Το τόλμημα της μνήμης

Πριν να γεννηθούμε

  • Read in Macedonian by the author
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.
  • Before We Were Born by Nikola Madzirov
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.

Επιλογή ποιημάτων του ποιητή Nikola Madzirov από την πΓΔΜ. Μετάφραση: Emilija Majstorova-Stojanovska.

ΠΡΙΝ ΝΑ ΓΕΝNHΘΟΥΜΕ

Οι οδοί ήταν ασφαλτοστρωμένες
πριν να γεννηθούμε και όλη
οι αστερισμοί ήταν σχηματισμένοι.
Τα φύλλα σάπιζαν
στην άκρη του πεζοδρομίου.
Το ασήμι μαύριζε πάνω
στο δέρμα των εργατών.
Κάποια κόκαλα μεγάλωναν στο
μήκος του ονείρου.

Η Ευρώπη ενώνονταν
πριν να γεννηθούμε και τα μαλλιά
μιας κοπέλας γαλήνια
επέκρουσαν στην επιφάνια
της θάλασσας.

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΑΣ

Μια μέρα κάποιος θα διπλώσει τις κουβέρτες μας
και θα τις πάει στο καθαριστήριο
να βγάλει όλο το αλάτι,
θα ανοίξει τα γράμματα μας και θα τα βάλει με τη σειρά,
με την ημερομηνία αντί με το διάβασμα.

Μια μέρα κάποιος θα μετακινήσει τα έπιπλα στο δωμάτιο
σαν πιόνια σε σκακιέρα, στην αρχή καινούριου παιχνιδιού,
θα ανοίξει το παλιό κουτί παπουτσιών
όπου φυλάγαμε τα κουμπιά απ’ τις πιτζάμες,
τις μισοαδιασμένες μπαταρίες και την πείνα.

Μια μέρα θα επιστρέψει ο πόνος στη μέση μας
από το βάρος των κλειδιών του ξενοδοχείου και
η υποψία με την οποία ο ρεσεψιονίστας μας δίνει
το τηλεχειριστή.

Ο οίκος των άλλων θα μας ακολουθεί
σαν φεγγάρι το χαμένο παιδί.

ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΦΕΥΓΕΙ Ο, ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΞΑΝΑΡΧΕΤΑΙ

Του Μάρϊαν Κ.

Με το αγκάλιασμα πίσω από τη γωνία θα καταλάβεις
ότι κάποιος πάει κάπου. Έτσι είναι πάντα.
Ζω ανάμεσα σε δύο αλήθειες
σαν τη λάμπα νέον που διστάζει
στον άδειο διάδρομο. Στην καρδιά μου μαζεύονται ολοένα
αυτοί που δεν υπάρχουν πια.
Έτσι είναι πάντα. Το ένα τέταρτο του ξύπνου
το ξοδεύουμε στο βλεφαρισμό. Ξεχνάμε
τα πράγματα πριν τα χάσουμε -
το τετράδιο της καλλιγραφίας, παραδείγματος χάρη.
Τίποτα δεν είναι καινούριο. Το κάθισμα στο
λεωφορείο είναι πάντα θερμό.
Τα τελευταία λόγια μεταφέρονται
σαν γερτοί κουβάδες σε συνηθισμένη καλοκαιρινή πυρκαγιά.
Το ίδιο και αύριο -
πριν εξαφανιστεί από τη φωτογραφία το πρόσωπο
θα χάσει τις ρυτίδες. Όταν κάποιος φεύγει
ο, τι έγινε ξανάρχεται.

ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΜΑΣ ΠΡΟΣΠΕΡΝΟΥΝ

Μία μέρα θα συναντηθούμε
σαν χάρτινο καραβάκι και
καρπούζι που κρυώνει σε ποτάμι.
Το τρεμούλιασμα του κόσμου θα
γίνει δική μας. Με τις παλάμες μας
θα σκοτεινιάσουμε τον ήλιο
και θα αντικριζόμαστε με το φανάρι.

Μία μέρα ο άνεμος δεν
θ' αλλάξει την πορεία του.
Η σημύδα θα στείλει φύλλα
στα παπούτσια μας μπροστά στο κατώφλι.
Οι λύκοι θ' ακολουθήσουν
τη δική μας αθωότητα.
Οι πεταλούδες θ' αφήσουν
την άχνη τους στα μάγουλά μας.

Κάθε πρωί μια γριά
θα αφηγείται για μας στην αίθουσα αναμονής.
Και τούτο που λέω το
έχουν ξαναπεί: περιμένουμε τον άνεμο
σαν δύο σημαίες σε συνοριακή διάβαση.

Μια μέρα όλες οι σκιές
θα μας προσπεράσουν.

ΜΕΡΕΣ ΟΤΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΟΣ

Είναι αλήθεια ότι η πόλη
φύτρωσε ως συνέπεια του ψέματος
απαραίτητο για τους ανθρώπους
τις γλάστρες και τα ήμερα ζώα

(έτσι προμηθεύομαι με
τις αναγκαίες δικαιολογίες)

Η αλήθεια είναι ότι όλοι οι άνθρωποι
βγαίνουν απ’ τις πολυκατοικίες
(λες και είναι σεισμός)
και με το ανθοδοχείο στα χέρια
πηγαίνουν προς τα λιβάδια

Επιστρέφουν τρεις φορές πιο θλιμμένοι
με σκόνη στις παλάμες
και μερικούς ψιθύρους
σαν τρύπες στη μνήμη
Μετά
πάλι κοινή σιωπή.

ΣΠΙΤΙ

Έζησα στην άκρη της πόλης
σαν λάμπα στο δρόμο που κανένας
δεν της αλλάζει το λαμπτήρα.
Ο ιστός της αράχνης ένωνε τους τοίχους,
ο ιδρώτας τις σμιγμένες παλάμες μας.
Στις μορφές της άτσαλα χτισμένης πέτρας
έκρυβα το βελούδινο αρκουδάκι μου
σώζοντάς το από τον ύπνο.

Μέρα-νύχτα ξαναζωντάνευα το κατώφλι
επιστρέφοντας σαν μέλισσα που
πάντα επιστρέφει στο προηγούμενο άνθος.
Ήταν ήρεμα όταν άφησα το σπίτι:

το δαγκωμένο μήλο δεν είχε μαραγκιάσει,
το γράμμα είχε γραμματόσημο με παλιό εγκαταλειμμένο σπίτι.

Από γέννα πηγαίνω προς ήρεμους τόπους
και από κάτω μου κολλούν κενότητες
σαν το χιόνι που δεν ξέρει αν ανήκει
στο χώμα ή στον αέρα.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ανοίγω φοβητσιάρικα την πόρτα
με τις ακτίνες να σχεδιάσω σύνορα
πάνω στο χαλί.
Μου έρχεται να βγάλω φωνή,
αλλά η ηχώ του άδειου δωματίου
είναι πιο γρήγορη.
Δεν είναι δικός μου ο ιδρώτας πάνω στο πόμολο
ούτε οι λειχήνες στο λαιμό μου
ανήκουν σ’ αυτό τον κόσμο.
Πραγματοποιήθηκα σε μερικές
από πολλά στρώματα αναμνήσεις,
η ψυχή μου είναι εντόσθιο παλίμψηστο
της μακρινής μητέρας.
Και να, η σκέψη της επιστροφής
και το σιωπηλό τρίξιμο των μεντεσέδων.

Βήμα - βήμα θα μεγαλώσω το χώρο
να πυκνώσω τη σκόνη
και τις τρίχες που σωριάζονται
κάτω, από το φως
πάντοτε άσπρες.

ΟΛΑ

Όλα είναι χάδι.
Το χιόνι έκλεινε τις φτερούγες του
πάνω από τους λόφους, εγώ άνοιγα τις παλάμες
πάνω στο κορμί σου σαν μεζούρα
που ξετυλίγεται μόνο στο μήκος
των υπόλοιπων πραγμάτων.
Το σύμπαν υπήρχε
για να γεννηθούμε σε διάφορα μέρη,
να έχουμε πατρίδα το ουράνιο τόξο
που ενώνει δύο κήπους
που δεν ξέρουν ο ένας για τον άλλον.
Και έτσι περνούσε ο καιρός:
αναθρέψαμε τον φόβο μέσα μας,
και γεννιόταν ενθουσιασμός στους άλλους.
Οι σκιές μας βούλιαζαν
στα φαρμακωμένα πηγάδια,
τα λόγια που λέγαμε χάνονταν
και ξανάρχονταν σαν γυάλινα κομμάτια στην αμμουδιά,
αιχμηρά και μισοειπωμένα.
Όλα είναι ανάμνηση.
Το όνειρο ήταν κοντά,
μακρινό ήταν εκείνο που ονειρευτήκαμε.

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ

Είναι εύκολα να ζεις στο σπίτι της λησμονιάς, όπου τα τοπία των βλεμμάτων μας προς το παρελθόν μένουν καθημερινά ίδια και έρημα. Η κατασκευή του ιστορικού χρόνου το οποίο πηγαίνει μπροστά σαν ταχύ τρένο σε άγνωστο μονοπάτι είναι τέτοια που όλες εικόνες και περιοχές οι οποίες εμφανίζονται στο παράθυρο της αντικειμενικότητας κινούνται πίσω, προς εκείνο που το είχαμε εγκαταλείψει, και το οποίο θυμόμαστε μόνο όταν ψάχνουμε αναψυχή στο χώρο της διανοητικής απομόνωσης. Ο Γαβριέλ Μαρκές βάζει προτεραιότητα πάνω στις αναμνήσεις της καρδιάς, η οποία σβήνει το κακό και δοξάζει το καλό, γιατί χάρη αυτής της συνειδητής απάτης καταφερόμαστε να αντέξουμε το φορτίο του παρελθόν.

Το ρίσκο των γυρισμάτων του Ορφέα και της συζύγου του Λοτού πίσω στο τόπο και στο χρόνο πραγματοποιείται διαμέσου διαρκούς απώλειας του συλλογικού χρόνου με τους αγαπημένους τους καθώς διαμέσου βαθιάς ενσωμάτωσης στο μηχανισμό της στατικής αιωνιότητας, με τέτοιο τρόπο που η σύζυγος του Λοτ αφού γύρισε πίσω μεταμορφώθηκε σε πέτρινο άγαλμα. Σήμερα, πολλά αγάλματα των ξεχασμένων επαναστατών στέκονται όρθια και λερωμένα στα πάρκα και στις εργοστασιακές αυλές, επαναφέροντας στη μνήμη μία ιδεολογία και την κοινή ανάμνηση σε κάτι που το ανήγγειλαν σαν προφητεία: τον κομουνισμό, την αδελφοσύνη και την ενότητα. Σύμφωνα με την αρχιτεκτονική της καινούριας γλωσσικής συνείδησης, αυτά τα κομμάτια διαμορφωμένης πέτρας τα ονόμασαν «μνημεία» και το καθήκον τους δεν ήταν να θυμούνται αλλά να πλαταίνουν τα όρια της κοινής ανάμνησης διαμέσου της δοξασίας του βάσανου, της απουσίας και της ιδεαλιστικής θυσίας.

Μετά την πτώση του κομουνισμού, για πρώτη φορά είδα αυτά τα μνημεία του πόνου ζωγραφισμένα με γκράφιτι που μετάφεραν προσωπικές αναμνήσεις μιας χαμένης πρώτης αγάπης ή διάλογο αν πέθαναν το πανκ και ο Νίτσε. Στα επαναστατικά απλωμένα χέρια των μνημείων αυτών οι διαβάτες άφηναν άδεια Κόκα-Κόλα μπουκάλια ή άδειες χάρτινες συσκευασίες από брза храна, σαν σήμα της προσωπικής παρουσίας και ζωηρότητας, σαν προσπάθεια να ξεχαστεί ο πόνος από τις επιβαλλόμενες αναμνήσεις.

Η αισθητική της θύμησης κτίζεται με αδιάκοπο πλέξιμο της παρουσίας και της απουσίας, μέχρι να σβηστούν εντελώς τα όρια μεταξύ τους στο μεσοδιάστημα της διανοητικής πραγματικότητας. Η σύζυγος του φίλου μου ο οποίος πέθανε στα τριάντα του, απελπιστικά φυλάγει τη φωνή του ηχογραφημένη στον αυτόματο γραμματέα οποίος ήρεμα επαναλαμβάνει: «Δεν είμαστε στο σπίτι. Αφήστε το μήνυμά σας». Πέντε μέρες μετά το θάνατό του αυτή έγινε μητέρα και μέχρι σήμερα καθημερινά στο επτάχρονο γιο της βάζει την ηχογράφηση της φωνής του πατέρα του: «Δεν είμαστε σπίτι…». Φωνή της παρουσίας η οποία αναγγέλλει απουσία. Φωνή της μνήμης η οποία αναγγέλλει λησμονιά.

Στη Μακεδονία ακόμα προσφέρουν τρόφιμα στους νεκρούς όταν επισκέπτονται το τάφο τους σαν μια εκδήλωση της απολυταρχικής παρόρμησης των ζωντανών για να κρατήσουν το συναίσθημα της ανωτερότητας και της ασφάλειας. Αυτή η ιεροτελεστική συνέχιση του προσωπικού χρόνου των πεθαμένων συνήθως πραγματοποιείται και μέσω της εκλεκτικής μνήμης αυτών των στιγμών της ζωής στις οποίες ποτέ μάλλον δεν σκεφτόμασταν εκείνους που δεν υπάρχουν άλλο πια. Στην ουσία, έτσι γεννιέται η κλοπή της μνήμης, κάτι που έγινε κύρια μέθοδος της επιβίωσης των δικτατόρων αυτών των εδαφών. Από το κουκούλι του самопрогласен αυτοαποκαλούμενο προφήτη οποίος φροντίσετε για το καλύτερο αύριο, ο δικτάτορας αναπτύσσεται ως πολυτελής προστάτης οποίος προσφέρει μόνο αναμνήσεις για τα πράγματα που δεν έγιναν ποτέ. Το ρίσκο της πραγματικότητας στην κούνια του δικτατορικού καθεστώς είναι πολύ πιο μεγάλο παρά το ρίσκο της θύμησης. Οι άνθρωποι εκφράζουν με λέξεις και με την μνήμη τους αναζωογονούν όλα τα πάθη τους και όλες τις απραγματοποίητες επιθυμίες, όνειρα… Το λιγότερο απ’ όλα που θυμούνται είναι το άγγιγμα της ζωής και τα δικά της τοπικά και χρονικά σύνορα.

Η θύμηση γίνεται εστία και καταφύγιο, και το σπίτι μεταμορφώνεται σε μουσείο των διατηρημένων συναισθηματικών εκθεμάτων. Ο πατέρας μου θυμάται για να ζήσει. Αυτός τραγουδάει τα τραγούδια της εποχής όταν γεννήθηκα εγώ· ονομάζει τις οδούς κατά τους ήρωες στα παλιά σχολικά βιβλία της ιστορίας· ζητά από τους ταξιτζήδες να σταματήσουν μπροστά τις οικοδομές που δεν υπάρχουν άλλο πια· ο πατέρας μου ακόμα απομνημονεύει το εθνικό τηλεοπτικό κανάλι κατά το αριθμό 1 στο τηλεχειριστήριο. Ο Γκαστόν Μπασσλάρ λέει ότι για να γίνει ανάλυση της δικής μας οντότητας μέσα στα πλαίσια της ιεραρχίας μιας οντολογίας, χρειάζεται να αποκοινωνικοποιούνται οι μεγάλες μας αναμνήσεις και να αγγίξουμε το επίπεδο των φαντασιών μας που τις είχαμε στα διαστήματα των απομονώσεων μας. Πιθανός πηγαίνοντας πίσω προς τις συλλογικές προβλήθεισες αναμνήσεις, ο πατέρας μου ψάχνει τον τρόπο να μην είναι μοναχικός, να πλέξει το κιγκλίδωμα της κοινωνικής του και της συναισθηματικής του ασφάλειας, γιατί καμιά φορά μου φαίνεται ότι οι αναμνήσεις του είναι πιο μακριές και από το θάνατο.

Είμαι απόγονος προσφύγων από τους Βαλκανικούς πόλεμους στην αρχή του περασμένου αιώνα, και διαμέσου των παραμυθιών των προγόνων μου κατάλαβα ότι η εστία είναι ενθύμιο που δεν κληρονομείται. Μετά από κάθε ένα πόλεμο υπάρχουν πολλά εγκαταλειμμένα σπίτια, όμως υπάρχουν ακόμα περισσότερες εγκαταλειμμένες εστίες. Την τελευταία φορά, όταν επισκέφτηκα την Βοσνία, οι άνθρωποι διαιρούσαν το προσωπικό τους χρόνο σύμφωνα με τη συλλογική σταθερά: πριν και μετά τον πόλεμο. Δεν υπήρχε νεότητα, παιδική ηλικία, ασθένεια. Ο πόλεμος ήταν κάτι που δεν ξεχνιέται, και τα υπόλοιπα πράγματα ήταν μόνο δικές της καλοί και κακοί εραστές. Ο Ντεριδά λέει πως συγχωρούνται μόνο εκείνα τα πράγματα τα οποία δεν τα ξεχνάμε, ή: να συγχωρέσεις δεν σημαίνει και να ξεχάσεις. Τα Βαλκάνια περιμένουν να περάσουν δεκαετίες και γενιές για να ξεχαστούν όλα τα τρεμουλιάσματα και φόβους που έσβησαν την ιερότητα της καθημερινότητας των περασμένων ετών και ζωών. Και μήπως είναι καλύτερα να συγχωρήσουμε χωρίς να ξεχάσουμε.

Επένδυαν επί μακρόν στην ιστορία, στην κυρίαρχη μορφή της μαζικής μνήμης, μέχρι που η ίδια δεν μεταμορφώθηκε σε συλλογική αλήθεια η οποία δεν ζητά καινούρια ενθύμια και υποψίες, γιατί το κάθε ένα απόλυτο κατασκευάζεται αποκλειστικά για το σεβασμό του, και όχι για ενθύμηση. Δημιουργήθηκε μία εικόνα ότι χωρίς αναμνήσεις στα Βαλκάνια δεν θα υπήρχε κανένα μέλλον, ενώ το μέλλον αυτό μετατρέπεται σε ιστορικό πρόβλημα και προτού να γίνει παρόν. Εδώ οι άγιοι και οι δικτάτορες δεν έχουν ενθύμηση, αλλά οι ίδιοι έχουν κατοικήσει στα μυαλά μας και στην καρδιά μας σαν ενθύμια αιώνιας αβεβαιότητας.

 

Nikola Madzirov © Gerald Zörner / gezett.de
Nikola Madzirov από την πΓΔΜ
Nikola Madzirov Γεννήθηκε το 1973 στη Strumica της πΓΔΜ, όπου ζει και εργάζεται. Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής λογοτεχνικών έργων, αρθρογράφος. Ως συντονιστής της διαδικτυακής πύλης για την παγκόσμια ποίηση «Lyrikline» είναι υπεύθυνος για το τμήμα της πΓΔΜ. Υπήρξε συντάκτης στον τομέα ποίησης του λογοτεχνικού περιοδικού «Blesok». Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε 30 γλώσσες. Κυκλοφορούν τα έργα του: Premesten kamen (Versetzter Stein) (Σκόπια 2007), Vo gradot, nekade (In der Stadt, irgendwo) (Σκόπια 2004); Nekade, nikade (Irgendwo nirgendwo) (Radovis 1999), Zakluceni vo gradot (Eingeschlossen in der Stadt) (Σκόπια 1999). Τιμήθηκε με το βραβείο Hubert-Burda για Συγγραφείς της Ανατολικής Ευρώπης το 2007, και με πολλά εθνικά βραβεία όπως των «Αδελφών Miladinov», το Βραβείο «Studentski zbor», το Βραβείο «Aco Karamanov». Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και ανθολογίες της Βόρειας και Νότιας Αμερικής, της Ευρώπης και της Ασίας. Έχει λάβει πολλές διεθνείς διακρίσεις και υποτροφίες: «International Writing Program» (IWP) στο Πανεπιστήμιο της Iowa των ΗΠΑ, «Literarisches Tandem» στο Βερολίνο, υποτροφία «KulturKontakt» στη Βιέννη, «Internationales Haus der Autoren» στο Γκρατς, «Literatur Haus NÖ» στο Krems και «Villa Waldberta» στο Μόναχο.

 

Μετάφραση του Alexander Sitzmann
Alexander Sitzmann, γεννήθηκε το 1974 στη Στουτγάρδη Γερμανίας. Σπούδασε Σκανδιναβική Φιλολογία και Σλαβική Φιλολογία στη Βιέννη (Αυστρία). Στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης κάνει έρευνα και διδάσκει. Από το 1999 εργάζεται ως μεταφραστής από τα βουλγαρικά, τα σλαβομακεδονικά και τις σκανδιναβικές γλώσσες στα γερμανικά. Συγγραφέας δύο γλωσσολογικών μονογραφιών καθώς και επιμελητής αρκετών ανθολογιών και αφιερωμάτων περιοδικών, επιμελητής, μεταξύ άλλων, για το KulturKontakt Austria, το bm:ukk και διάφορους εκδοτικούς οίκους στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Το 2004 του απονεμήθηκε τιμητικό βραβείο του βουλγαρικού Υπουργείου Πολιτισμού, τα έτη 2007, 2008, 2009 έλαβε επιχορηγήσεις μεταφράσεων του bm:ukk, καθώς και πολλές υποτροφίες.