλύτερη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και βελτιωμένες δυνατότητες κινητικότητας. Μια γλώσσα που μιλιέται από την ελίτ μιας κοινότητας απολαμβάνει υψηλότερο κύρος και έχει περισσότερη δύναμη. Αλλά και η κύρια γλώσσα του θρησκευτικού δόγματος, όπως τα αραβικά ή τα αγγλικά, ασκεί επιρροή στην εκάστοτε κοινότητα. Λόγου χάρη, αγγλόφωνοι ιεραπόστολοι έφεραν τον χριστιανισμό στην Αφρική. Ακόμη και όταν οι αφρικανικές γλώσσες χρησιμοποιήθηκαν στη διακήρυξη του Ευαγγελίου, επρόκειτο πάντα μόνο για τις κυρίαρχες στον κάθε τόπο γλώσσες. Ζητήθηκε από τις μειονοτικές ομάδες να αποτραβηχτούν και να ανοιχτούν στον χριστιανισμό μέσω της ευρωπαϊκής ή της τοπικής γλώσσας της πλειοψηφίας.

Η απειλή μπορεί να οφείλεται και στην αντίληψη που έχει μια κοινότητα για τη γλώσσα της σε σύγκριση με άλλες γλώσσες όπως και στη θεώρηση ότι η δική της γλώσσα έχει μικρότερη αξία επειδή πέρα από την επικοινωνία εντός της κοινότητας και το στοιχείο συγκρότησης ταυτότητας «προφανώς δεν έχει κανένα άλλο ορατό όφελος». Σύμφωνα με εκτιμήσεις, μέχρι το τέλος του 21ου αιώνα είναι πιθανό να αντικατασταθεί περίπου το 90% όλων των γλωσσών παγκοσμίως από κυρίαρχες γλώσσες.

Οι επιπτωσεις της αποικιοκρατιας

Η αποικιοκρατία ευθύνεται σε σημαντικό βαθμό για την απειλή των αφρικανικών γλωσσών, αφού στη μετα-αποικιοκρατική Αφρική οι γλώσσες εξακολουθούν να ιεραρχούνται βάσει του κύρους τους. Οι γλωσσικές και πολιτισμικές βάσεις της αποικιοκρατίας συνεχίζουν να έχουν βαρύτητα.  Εκτός αυτού, υπό την επιρροή μιας ελίτ που δεν μπορεί να απελευθερωθεί από τα δεσμά της γλωσσικής κυριαρχίας, έχουν κερδίσει σε σημασία.

Ο πρωτεύων στόχος της αποικιοκρατίας ήταν η κατάκτηση άλλων εθνών για την άσκηση εξουσίας και επιρροής και για τον έλεγχο των πόρων. Η αποικιοκρατική κατάκτηση βασιζόταν σε κεντρικές πολιτισμικές δογματικές αρχές, μεταξύ των οποίων ήταν και η ανωτερότητα της λευκής φυλής. Οι ευρωπαϊκές αξίες και γλώσσες θεωρούνταν ιδιαίτερα εκλεπτυσμένες και φορείς μιας οικουμενικής αλήθειας. Αυτή η ιδέα της πολιτισμικής ανωτερότητας ευνόησε τον παραγκωνισμό των αφρικανικών γλωσσών.

«Πρέπει και οι κυβερνήσεις να έχουν συμμετοχή στη διαχείριση των γλωσσών και να διαθέσουν υποδομές και οικονομικά μέσα».


Όταν οι Ευρωπαίοι, μετά τη Διάσκεψη του Βερολίνου (1884-1885), νομιμοποίησαν τις εδαφικές διεκδικήσεις τους στην Αφρική, χρησιμοποίησαν τη στρατιωτική-βιομηχανική τους δύναμη για να κατακτήσουν αφρικανικά έθνη και να τους επιβάλουν τα πολιτικά, οικονομικά και ιδεολογικά τους συστήματα. Αποικιοκράτες αξιωματούχοι ίδρυσαν στις αποικίες φυτείες παραγωγής φοινικέλαιου, βαμβακοφυτείες, φυτείες σιζάλ, τσαγιού και καφέ. Καθιέρωσαν τις δικές τους γλώσσες και τις μετέδωσαν στους σημαντικούς εκπροσώπους της εκάστοτε κοινότητας και σε επιτηρητές που λειτουργούσαν ως διαμεσολαβητές ανάμεσα σ’ εκείνους και στις εργατικές δυνάμεις. Ή ανακήρυξαν αφρικανικές γλώσσες σε λόγιες γλώσσες, όπως τα σουαχίλι στην Ανατολική Αφρική, που έπαιξαν ιστορικό ρόλο ως γλώσσα επικοινωνίας, ή και η χάουσα, η φουλφούλντε και η μαντίνκα στη Δυτική Αφρική, που λειτούργησαν ως υπερτοπικές γλώσσες. Δημοφιλή βιβλία, όπως η Βίβλος, μεταφράστηκαν και μπήκαν σε εφαρμογή μηχανισμοί για την τυποποίηση των υπερτοπικών γλωσσών. Οι γλώσσες των μειονοτήτων ελάχιστης προσοχής έτυχαν αφού στα εκπαιδευτικά ιδρύματα και στα μέσα ενημέρωσης ομιλούνταν ευρωπαϊκές γλώσσες – ή επιλεγμένες τοπικές γλώσσες. Οι γλώσσες των μειονοτήτων εξοβελίστηκαν από την καθημερινή γλώσσα και έτσι καταδικάστηκαν στη βαθμιαία τους εξαφάνιση.

Μια αναβίωση των επαπειλούμενων γλωσσών στην Υποσαχάρια Αφρική θα έπρεπε να υποστηριχθεί από Αφρικανούς γλωσσολόγους οι οποίοι θέλουν να ασχοληθούν με τις γλώσσες αυτές. Επίσης, θα έπρεπε να υπάρχουν στρατηγικές αλλά και νομοθετικές ρυθμίσεις για την προώθησή τους, οικονομικά κονδύλια για την τεκμηρίωσή τους καθώς και αναγνωστικό υλικό και λεξικά αυτών των γλωσσών, που θα έπρεπε να εισαχθούν συνειδητά στα μέσα ενημέρωσης και στο εκπαιδευτικό σύστημα για να μπορέσουν να εκπαιδευτούν νέοι ομιλητές τους. Μια τέτοια διαδικασία θα έπρεπε να υποστηριχθεί στοχευμένα και με συνέπεια. Υπάρχουν αυθόρμητες δράσεις γλωσσικών συλλόγων και μέσων ενημέρωσης προκειμένου να προωθηθεί η γλωσσική ποικιλότητα στο πλαίσιο ερευνητικών εγχειρημάτων ή μέσα από εξειδικευμένο περιεχόμενο και μέσω της αυξημένης προβολής τους. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει και οι κυβερνήσεις να έχουν συμμετοχή στη διαχείριση των γλωσσών και να διαθέσουν υποδομές και οικονομικά μέσα. Ναι μεν είμαι αισιόδοξος πως πολλές αφρικανικές γλώσσες μπορούν να επανέλθουν στη ζωή. Ωστόσο, ανησυχώ κιόλας ότι οι κυρίαρχες γλώσσες –ξένες και τοπικές– θα μπορούσαν να περιθωριοποιήσουν τις επαπειλούμενες γλώσσες γιατί αυτές μιλιούνται από ολοένα λιγότερους και οικονομικά ασθενέστερους ανθρώπους.