Το τόλμημα της μνήμης

Το κίτρινο τετράδιο

  • Read in Romanian by the author
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.
  • An excerpt from The Yellow Notebook by Filip Florian
    Sie benötigen den Flashplayer, um dieses MP3 zu hören.

Ένα διήγημα του συγγραφέα Filip Florian, από τη Ρουμανία. Μετάφραση: Ελευθερία Ζήκου-Πρέντα.

Η μνήμη μου σκουριάζει αργά και αυτό σημαίνει ότι είμαι καλά. Ακόμη είμαι καλά. Δεν με νοιάζει για τις αναμνήσεις άλλων, δεν εξαρτώμαι από αυτές, και, εάν υπολογίσει κανείς πόσα φάρμακα καταπίνω κάθε μέρα, τουλάχιστον δεν χρειάζεται να πάρω και λεκιθίνη. Από την κρύα βροχή, που δεν λέει ούτε να σταματήσει αλλά ούτε να δυναμώσει, με πονούν τα γόνατά μου, με σουβλίζουν, σαν να θέλουν να μου δείξουν πώς είναι η μοίρα των πραγμάτων που σκουριάζουν. Και γράφω, τι να κάνω, γράφω, χωρίς να χρησιμοποιήσω αλοιφή για τους πόνους, χωρίς να πάρω το τέταρτο χάπι και χωρίς να αφήσω το θέμα του αμερικανικού βομβαρδισμού που με απασχολούσε. Σκέφτομαι την καταστροφή που έχει υποστεί το Βουκουρέστι, μόνο αυτό σκέφτομαι, κι ακόμη περισσότερο επειδή έχω δίπλα μου το φλιτζάνι και το μπρίκι με το τσάι. Το αγαπημένο μου τσάι. Ρίγανης. Χωρίς ζάχαρη.

Πάνω απ’ όλα θυμάμαι το βουητό. Έναν τρομερό θόρυβο, εξοντωτικό, σπαστικό, σαν να μου είχαν μπει εκατοντάδες μέλισσες στα αυτιά. Δεν φοβόμουν τα τσιμπήματα, είχα κολλήσει τις παλάμες στα αυτιά, αλλά, μάταια, οι μέλισσες πετούσαν ανεξέλεγκτα μέσα στο κεφάλι μου, βούιζαν, πετάριζαν και χτυπούσαν τα τύμπανα μου. Είχα πιστέψει ότι είχαν αρχίσει να δημιουργούν κυψέλη, και αφού περίμενα ότι μέσα από τόσο θόρυβο θα έβγαινε και κάτι καλό, ήλπιζα ότι στο τέλος θα έσταζαν σταγόνες μελιού πάνω στα μαγουλά μου. Αλλά αυτό δεν έγινε. Μόνο το Σάββατο, αργά το βράδυ, κατάλαβα ότι το μελίσσι δούλεψε σκληρά, όταν η μαμά με έπλυνε μέσα σε μια λεκάνη από σμάλτο και μου καθάρισε τα αυτιά με βαμβάκι τυλιγμένο σε σπίρτα. Όπως ποτέ άλλοτε, μάζεψε τα μικρά κομματάκια κερί και τα έβαλε στο παλιό μεταλλικό στρογγυλό κουτί όπου κάποτε κρατούσε τις καραμέλες μέντας. Στο καπάκι έγραφε “Daphné” και η μαμά μου υποσχέθηκε ότι κάποτε θα έλιωνε το κερί και θα το έκανε κεράκια.

Δεν ξεχνώ ούτε το σκοτάδι, ένα σκοτάδι χλομό και σκονισμένο, βουτηγμένο σε έξι λωρίδες φως, όσες και οι τρύπες εξαέρωσης που είχαν γίνει στο καπάκι της ξύλινης βαλίτσας. Καθόμουν μαζεμένος εκεί, σε μια πλευρά, διότι είχα αρνηθεί να κάτσω ανάσκελα, για να μην μοιάζω με τον θείο Πάουλ το χειμώνα, έτσι όπως καθόταν ανάσκελα στο φέρετρο. Η βαλίτσα ταρακουνιόταν σε κάθε χτύπημα, έμοιαζε με χαλασμένο βαρέλι που κατρακυλούσε πάνω σε κοτρόνες, και εγώ θυμόμουν το άσπρο νεκροταφείο, το βαθύ λάκκο που είχαν σκάψει οι νεκροθάφτες, το χώμα να μαζεύεται στο χιόνι, τα ράσα των παπάδων και τα μαύρα ρούχα όλων γύρω, τα στεφάνια και το λακαρισμένο ξύλο του φέρετρου, τον πάγο που έσταζε από το χέρι ενός παχουλού πέτρινου αγγέλου. Δεν κατάφερα να κουνηθώ και, μετά από λίγο καιρό, αναρωτήθηκα εάν ακόμη αναπνέω. Καθώς δεν ήταν σαφές εάν ο αέρας μπαίνει ή όχι στα πνευμόνια μου, υπέθεσα ότι ο θάνατος δεν πονάει καθόλου και έρχεται έτσι, σαν βελούδινη ομίχλη, στην οποία εύκολα χάνεσαι. Τσίμπησα τον αγκώνα μου, δυνατά, πολύ δυνατά, με πόνεσε φρικτά και, όταν το πάτωμα άρχισε να ταρακουνιέται ακόμη χειρότερα, πλέον ήμουν σίγουρος ότι ακόμη ζω. Η μητέρα μου ήταν δίπλα μου, όχι στη βαλίτσα, ούτε που θα χωρούσε μέσα, είχε ξαπλώσει κοντά μου, κάτω από το κρεβάτι, με ένα πάπλωμα τυλιγμένο γύρω της. Εάν το πάπλωμα γύρω της έμοιαζε με μια τεράστια πράσινη κρέπα, η μαμά μου, στη μέση, πρέπει να έμοιαζε με γλυκό βύσσινο. Θα έκανα τα πάντα να βγάλω ένα χέρι να την τσιμπήσω και εκείνη, αλλά ήταν αδύνατον, και έτσι άρχισα να την φωνάζω με όλες τις δυνάμεις μου, μέχρι που κατάλαβα ότι ούτε εγώ ο ίδιος δεν άκουγα τη φωνή μου. Και τότε σκεφτικά ότι όπως τώρα στην ξύλινη βαλίτσα, μάλλον το ίδιο φώναζα και κουνιόμουν και στην κοιλιά της μάνας μου, δυο μήνες προτού γεννηθώ, στο σεισμό του ’40.

Κατά τ’ άλλα ο χρόνος είχε χάσει την άξια του, τα λεπτά είχαν γίνει ώρες, τα δευτερόλεπτα είχαν ξεφύγει, και ο κούκος του ρολογιού τοίχου είχε εξαφανιστεί ψάχνοντας καμιά φωλιά ή μια κρυψώνα. Σταδιακά το σπίτι σταμάτησε να κουνιέται, οι μέλισσες μέσα στο κεφάλι μου ηρέμησαν, τα λεπτά ξανάγιναν λεπτά, τα δευτερόλεπτα βρήκαν και πάλι το ρυθμό τους, ο κούκος επέστρεψε στο ρολόι και χτύπησε τρεις φορές και οι φωνές μας συνωστίζονταν η μια πάνω στην άλλη. Όπως συνήθως, η πιο βραχνιασμένη φωνή ακούστηκε τελευταία και κάλυψε όλες τις άλλες. Αυτό διότι ο προπάππους ήταν πυροβολητής, και κατά συνέπεια κούφος, χωρίς να μπορεί καν να φανταστεί ότι οι άλλοι άνθρωποι ήταν διαφορετικοί από αυτόν. Ενώνοντας τις δυνάμεις τους, η Λίλη, η θεια Μαριέττα και ο προπάππους, τράβηξαν τη βαλίτσα κάτω από το κρεβάτι, έβγαλαν το τυλιχτό πράσινο πάπλωμα, μας απελευθέρωσαν εμένα και την μαμά και μας άφησαν να αναπνεύσουμε, να αγκαλιαστούμε και να μην ξεκολλήσουμε ο ένας απ τον άλλο, να ξεμουδιάσουμε και να καταλάβουμε ότι τελείωσε. Όταν τελικά τους κοίταξα, δεν μπορούσα να πιστέψω τί χρώματα είχαν τα πρόσωπά τους, κάτι ανάμεσα στο μπλε των ψαριών και το λευκό του αλευριού. Ύστερα, κοιτάζοντας γύρω-γύρω σαν μέσα από ένα βρώμικο τζάμι, ανακάλυψα το χάος μέσα στο δωμάτιο. Πυκνοί και τεμπέλικοι, οι κόκκοι της σκόνης έμοιαζαν με μικρές σταγόνες, φωσφορίζοντας στο φως, αλλά δεν κάλυπταν τα αμέτρητα γυαλιά, τα βιβλία που είχαν πέσει από την βιβλιοθήκη, το αναποδογυρισμένο φωτιστικό, τη ραγισμένη κανάτα, τους νάρκισσους που είχαν διασκορπιστεί στο χαλί ή τον μεγάλο πίνακα, που απεικόνιζε μια προβλήτα της Βενετίας, που κι αυτό είχε φτάσει στο πάτωμα με την κορνίζα σπασμένη σε μια γωνία. Αν και μόνιμη μέριμνα της Λίλης ήταν να κρατήσει το σπίτι καθαρό, τώρα δεν έλεγε να φέρει τη σκούπα και το φαράσι. Είχε μείνει με το ένα χέρι στο στόμα, ακίνητη, σαν να μην έβγαινε η φωνή της.

Μόνο έξω, στην αυλή, είδα τον καπνό πάνω από την πόλη. Ένα μεγάλο σύννεφο, στενάχωρο, σαν ροή από κατράμι πάνω από το νερουλό γαλάζιο του ουρανού. Και σε αυτή τη μεγάλη μαυρίλα μπλέκονταν εκατοντάδες κυματισμένα σύννεφα από καπνό, χοντρά, σαν μεγάλα φίδια που έβγαλαν φωτιά από τις ουρές και όχι από τα στόματα και που ανέβαιναν στον ουρανό, στρίβοντας ανατολικά, προσπαθώντας να καταπιούν τον ήλιο. Εάν και το τεράστιο αυτό σύννεφο, πιο μεγάλο και πιο σκοτεινό από όλα τα σύννεφα, δεν ερχόταν καταπάνω μας, δεν έλεγα να αφήσω τη μαμά μου από κοντά μου. Της αγκάλιαζα τα γόνατα, είχα κολλήσει το μάγουλο πάνω στο αριστερό της γοφό, ένιωθα ότι από τα δάχτυλά της που μου χάιδευαν τα μαλλιά, από τη γλυκιά φωνή της, από το μαλακό ύφασμα της φούστας της απλώνεται μια καλή αύρα, που με αγκαλιάζει και με προστατεύει από τον μαύρο καπνό και τα αμέτρητα κρυμμένα μέσα του φίδια. Ο Πετράκε, ο σκύλος, με τους καφέ λεκέδες και τα μεγάλα πεσμένα αυτιά του, πρέπει να είχε μαντέψει κι αυτός ότι εκεί υπήρχε προστασία, διότι βρισκότανε και αυτός κάτω από τα φουστάνια της μητέρας, κλαψουρίζοντας και γλύφοντάς της τα πόδια. Γύρω μας απλωνόταν ένα τοπίο φόβου. Η φοράδα του παππού, η Στέλλα, είχε ρίξει την πόρτα του στάβλου της και έτρεχε δαιμονισμένα, πηδώντας πάνω από ό,τι έβρισκε μπροστά της, τα πεζούλια στο λιβάδι, τα βαρέλια που είχαν βγάλει έξω μπροστά στο κατώι για να στεγνώσουν, τη μάντρα και τα αυλάκια με τις φράουλες, τους θάμνους που είχαν μόλις κλαδέψει γύρω από την είσοδο της αυλής, στρωμένη με μικρά λευκά πετραδάκια. Ένας θεός ξέρει πώς, μια αγελάδα είχε ξεφύγει και αυτή από το στάβλο και προσπαθούσε να ακολουθήσει την ξεβρασμένη φοράδα, ενώ οι άλλες αγελάδες μούγκριζαν ανελέητα μαζί με τα μοσχάρια και συνωστίζονταν μπροστά στην ξύλινη πόρτα, έτοιμες να την ρίξουν κάτω. Το ίδιο χάος επικρατούσε και στα κοτέτσια, οι κότες κακάριζαν, κρέμονταν πάνω στο δίχτυ του φράχτη και χτυπούσαν με τα ράμφη τους στο κενό, σαν να είχαν πάθει υστερία. Πολύ ψηλά, πάνω από τις λεύκες, εκατοντάδες κουρούνες έφευγαν προς την ανατολή, οι στούρνοι είχαν πάψει να κελαηδούν, και πίσω από το σπίτι, από το δάσος της Τσερνίκα, ερχόταν ένας απίστευτος θόρυβος από τα πουλιά. Για αρκετή ώρα πίστεψα ότι ο τρομακτικός θόρυβος που ακουγόταν από το Βουκουρέστι, ήταν από τα μεγάλα μαύρα φίδια, αλλά η θεία Μαριέττα, η αδελφή της γιαγιάς μου εξήγησε ότι είναι οι σειρήνες του στρατού που ανακοίνωναν το τέλος του αεροπορικού βομβαρδισμού. Η αλήθεια είναι ότι δεν κατάφερα να δω ούτε ένα αεροπλάνο στον ουρανό, και ούτε καν τις φωτιές των εκρήξεων. Σιγά, σιγά ο τρομερός αυτός θόρυβος ηρέμησε και ακούστηκαν οι καμπάνες του μοναστηρίου που βρισκόταν δίπλα στη λίμνη. Μάλλον είχαν χτυπήσει από την αρχή, ανώφελα όμως από την στιγμή που άρχισαν να πέφτουν οι βόμβες. Αναρωτιόμουν ποιος άραγε τραβούσε τα σκοινιά στο καμπαναριό; Ο Μακάριος, ο γέρος από τον οποίο η μανά μου δανειζόταν βιβλία, ή κάποιος νεότερος μοναχός, πιο νέος, πιο γερός αλλά και πιο φοβισμένος;

*

Μια παράξενη αριθμητική, ένα περίεργο παιχνίδι αριθμών που ποτέ δεν κατάφερα να καταλάβω, ξετυλίχθηκε εκείνη τη μέρα. Διότι ήταν Tρίτη, η κακιά η ώρα, και όπως έδειχνε το ημερολόγιο στο τοίχο, ο Απρίλης είχε φτάσει στη τέταρτη μέρα1 . Μετά από αυτό, τα πράγματα έμπλεξαν ακόμη περισσότερο και επαναλαμβάνονταν, διότι εκεί, στη φάρμα, πέντε ψυχές ζούσαμε αυτή τη τραγωδία, και ο προπάππους, με τις στρατιωτικές του γνώσεις και με το στήθος γεμάτο παράσημα, μέτρησε το ίδιο, πέντε κύματα βομβαρδισμού. Κατά το μεσημέρι, η μαθηματική λογική έγινε ακόμη πιο δύσκολη όταν εμφανίστηκε στο οικόπεδο με τρομερή ταχύτητα και συνέχεις κόρνες, το μπλε Φορντ του παππού. Γεμάτο σκόνη και στάχτη, το αυτοκίνητο φρέναρε στα σκαλιά της βεράντας και μερικά δευτερόλεπτα, εννέα, μήπως δεκαέξι, έμεινε με την μηχανή αναμμένη. Ο παππούς είχε ακουμπήσει το μέτωπό του στο τιμόνι ενώ η γιαγιά με ένα αγνώριστο πρόσωπο μάς φώναζε από το πίσω κάθισμα. Αντί για πούδρα και μέικαπ, στα μαγούλα, τα βλέφαρα και στο πιγούνι της είχε κάτσει μια στρώση γκρίζας σκόνη, που είχε χαρακωθεί από λεπτές γραμμές έτσι όπως είχαν πέσει τα δάκρυα και η μάσκαρα. Μετά κατέβηκαν και οι δυο, άρα δεν ήμασταν πλέον πέντε αλλά εφτά, κάποιοι κλαίγανε, άλλοι αγκαλιάζονταν, με τον Πετράκε να στριφογυρίζει στα πόδια μας και έχοντας όλοι τη σκέψη ότι θα μπορούσαμε να ήμασταν οκτώ εάν ο πατέρας δεν έλειπε στο πόλεμο. Η γιαγιά ήπιε νερό, απίστευτα πολύ νερό, και ο παππούς ζήτησε το δυνατό διπλής απόσταξης τσίπουρο και κατέβασε μονομιάς μερικά ποτηράκια. Μίλαγαν όλοι, ανήσυχοι, σε μια καταιγίδα χειρονομιών και απόψεων, αντιφατικά συνέχεια, η γιαγιά ανέφερε φρικτές σκηνές, τραγωδίες και καταστροφές, έλεγε ότι τώρα πια έχει καταλάβει ποια είναι η εικόνα της κόλασης, διότι η κόλαση είχε καταπέσει στο Βουκουρέστι. Ο παππούς δε, τρελαινόταν για το πόσο τυχεροί ήμασταν, αφού είχαμε γλιτώσει και είχαν γλιτώσει και τα σπίτια μας στην πόλη, ακόμη και το κοσμηματοπωλείο στο κέντρο, και πόσο τυχεροί ήμασταν που είχαμε τη φάρμα μας που μας πρόσφερε προστασία όπως πουθενά αλλού. Έλεγε πως οι Αμερικανοί δεν είναι ηλίθιοι να ρίξουν τις βόμβες τους σε ένα δάσος και ότι οι Γερμανοί δεν θα προλάβουν να χτίσουν χαρακώματα και αποθήκες εδώ γύρω. Αναγνωρίζω ότι εμένα, τεσσάρων ετών παιδί δεν με ενδιέφερε η μοίρα των σπιτιών μας, του μαγαζιού δίπλα στο Πανεπιστήμιο, ή των γερμανικών χαρακωμάτων αλλά είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό ακούγοντας αυτά που έλεγε η γιαγιά. Πως είχε δει, στην οδό Γκρίβιτσεϊ, ένα κομματιασμένο άλογο που είχε φτάσει από την δύναμη της έκρηξης σε ένα μπαλκόνι του τρίτου ορόφου. Μίλαγε ακόμη για την ιστορία των διδύμων αδελφών που είχαν τραυματιστεί σοβαρά και τους βρήκαν μέσα στα χαλάσματα. Έπαιρνε όρκο ότι τα αγάλματα και οι σταυροί του νεκροταφείου της Αγίας Παρασκευής είχαν τιναχθεί μέχρι τα χαλάσματα του Σιδηροδρομικού Σταθμού. Και όχι μόνο αυτά: είχε ακούσει για τους χιλιάδες πεθαμένους, αλλά και είχε δει εκατοντάδες ασημένια αεροπλάνα και δεκάδες φλεγόμενα κορμιά, άντρες και γυναίκες να καίγονται ζωντανοί, πάνω στη σκεπή του ξενοδοχείου «Σπλέντιντ». Στο επεισόδιο του νεκροταφείου, ο παππούς ήπιε ακόμη μια γουλιά από το τσίπουρό του, ήρεμα, και έφτασε στο συμπέρασμα ότι και εδώ κρυβόταν μια τύχη. Απευθυνότανε στη Μαριέττα, η οποία ακόμη φορούσε μαύρα, υπενθυμίζοντάς της ότι αυτός την έπεισε να θάψει το θειο Πάουλ στο κοιμητήριο Μπέλλου και όχι στο νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής. Ακούγοντας ή μη, αλλά μάλλον όχι, ο προπάππους έβηξε, σηκώθηκε έτσι στα καλά καθούμενα και άρχισε να περιγράψει το βομβαρδιστικό Β24. Και όπως είχε μάθει σε έναν άγονα μπιλιάρδου, από κάποιο συνταξιούχο συνταγματάρχη, το αεροπλάνο είχε τέσσερις μηχανές Pratt&Whitne, χιλίων διακοσίων κυβικών η κάθε μια, εννέα πολυβόλα και πλήρωμα δέκα ανδρών. Φαίνεται πως ζύγιζε είκοσι επτά τόνους και έπαιρνε στη κοιλιά του τρεις τόνους εκρηκτικά.

Βράδιαζε. Ο Πετράκε είχε κατέβει από την βεράντα και μύριζε τους λουλουδένιους θάμνους. Κατούρησε σε μια ρίζα και άρχισε να γαβγίζει. Και γάβγιζε. Χωρίς σταματιμό. Μέχρι να πάει η μάνα μου να δει ποιος είναι ο λόγος, και βρήκε μια αστραφτερή βόμβα με τη μουτσούνα καρφωμένη στο χώμα.

*

Ξαπλωμένος χύμα στο κρεββάτι, ακόμη γλαρωμένος από τον ύπνο, ο Αντρέι σκεφτόταν ότι οι μύγες έχουν κεφάλι από λάστιχο. Τις κοιτούσε να πέφτουν πάνω στα τζάμια χωρίς να λιποθυμάνε, ούτε καν να υποφέρουν, παρακολουθούσε κυρίως το ζιγκ-ζαγκ μιας γαλαζοπράσινης τεράστιας μύγας, ένα είδος κατάλληλο για εντομοτροφείο, όταν ένιωσε μια απαίσια μυρωδιά να του κόβει την ανάσα. Πετάχτηκε έξω από την πικέ κουβερτούλα, άνοιξε το παράθυρο και τέντωσε τη μύτη του προς το γλυκό αεράκι που κατέβαινε από το βουνό. Από το ύψος του μπαλκονιού, έβλεπες το δρόμο ξεκάθαρα, και έτσι δεν ήταν δύσκολο να διαπιστώσει ότι οι φίλοι του δεν ήταν κάπου εκεί γύρω. Ένα ζαλισμένο απόγευμα, λες και όλη η πόλη είχε πάρει υπνωτικά. Τα δέντρα ήταν ζαβλακωμένα, ένα πουλί ταλαντευόταν πάνω στη μάντρα, οι χήνες που σύχναζαν στην αυλή είχαν εξαφανιστεί, ένας Θεός ξέρει πού, και το σκυλί των γειτόνων από το ισόγειο, ο Γκρούιου, είχε ξαπλώσει δίπλα στη κορομηλιά όπου ήταν δεμένος. Κάπου κάτω στη κοιλάδα, φαινόταν σαν μια κουτσουλιά μια γυναίκα που ανέβαινε την ανηφόρα αργά αλλά με πείσμα, ισορροπώντας ανάμεσα σε δυο τεράστιες τσάντες με ψώνια. Την εξέτασε για λίγο καιρό από το παράθυρο αλλά επειδή η πρωινή δροσούλα δεν έπαιρνε χαμπάρι από την λεπτή πιζάμα που φορούσε, επέστρεψε στο κρεβάτι.

Ξυπόλητος, περπάτησε γρήγορα στο πάτωμα, αλλά δεν έγινε αντιληπτός. Βυθισμένος στη πολυθρόνα του, με τα γυαλιά στην άκρη της μύτης, ο προπάππους φαινόταν να έχει πέσει με τα μούτρα στο τετράδιο που είχε βρει εκείνο το πρωινό. Ένα κίτρινο τετράδιο το οποίο βρέθηκε τυχαία. Του το είχε δείξει δύο φορές όταν γύρισε από το σχολείο, κατά τις δύο η ώρα, όταν ο ήλιος είχε μπει στα σύννεφα, και από τότε διάβαζε χωρίς σταματημό, γυρνώντας αργά τις σελίδες, προσπαθώντας να βγάλει τα ξεβαμμένα μικρά γράμματα, καλυμμένα που και που με λεκέδες. Σαν να είχε τικ, γυρνούσε ξανά, με υπομονή, σε παραγράφους που γνώριζε από το πρώτο μέρος. Από το χαμένο ύφος του ογδοντάχρονου γέρου, θα μπορούσε κανείς να βγάλει το συμπέρασμα ότι η κλανιά είχε βγει από τη σόμπα ή από ένα συρτάρι του γραφείου, και σε καμία περίπτωση από την πρησμένη κοιλιά του. Και τα αέρια, μακριά από κάθε εργαστήριο χημείας, διατηρούσαν τα χαρακτηριστικά τους στο ήρεμο εκείνο απόγευμα του Οκτώβρη. Είχαν εισχωρήσει παντού, βρωμερά σαν το διοξείδιο του θείου, αόρατα, είχαν ποτίσει τα έπιπλα και τους τοίχους, είχαν τρυπήσει στις γωνίες και στα σκεπάσματα. Νικημένος από την μυρωδιά, ο Αντρέι σταμάτησε την προσπάθειά του να αναπνέει μέσα από το λεπτό ύφασμα του σεντονιού και έτρεξε στη κουζίνα. Όταν έβγαινε από την πόρτα, δυο νερουλά μάτια, περικυκλωμένα από ρυτίδες τον κοίταξαν πίσω από τους φακούς. Διψώ, του είπε το αγόρι για να δικαιολογηθεί.

Στο νεροχύτη είχαν μαζευτεί μερικά βρώμικα πιάτα, υπολείμματα του μεσημεριανού. Δεν βιάστηκε να τα πλύνει και έκοψε δυο φέτες ψωμί που τις πασάλειψε με μαρμελάδα. Οι μύγες συνέχιζαν και εκεί την τρελή πορεία τους πέρα-δώθε και έπεφταν στα τζάμια, η μαρμελάδα ήταν από κυδώνι, ένα κόκκινο φως κατέβαινε από τα βουνά στα δυτικά, και έτσι, ελαφρά, εκπληρώνονταν κάτι από τις προσδοκίες της οικογένειας που τον είχε αφήσει στα χέρια του προπάππου για ένα τρίμηνο, μήπως και του ανοίξει η όρεξη για φαγητό. Μετά από λίγο έσπρωξε με το χέρι τα πράγματα πάνω στο τραπέζι: το μπρίκι με το τσάι, την αλατιέρα, την κατσαρόλα με το κοκκινιστό, μια κουτάλα και μια καρτ ποστάλ την οποία είχε φέρει μια βδομάδα πριν ο ταχυδρόμος. Την είχε στείλει από το Περού μια άγνωστη, που δεν είχε μάθει ότι η προγιαγιά του, η Βετούρια, ξεκουράζεται εδώ και έξι χρόνια στο νεκροταφείο στην άκρη της πόλης. Στον άδειο χώρο, στο τραπέζι, έβγαλε από την σχολική τσάντα ό,τι είχε και δεν είχε, βιβλία και άλλα μικροπράγματα, και άνοιξε το κλασέρ, γεμάτο όχι με γραμματόσημα αλλά με φωτογραφίες ηθοποιών. Τρώγοντας μια μπουκιά ψωμί με μαρμελάδα, χαμογέλασε στον Σταλόνε, που τον κοιτούσε αγριεμένος με τα γάντια του μποξ κοντά στο πιγούνι, έτοιμος να του δώσει την χαριστική βολή. Έκρυψε μετά τη συλλογή με τις φωτογραφίες καλύπτοντας το κλασέρ με φύλο εφημερίδας, έγλυψε τη μαρμελάδα από τα δάχτυλά του και πέρασε στο μάθημα ιστορίας. Η ιδέα εκείνων των χωρικών, που ξεσηκώθηκαν, και στη Μπομπάλνα, στη μέση της απέραντης πεδιάδας, είχαν βάλει τα κάρα τους ασπίδα μπροστά σε ένα ολόκληρο στρατό, τον εντυπωσίασε. Ήταν σαν να λέμε ότι έκανε μια τρελή απόπειρα στο Βουκουρέστι, ανάμεσα στις πολυκατοικίες, και αντί να το βάλει στα πόδια, καθόταν πίσω από τους κάδους απορριμμάτων και περίμενε να αντιμετωπίσει τους αγριεμένους γείτονες στους οποίους είχε τρυπήσει τα λάστιχα των αυτοκίνητων. Τελικά κατάλαβε ότι αντί να κάθεται πάνω από το βιβλίο της ιστορίας και να μαυρίζει την καρδιά του με τη μοίρα των ξεσηκωμένων χωρικών, θα προτιμούσε να μάθει γιατί ο Γκρουίου, το σκυλί της γειτόνισσας γάβγιζε συνέχεια. Κοίταξε στην αυλή και είδε ότι η θεία Νούτσα, με τις επαναστατικές της θεωρίες περί εκτροφής ζώων, είχε αμολήσει το γουρούνι να τριγυρνάει και να τρέφεται ελεύθερα μες το κήπο.

Τότε χτύπησε το τηλέφωνο, και ο Αντρέι, με απορία, δεν άκουσε τον γερο όπως άλλες φορές να υπερηφανεύεται ότι είναι υγιέστατος, ότι ο μικρός τα πάει καταπληκτικά με τους καινούργιους καθηγητές και τα μαθήματα, να κλαίγεται ότι έχουν καθυστερήσει πάλι τη σύνταξή του και να κουτσομπολεύει διάφορα γεγονότα της γειτονιάς. Όπως ποτέ άλλη φορά, ο προπάππους μιλούσε χαμηλόφωνα και έκανε αρκετά διαλείμματα, ώστε έτσι ο μικρός, που δεν καταλάβαινε ούτε τις μισές λέξεις, πλησίασε στις μύτες των ποδιών αθόρυβα, προσέχοντας να μην ρίξει τίποτα στο πέρασμά του και κόλλησε το κεφάλι του στην πόρτα, στήριξε το κορμί του με τις παλάμες και έστησε αυτί. Και η ιστορία, την οποία άκουγε και η μαμά του στην άλλη άκρη της γραμμής, ξεκινούσε κάπου στις δέκα το πρωί, όταν ο γέρος είχε βουτήξει το βουρτσάκι σε ζεστό νερό, είχε απλώσει την κρεμά ξυρίσματος στα μάγουλά του και άρχιζε το ξύρισμα. Ήταν μια περίεργη ώρα διότι συνήθως ασχολιόταν με το μουστάκι του και με τα άσπρα αγκάθια από τα γένια του, ξημερώματα, μόλις τελείωνε το μπάνιο του. Μετά, αφού τα πράγματα ήρθαν όπως έπρεπε, στη υποχρεωτική σειρά των συμπτώσεων, ανακάλυψε ότι η ξυριστική μηχανή δεν λειτουργούσε. Με το πρόσωπο γεμάτο αφρό, άνοιξε το ντουλαπάκι του μπάνιου και ξεκίνησε να ψάχνει μέσα, ανάμεσα σε κουμπιά, κεριά, κλωστές, βελόνες, υπολείμματα από σαπούνια που τα κράταγε για ώρα ανάγκης, κουτιά και φακελάκια με φάρμακα, ψαλίδια, βούρτσες, μπουκαλάκια με οινόπνευμα και λεβάντα. Όταν προσπάθησε να πιάσει μια χτένα, την έσπρωξε κατά λάθος με τα δάχτυλα, καταφέρνοντας να δει πως ένα ξυραφάκι, μέσα στο περιτύλιγμα του από κόκκινο λεπτό χαρτί, είχε πέσει πίσω από το ντουλάπι σε ένα μικρό κενό. Εκεί δεν μπορούσε να ψάξει, γι’ αυτό σήκωσε το ντουλάπι από τα καρφιά που το κρατούσαν στο τοίχο και το έβαλε σε μια καρέκλα. Το άδειασε από όλα αυτά τα ψιλοπράγματα, του έβγαλε το μοναδικό ράφι και έφερε μια πένσα, ένα σφυρί και μια σπάτουλα για να αφαιρέσει τη ψηλή ξύλινη πλάτη. Με τρομερή έκπληξη είδε ότι το λεπτό φύλο ξεκόλλησε με το πρώτο άγγιγμα, και πίσω από αυτό υπήρχε μια άλλη πλάτη. Στο μικρό αυτό κενό, ανάμεσα σε σκόνη, αράχνες και το ξυραφάκι μέσα στο κόκκινο χαρτί ανακάλυψε ένα τετράδιο. Ένα τετράδιο με τσαλακωμένο εξώφυλλο, με τις σελίδες κυματισμένες από την υγρασία, με γραμμές μούχλας. Ένα κίτρινο τετράδιο, ψιθύρισε ο γέρος στο τηλέφωνο, όχι διότι αυτή η λεπτομέρεια ήταν μυστικό, αλλά εξαιτίας της συγκίνησης που του έκοψε τη φωνή. Και σώπασε, και του μικρού του φάνηκε να άκουσε και ένα στέναγμα, σαν σφύριγμα ή απαλό αεράκι. Μετά, η μητέρα του στο διαμέρισμα στο Βουκουρέστι και αυτός στο μεγάλο χολ του σπιτιού του προπάππου του, όπου βράδιαζε, έμαθαν σε ποιον άνηκε το τετράδιο, ένα πρόσωπο λατρεμένο απ’ όλους, διότι για εκείνη ήταν πατέρας, για τον μικρό παππούς και για τον γέρο, γιός του. Έτσι όπως ακουγόταν πίσω από την πόρτα οι σημειώσεις του Μαρτσέλ, από τη φωνή του πατέρα του, δεν έμοιαζαν με ημερολόγιο, αλλά με σκληρά απομνημονεύματα, μια σειρά ιστορίες γεμάτες πικρία, τρυφερότητα και ειρωνεία. Στο δωμάτιο δεν ήταν αναμμένο το φως, αλλά μέσα από την κλειδαρότρυπα αντί για ακτίνες φωτός, περνούσε ένας βαρύς αέρας που έκανε το σκοτάδι βαρύ. Το παιδί άκουσε φράσεις για ένα ατύχημα και μια εγχείριση που δεν είχε νόημα να γίνει, άκουσε επίσης για κάποια παράξενα επεισόδια, έναν αμερικανικό βομβαρδισμό και μια σύλληψη, μετά άναψε το φως και άρχισε να κάνει φασαρία. Αλλά όσο περίμενε , δεν τον φώναξαν στο τηλέφωνο.

Στην ώρα που συνήθως έψηναν ψωμί και το βουτύρωναν, ο προπάππους του είπε ότι δεν πεινάει. Δεν είχε όρεξη ούτε για ποδόσφαιρο, γι’ αυτό του ζήτησε να πάρει το ραδιόφωνο στη κουζίνα και να μην το βάλει δυνατά. Μασουλώντας κάτι μπισκοτάκια, ο Αντρέι ανατρίχιασε όταν ο ρεπόρτερ, στο τέλος ενός ιταλικού τραγουδιού ανακοίνωσε ότι περνάει το μικρόφωνο στους συναδέλφους τους στο στάδιο της οδού Στεφάν Τσελ Μάρε2, όπου στην ΟΥΕΦΑ, η Ντιναμό Βουκουρεστίου θα αντιμετώπιζε την Σπόρτινγκ Λισσαβόνας. Κάτω από το βουητό των κερκίδων και τη γρήγορη μετάδοση του αθλητικού ρεπόρτερ ξέχασε για ένα διάστημα να μασουλά, λες και η γεύση των μπισκότων δεν θα του επέτρεπε να αναγνωρίσει τα ονόματα των παικτών. Μετά μπήκε για τα καλά στην ατμόσφαιρα του παιχνιδιού, με τα χέρια να χτυπούν στο τραπέζι, με το ανώφελο ξέσπασμα όταν ο Ντεμολάρι έχασε την ευκαιρία ακριβώς μπροστά στο τέρμα, με την αγωνιά που χαρακτηρίζει έναν αληθινό οπαδό της Ντιναμό στις επιθέσεις των Πορτογάλων, με την απογοήτευση στα σουτ του Μόγκα και του Ντορινέλ Μουντεάνου, με το να τρώει συνέχεια τα νύχια του, με τις συγκινήσεις που του δημιούργησαν οι τρίπλες του Φίγκο, με την αγωνιώδη προσπάθεια του τερματοφύλακα Στέλεα, και με μια τεράστια κούραση στο τέλος του πρώτου ημιχρόνου. Στο διάλειμμα, όταν έτρεχαν μονότονα οι ειδήσεις και αυτός ανακάτευε με το κουταλάκι ένα ποτήρι σιρόπι, έφτασε από το δωμάτιο ένα παράξενο βήχας. Έκλεισε το ραδιόφωνο, και ο βήχας ακουγόταν σπαστικά και δεν έλεγε να σταματήσει. Μετά έγινε ακόμη πιο έντονος και γρήγορα μεταμορφώθηκε σε μια σειρά από σπασμούς. Ο πιτσιρικάς έμεινε με το κουτάλι στον αέρα, μέχρι που δεν άκουσε τίποτα πια, η απόλυτη σιωπή, μακριά, ενοχλητική. Αργότερα όταν ο προπάππους βγήκε στο χολ, ο Αντρέι νόμιζε ότι θα λιποθυμούσε. Ο γέρος δεν είχε πεθάνει, και η Ντιναμό, μετά από καθυστερήσεις, χάρη στα γκολ του Γκερστενμάυερ, είχε νικήσει την Σπόρτινγκ και την αποτελείωσε.

___________________________________________

1. Στις 4 Απριλίου 1944 το Βουκουρέστι βομβαρδίστηκε από την Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία (USAAF) και τη Βρετανική Βασιλική Πολεμική Αεροπορία (RAF).

2. Ο Στέφανος Γ΄ της Μολδαβίας (1433-1504) ή Στέφανος ο Μέγας ή Στέφανος ο Μέγας και Άγιος (ρουμανικά: Ştefan cel Mare, Ştefan cel Mare şi Sfânt) έμεινε στην ιστορία για τους μακρούς αγώνες του εναντίον των πολυάριθμων εχθρών της χώρας (Ούγγρων, Πολωνών, Οθωμανών, Τατάρων). Συνολικά έδωσε 36 μάχες εκ των οποίων κέρδισε τις 34.

 

Filip Florian © Mircea Struteanu
Filip Florian από τη Ρουμανία
Filip Florian. Γεννήθηκε το 1968 στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας. Σπούδασε Γεωλογία και Γεωφυσική στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου (1987-1990). Συντάκτης του πολιτιστικού περιοδικού «Cuvîntul» και στο Ράδιο Ελεύθερη Ευρώπη. Εξωτερικός συνεργάτης στην Deutsche Welle. Έχει πάρει μέρος σε πολυάριθμα φεστιβάλ λογοτεχνίας και εκθέσεις βιβλίων της Φρανκφούρτης, του Τορίνο, της Λειψίας, της Κωνσταντινούπολης, της Βαρσοβίας και της Βουδαπέστης. Συγγραφέας μυθιστορημάτων. Έχει εκδώσει πλήθος βιβλίων, μεταξύ των οποίων: Zilele regelui, μυθιστόρημα (Βουκουρέστι 2008); Băiuţeii, μυθιστόρημα (Βουκουρέστι 2006 και 2007), Degete mici, μυθιστόρημα (Βουκουρέστι 2005 και 2007). Σε γερμανική μετάφραση κυκλοφορεί το  μυθιστόρημά του Kleine Finger (Degete mici) (Φρανκφούρτη 2008). Για το πρώτο του μυθιστόρημα Degete mici διακρίθηκε με πολλά βραβεία, όπως το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων του πολιτιστικού περιοδικού România Literară (2005).

 

Μετάφραση του Georg Aescht
Georg Aescht, γεννήθηκε  το 1953 στο Zeiden Τρανσυλβανίας (Ρουμανία).  Μετά το πέρας των σπουδών του στη Γερμανική και Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο  Klausenburg/Cluj εργάστηκε ως δάσκαλος σε γερμανόφωνο Γυμνάσιο. Το  1984 μετανάστευσε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Αφού εργάστηκε επί επτά έτη ως διορθωτής σε τυπογραφείο,  πήρε τη θέση επιμελητή έκδοσης στο πολιτιστικό ίδρυμα Ostdeutscher Kulturratστη  Βόννη, όπου σήμερα επιμελείται το περιοδικό KulturpolitischeKorrespondenz. Παράλληλα με τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα, έχει  μεταφράσει πολυάριθμα βιβλία Ρουμάνων συγγραφέων (μεταξύ άλλων, των Ion Agârbiceanu, Carmen Francesca Banciu, Filip Florian, Norman Manea, Gellu Naum, Alexandru Papilian, Andrei Pleşu, Mihail Sebastian και Alexandru Vona), καθώς και έργα από τα γαλλικά στα γερμανικά και  έχει εργαστεί ως επιμελητής.