ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΒΙΒΛΙΟΥ ΦΥΓΗ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ

Ο νικητής του Γερμανικού Βραβείου Βιβλίου του 2016 Bodo Kirchhoff. |
Ο νικητής του Γερμανικού Βραβείου Βιβλίου του 2016 Bodo Kirchhoff. | | Φωτ. (λεπτομέρεια): © Laura J. Gerlach

Το 2016 ο Bodo Kirchhoff τιμήθηκε με το Γερμανικό Βραβείο Βιβλίου για τη νουβέλα του «Widerfahrnis». Το βραβείο συνεπάγεται την εμπορική επιτυχία του βιβλίου – εγγυάται την εμπορική επιτυχία του βιβλίου – όπως συμβαίνει και με άλλα έργα που τιμώνται με λογοτεχνικά βραβεία στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Από καιρού εις καιρόν φαίνεται να επικρατεί τελικά μια κάποια δικαιοσύνη στον λογοτεχνικό κόσμο: Ο Bodo Kirchhoff ήταν και το 2012 υποψήφιος για το Γερμανικό Βραβείο Βιβλίου, τότε με το εξαιρετικά πολύπλοκο μυθιστόρημά του Die Liebe in groben Zügen [Η αγάπη σε γενικές γραμμές]. Ππαρά, όμως, τις πολυάριθμες ενθουσιώδεις κριτικές το βιβλίο δεν συμπεριλήφθηκε τότε ούτε καν στη βραχεία λίστα. Αυτή τη φορά ο Kirchhoff τα κατάφερε και έλαβε για τη νουβέλα του Widerfahrnis [Συναπάντημα] το βραβείο με το χρηματικό έπαθλο των 25.000 ευρώ, στην Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης.
 
Το Widerfahrnis ξεκινά δίχως φανφάρες σε ένα διαμέρισμα στους πρόποδες των Άλπεων. Μια κρύα και βροχερή νύχτα του Απρίλη, ένας άνδρας και μια γυναίκα, και οι δύο άνω των 60 ετών και αρκετά απογοητευμένοι από τη ζωή, μπαίνουν σε ένα αμάξι και φεύγουν για την Ιταλία. Διασχίζουν τη χώρα χωρίς να ξέρουν καλά καλά τι γυρεύουν εκεί. Ο πρώην μικρός εκδότης και η ιδιοκτήτρια ενός καταστήματος με καπέλα που δεν πήγαινε καλά και έκλεισε έχουν μόλις γνωριστεί κι επιχειρούν να αποδράσουν από τη ζωή τους, (μια ζωή στην οποία)  δεν συμβαίνει πλέον τίποτα καινούργιο, αλλά και από το παρελθόν, από τον ίδιο τον εαυτό τους. Μάταια όμως.

ΜΙΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΗ ΑΓΑΠΗ προς ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ

Κι αυτό γιατί προφανώς είναι αδύνατον να ξεφύγουν από τον εαυτό τους. Επιπλέον, στην Ιταλία συναντούν διαρκώς ανθρώπους που επίσης δραπετεύουν, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κι ύστερα ξαφνικά, στην Κατάνια της Σικελίας, βλέπουν ένα κορίτσι γύρω στα δώδεκα, με
κουρελιασμένα ρούχα, να προσφέρει βουβό την αλυσιδίτσα που φορά στον λαιμό του. Παίρνουν το παιδί μαζί τους στο ξενοδοχείο, του αγοράζουν ρούχα και παρασύρονται από το συναίσθημα πως θα μπορούσαν να γίνουν γι’ αυτό γονιοί, συμπαραστάτες, σωτήρες. Όμως αυτή η φαινομενική αγάπη προς τον πλησίον δεν έχει να κάνει τόσο με τον αλτρουισμό, αλλά μάλλον με τα κενά στη ζωή του ζευγαριού που γερνά και με τυπικά γερμανικές φαντασιώσεις σωτηρίας του κόσμου. Στο Widerfahrnis ο Kirchhoff συνδυάζει αριστοτεχνικά τα κυρίαρχα θέματα του λογοτεχνικού του έργου ‒την αγάπη, τους άνδρες και τις γυναίκες, όπως και την άοκνη αναζήτηση της ευτυχίας‒, με το επίκαιρο προσφυγικό ζήτημα σε μία νουβέλα. Εκείνο το «ανήκουστο περιστατικό», η αφήγηση του οποίου καλύπτει μια νουβέλα, είναι εδώ στην ουσία ολόκληρο το ταξίδι, κυρίως όμως το ανησυχητικό του τέλος…

Η τιμητική διάκριση, που κατά την άποψη πολλών κριτικών ήρθε με αργοπορία κάποιων ετών και στην πραγματικότητα αποδίδεται συνολικά στο έργο του Kirchhoff, αποτελεί και μια ηθική αποζημίωση του συγγραφέα που συγκαταλέγεται μεταξύ των εμπνευστών του Γερμανικού Βραβείου Βιβλίου. «Σκέφτηκα πως θα έπρεπε να υπάρξει στη Γερμανία κάτι που να δίνει ώθηση στα μυθιστορήματα», λέει σε μια πρόσφατη συνέντευξη του στην καθημερινή εφημερίδα Die Welt αναφερόμενος στην εποχή της ίδρυσης του βραβείου. Ωστόσο, δεν είχαν όλοι την ίδια άποψη. «Το αίτημα απονομής ενός “γερμανικού” λογοτεχνικού βραβείου σχεδόν τρόμαζε τότε τον κόσμο».

Η ΜΑΚΡΑ ΠΟΡΕΙΑ προς ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΒΙΒΛΙΟΥ

Σήμερα φαντάζει αδιανόητο ότι παρά την ύπαρξη βραβείων προώθησης των συγγραφέων και υποτροφιών, παρά το Βραβείο Büchner και το Βραβείο Ειρήνης του Γερμανικού Συνδέσμου Εκδοτών, για πολύ καιρό δεν υπήρχε βραβείο για το καλύτερο μυθιστόρημα ή το καλύτερο έργο αφηγηματικής πεζογραφίας στη γερμανική γλώσσα. Κι αυτό γιατί, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε για παράδειγμα στη Γαλλία, τις ΗΠΑ ή τη Μεγάλη Βρετανία, στη Γερμανία δίσταζαν να ξεχωρίσουν ένα και μοναδικό έργο μέσα από το πλήθος των νέων εκδόσεων.
 
Ως συγγραφέας που βιοπορίζεται από την τέχνη του, ο Kirchhoff αναμφίβολα είχε κατά νου και τα ευεργετικά εμπορικά αποτελέσματα ενός τέτοιου βραβείου. Αυτά είναι ιδιαίτερα εμφανή στο σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Γαλλίας, το Γκονκούρ: Το χρηματικό έπαθλο του βραβείου, που δίνεται από το 1903 για το καλύτερο αφηγηματικό έργο του έτους, αντιστοιχεί μεν στο συμβολικό ποσό των 10 ευρώ, αλλά τα τιμώμενα βιβλία γίνονται όλα ανεξαιρέτως μπεστ σέλερ. Το γεγονός δε ότι στην πλειονότητα τους τα βραβευμένα έργα κυκλοφορούν από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους, όπως Gallimard, Grasset ή Seuil, πυροδοτεί κάθε τόσο επικρίσεις.

ΚΑΜΙΑ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΧΩΡΙΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Διαφορετικά είναι τα δεδομένα για το βρετανικό αντίστοιχο βραβείο του Γκονκούρ, το Man Booker Prize for Fiction, το οποίο συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 50.000 λιρών. Προκειμένου να αποφευχθεί η άσκηση επιρροής από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους, ακολουθείται μια περίπλοκη διαδικασία: Το ίδρυμα που απονέμει το βραβείο διορίζει μια συμβουλευτική επιτροπή που κάθε χρόνο επιλέγει νέους κριτές. Όπως και στη Γαλλία, έτσι και στη Μεγάλη Βρετανία ακόμη και τα βιβλία της βραχείας λίστας γνωρίζουν αύξηση των πωλήσεών τους. Η απονομή του βραβείου μεταδίδεται ζωντανά στην τηλεόραση κι έτσι διασφαλίζεται πλέον οριστικά ότι το διακεκριμένο έργο θα έχει εμπορική επιτυχία. Το ίδιο ισχύει και για το αμερικανικό Βραβείο Πούλιτζερ, το οποίο θεσπίστηκε το 1917 και απονέμεται όχι μόνο για δημοσιογραφικά επιτεύγματα, αλλά και για θεατρικά και ποιητικά έργα, δοκίμια και μυθιστορήματα.
 
Συζητήσεις για το εάν ο τάδε ή ο δείνα συγγραφέας άξιζαν το βραβείο γίνονται βεβαίως και αναφορικά με το Γερμανικό Βραβείο Βιβλίου από την πρώτη κιόλας απονομή του, το 2005. Όπως είναι φυσικό, ορισμένα έργα έχουν απήχηση σε ένα ευρύτερο κοινό (όπως η Γυναίκα του Μεσημεριού της Julia Franck, ή η Μέτρηση του κόσμου του Daniel Kehlmann), ενώ άλλα, πιο «δύσκολα» βιβλία (όπως το Die Erfindung der Roten Armee Fraktion durch einen manisch-depressiven Teenager im Sommer 1969 [H επινόηση της Φράξιας Κόκκινος Στρατός από έναν μανιοκαταθλιπτικό έφηβο το καλοκαίρι του 1969] του Frank Witzel) κατορθώνουν αν μη τι άλλο να παραμείνουν για σύντομο διάστημα στις λίστες ευπώλητων. « Στην τελική ανάλυση υπάρχουν και οι προτιμήσεις, γούστα είναι αυτά, κι έτσι υπάρχει εν τέλει μια ισορροπία», λέει ο Bodo Kirchhoff. Ως εμπνευστής αλλά και αποδέκτης πλέον του βραβείου έχει κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένος: «Το ζητούμενο είναι να ανακαλύψει κανείς ένα βιβλίο που θα βρει αναγνώστες – και ταυτόχρονα άλλα βιβλία, που είναι εξίσου ενδιαφέροντα. Κι αυτό ως τώρα το έχει καταφέρει εν πολλοίς το συγκεκριμένο βραβείο».