Το τόλμημα της μνήμης

Αποστρέφοντας και εστιάζοντας το βλέμμα
Τα Βαλκάνια αντιμετωπίζουν τη διαφορετικότητα με μεγαλύτερη ανοχή. Αλλά και με περισσότερη βία

Foto: Peter BusseFoto: Peter Busse

Ακόμη και κάποιος που δεν γνωρίζει τίποτε για τα Βαλκάνια, είναι βέβαιος για ένα πράγμα: στην περιοχή αυτή επιχωριάζουν η μισαλλοδοξία, ο εθνικισμός και το αυτιστικό σύστημα μικρών κρατιδίων. Άλλωστε, τα γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας φαίνεται πως προσέφεραν ικανή απόδειξη γι’ αυτή την πεποίθηση. Όλα τα εγκλήματα που χρεώθηκε ο εθνικισμός της Δύσης του 19ου και 20ού αιώνα, ιμπεριαλιστικός επεκτατισμός, καταπίεση, εκτοπισμοί και βίαιη αφομοίωση μειονοτήτων, διαπράχθηκαν για άλλη μια φορά, χάρη στον εθνικισμό, στα Βαλκάνια της δεκαετίας του 1990. Στερεότυπα, εθνικό μίσος, κρατική πολιτική ισχύος, αυτά που στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουμε επιτέλους αφήσει πίσω μας ύστερα από δύο παγκοσμίους πολέμους, επιβίωσαν προφανώς σε αυτόν τον περιχαρακωμένο, ελάχιστα ανεπτυγμένο χώρο, και αναδύθηκαν για άλλη μια φορά σε όλο τους το μεγαλείο τα τελευταία είκοσι χρόνια, με μια χαρακτηριστική καθυστέρηση.

Όποιος ασχοληθεί σε βάθος και δίχως προκαταλήψεις με την περιοχή των Βαλκανίων, θα αποκομίσει εμπειρίες που δύσκολα ταιριάζουν στην παραπάνω εικόνα. Πουθενά αλλού στην Ευρώπη, για παράδειγμα, οι άνθρωποι δεν μεταπηδούν από τη μία γλώσσα στην άλλη τόσο αυτονόητα όσο στα Βαλκάνια. Σε καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα, ένα τόσο μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν έχει συγγενείς στο εξωτερικό όσο στην Κροατία. Κι αυτό δεν είναι μόνο συνέπεια της φυγής του πληθυσμού και των εκτοπισμών. Δικαίως οι Βαλκάνιοι φημίζονται για τη φιλοξενία τους απέναντι στους ξένους. Στα χωριά και τις κωμοπόλεις των Βαλκανίων, καλλιεργείται ακόμη ανάμεσα στις διαφορετικές εθνότητες και τις θρησκευτικές ομάδες μια κουλτούρα ανταλλαγής επισκέψεων αλλά και, προπαντός σε θρησκευτικές εορτές, ανταλλαγής ευχών, έθιμο για παράδειγμα εντελώς άγνωστο ανάμεσα στους προτεστάντες και τους καθολικούς της Γερμανίας. Ακόμη και ο θεσμός των μαθητικών ανταλλαγών, που μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καθιερώθηκε γιατί θα έφερνε, υποτίθεται, πιο κοντά τους Γερμανούς και τους Γάλλους, στη Βοσνία γνωρίζει πολύ παλαιότερη παράδοση: οι γονείς έδιναν από τον 19ο αιώνα κιόλας τα παιδιά τους για ένα χρόνο σε μια οικογένεια της άλλης εθνικότητας, προκειμένου αυτά να έρθουν σε επαφή με ξένες συνήθειες και νοοτροπίες.

Σταυροδρόμι των θρησκειών του κόσμου

Ταξιδεύοντας στο σταυροδρόμι των δύο θρησκειών, του Χριστιανισμού και του Ισλάμ, συναντά κανείς πολύ λιγότερο τη σύγκρουση πολιτισμών και πολύ περισσότερο έναν ιδιότυπο συγκρητισμό. Σε κάποιες περιοχές του Κοσόβου και της πΓΔΜ συνηθίζεται μέχρι τις μέρες μας να δίνουν στα παιδιά τους δύο ονόματα: ένα χριστιανικό και ένα μουσουλμανικό. Ιερά Εξέταση δεν είχαμε ποτέ σε κανένα σημείο της Ανατολικής Ευρώπης. Εκεί όπου οι πολιτισμικές διαφορές απαιτούν στ’ αλήθεια ανοχή, ανοχή υπάρχει. Σε μια χώρα όπως η Σερβία, που έγινε γνωστή ως το επίκεντρο του εθνικοσοσιαλισμού, η συνύπαρξη με τους Ρομά λειτουργεί πολύ καλύτερα απ’ ό,τι στην Τσεχία ή τη Γαλλία. Ακόμη και η ακραία εθνικιστική παράταξη επέτρεπε τακτικά στις εκλογικές της συγκεντρώσεις την παρουσία ενός εκπροσώπου των Ρομά, ο οποίος μάλιστα επευφημούνταν από το πλήθος.

Παρ’ όλα αυτά, οι πόλεμοι της δεκαετίας του 1990 είναι γεγονός, και διεξήχθησαν ανάμεσα σε εθνότητες, όχι ανάμεσα σε διαφορετικές ιδεολογίες ή τάξεις. Πώς συνάδει λοιπόν αυτό το γεγονός με την πολιτισμική ανοχή που αναφέραμε;

Όποιος θέλει να κατανοήσει την αντίφαση, θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να ανατρέξει στη συζήτηση περί «πολυπολιτισμικότητας», όπως αυτή έγινε στη Δύση της δεκαετίας του 1980. Στις ΗΠΑ είχαν αναπτύξει την πρακτική να αγνοούν ει δυνατόν τις όποιες εθνικές και πολιτισμικές ή και φυλετικές διαφορές. Τώρα λοιπόν, ο Καναδός Charles Taylor, ορμώμενος από την εμπειρία στη δική του χώρα, ζητούσε ακριβώς το αντίθετο: Να εστιάσουν σε αυτές. Η βάση για μια λειτουργική συμβίωση δεν είναι, ισχυριζόταν ο Καναδός στοχαστής, η αδιαφορία απέναντι στην ιδιαιτερότητα του άλλου, αλλά αντίθετα η αναγνώρισή της. Ένας σεβασμός που προϋποθέτει ότι ο πλησίον μας θα απαλλαγεί κατά τρόπο αφύσικο των κοινωνικών αναφορών του, δεν μπορεί σύμφωνα με τον Taylor να έχει διάρκεια.

Πώς αντιμετωπίζουμε τους ξένους;

Γνωρίζουμε το πρόβλημα από την καθημερινή συναναστροφή μας: Πώς αντιδρούμε απέναντι στο ξένο, για παράδειγμα απέναντι σε έναν άνθρωπο που μας εκπλήσσει η εμφάνισή του; Γυρίζουμε να τον κοιτάξουμε ή αποστρέφουμε το βλέμμα; Ρωτάμε ποτέ έναν γερμανόφωνο με ασιατικά χαρακτηριστικά πώς εξηγείται η εμφανής αντίθεση [καταγωγής και γλώσσας]; Κάνουμε κουβέντα σε άτομα με ειδικές ανάγκες για την αναπηρία τους και ζητάμε να μάθουμε με ενδιαφέρον πώς είναι να ζεις με αυτήν; Ή μήπως φερόμαστε σαν να μην έχουμε καν προσέξει την αναπηρία τους;

Στην καθημερινή συναναστροφή με τους άλλους, η απάντηση εξαρτάται πάντα από τις συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες, το χαρακτήρα μας και την ευαισθησία μας. Σε ένα πιο θεωρητικό επίπεδο όμως, στη σφαίρα της ηθικής ή της πολιτικής, η λήψη αποφάσεων με καθολική ισχύ δεν μπορεί να αποφευχθεί. Στη Δυτική Ευρώπη αναπτύχθηκε έτσι μέσα στους αιώνες η κουλτούρα της αποστροφής του βλέμματος, ενώ αντίθετα στην Ανατολική Ευρώπη της εστίασής του. Καθεμία από αυτές τις κουλτούρες έχει αντίκτυπο στην καθημερινή συμπεριφορά. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται στην Ανατολή το ξένο, θεωρείται στη Δύση άγαρμπος, υπερβολικά ευθύς, αλλά και φυσικός και εγκάρδιος. Ενώ στην Ανατολή, η αποστροφή του βλέμματος μπροστά στην ιδιαιτερότητα του άλλου εκλαμβάνεται μεν ως διακριτική και πολιτισμένη στάση, αλλά και ως αφύσικη και ανάλγητη συμπεριφορά.

Ηθικά η αδιαφορία απέναντι στη διαφορετικότητα αιτιολογείται συχνά με βάση τα ιδανικά της αστικής επανάστασης. Ωστόσο η δυτική κουλτούρα της αποστροφής του βλέμματος και η εξύμνηση της ισότητας δεν γεννήθηκαν από τη Γαλλική Επανάσταση με την égalité και τα ανθρώπινα δικαιώματά της. Σπέρματα αυτών ανιχνεύονται ήδη στην απολυταρχία. Ο «Θεός του Ήλιου» φώτιζε όλους τους υπηκόους του το ίδιο, ανεξάρτητα της καταγωγής και της τάξης τους. Ακόμη κι εκεί υπήρχε ένα στοιχείο ισότητας και υποβιβασμού της διαφορετικότητας, το οποίο οι Ιακωβίνοι απλώς τελειοποίησαν. Η σύγχρονη κρατική διοίκηση, που άρχισε να διαμορφώνεται στη Γαλλία του 17ου αιώνα, λειτουργούσε με μετρήσιμα μεγέθη. Απεχθανόταν κάθε είδους ιδιαιτερότητα, όπως τα ειδικά δικαιώματα. Οι εθνικές και γλωσσικές διαφορές δεν έπαιζαν κανένα ρόλο. Ο βασιλιάς αδιαφορούσε πλήρως σε ποια γλώσσα θα σιωπούσαν οι υπήκοοί του.

Μια αύρα συλλογικότητας και ισότητας

Στις αυτοκρατορίες της ευρωπαϊκής Ανατολής, η απολυταρχία ποτέ δεν επικράτησε. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που κυριαρχούσε πάνω από 500 χρόνια μέχρι το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε ένα μεγάλο τμήμα των Βαλκανίων, διέκρινε τους υπηκόους της σύμφωνα με το θρήσκευμά τους, και κατέστησε τη διάκριση αυτή κριτήριο για την κατανομή δικαιωμάτων. Οι μουσουλμάνοι, οι εβραίοι και οι χριστιανοί αποτελούσαν ξεχωριστές θρησκευτικές ενότητες. Δεν απολάμβαναν τα ίδια δικαιώματα: οι χριστιανοί πλήρωναν μεγαλύτερους φόρους από τους μουσουλμάνους και επιπλέον έπρεπε να διακρίνονται από τους δεύτερους φορώντας π.χ. συγκεκριμένα ρούχα. Αλλά και οι μουσουλμάνοι υποβάλλονταν σε ειδικές απαγορεύσεις, έτσι ώστε πέρα και πάνω από το σύστημα να αιωρείται μια υπόνοια συλλογικής ισότητας, κάτι παρόμοιο με το δόγμα του Separate-but-equal του αμερικανικού Νότου. Ο διαχωρισμός του λαού σε θρησκευτικές κοινότητες ήταν μια μέθοδος άσκησης εξουσίας: οι υπόδουλοι λαοί διατηρούσαν τις αυτόνομες δομές τους, προκειμένου να δεχθούν την είσπραξη φόρων από την Υψηλή Πύλη.

Η Αυστρία, που κατέλαβε το άλλο μισό των Βαλκανίων, δεν έμεινε βέβαια ανεπηρέαστη από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Παρ’ όλα αυτά, οι Αψβούργοι, εξαιτίας του δικαιολογημένου φόβου τους απέναντι στους κινδύνους της ισότητας, δίστασαν να προχωρήσουν σε έναν ρηξικέλευθο εκμοντερνισμό, όπως εκείνον της Γαλλίας ή της Πρωσίας του Φρειδερίκου του Μέγα. Η Μαρία Θειρεσία εισήγαγε τη γενική υποχρεωτική εκπαίδευση, επέμεινε όμως το μάθημα να γίνεται στην εκάστοτε μητρική γλώσσα της κάθε πληθυσμιακής ομάδας. Αυτό που σήμερα φαντάζει σ’ εμάς προοδευτικό, τότε ήταν συντηρητικό. Ένας λαός που στο σύνολό του θα μιλούσε ή θα έγγραφε στη γερμανική ή τη λατινική γλώσσα, απειλούσε να αναδείξει μια επικίνδυνη, μορφωμένη αστική τάξη. Αν όμως τα παιδιά μάθαιναν ουκρανικά, σλοβένικα ή ρουμάνικα στο σχολείο, τότε στη Βιέννη μπορούσαν να μείνουν ήσυχοι ότι ο ορίζοντας αυτών των παιδιών δεν θα ξεπερνούσε ποτέ τον στενό τους περίγυρο. Το ίδιο και ο αυστριακός δρόμος υπαγορεύτηκε από το συμφέρον διατήρησης της εξουσίας. Το δόγμα του «διαίρει και βασίλευε» απέδωσε καρπούς όταν το 1848 η βιεννέζικη Αυλή στρατολόγησε τους Κροάτες για την κατάπνιξη της εξέγερσης των Ούγγρων Φιλελευθέρων. Εάν όλοι οι φιλελεύθεροι της Αυτοκρατορίας αισθάνονταν πως ανήκαν σε ένα και μοναδικό έθνος, θα συμμαχούσαν εναντίον του Αυτοκράτορα.

Στα πλουσιότερα, πιο σύγχρονα κράτη της Δύσης, τον 18ο και 19ο αιώνα, κυριαρχούσε η ισοπέδωση και εξομοίωση εθνοτικών και γλωσσικών διαφορών, με στόχο πάντως τη δημιουργία μιας κοινωνίας ίσων ατόμων. Στις αυτοκρατορίες της Ανατολής, αντίθετα, οι διαφορές αυτές πολιτικοποιούνταν συστηματικά. Αργότερα ορισμένα κράτη της περιοχής προσπάθησαν να ακολουθήσουν καθυστερημένα το δυτικό δρόμο – όπως η Ρουμανία μετά το 1920, όταν αίφνης βρέθηκε να είναι ένα πολυεθνικό κράτος, ή η Γιουγκοσλαβία μετά το 1929. Οι προσπάθειες αυτές όμως είχαν αργήσει να γίνουν. Η Τουρκία, που ποτέ δεν εγκατέλειψε την οδό του εθνικά καθαρού κράτους, παλεύει σήμερα ακόμη με τις συνέπειες αυτής της επιλογής. Οι τρεις «γαλλικίζουσες» χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης (Ρουμανία, Ελλάδα, Τουρκία) δεν μπόρεσαν και δεν θέλησαν, σε αντίθεση με το πρότυπο της Γαλλίας, να επανορθώσουν για τη μη αναγνώριση πολιτιστικών μειονοτήτων με σεβασμό προς το άτομο. Έδειχναν σαν να αδιαφορούσαν, αλλά στην πραγματικότητα στύλωναν το βλέμμα τους στις μειονότητες, όχι για να τις εξομοιώσουν, αλλά για να τις απαξιώσουν εσκεμμένα.

Κανένα κράτος στην Ευρώπη δεν άσκησε σε τόσο μεγάλο βαθμό την πολιτικοποίηση της διαφορετικότητας όσο η κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία. Η χώρα αυτή δεν κατέρρευσε εξαιτίας της εξομοίωσης, αλλά εξαιτίας ακριβώς του αντίθετού της. Ο εθνοτικός-θρησκευτικός κατακερματισμός σε όλους τους τομείς της ζωής μετέτρεψε τις αλλοτινές θρησκευτικές ενότητες σε de facto ανταγωνιστικές ομάδες, οι οποίες μέσα στο επιβληθέν σύστημα εθνοτικής ισορροπίας βρίσκονταν διαρκώς αντιμέτωποι με ένα εύθραυστο ισοζύγιο αντικρουόμενων μεταξύ τους συμφερόντων. Όταν αυτός ο περιορισμός άρθηκε με τις πρώτες γενικές εκλογές και την εισαγωγή της αρχής της πλειοψηφίας, τα κόμματα των διαφόρων εθνικών ομάδων βρέθηκαν αντίπαλα σε όλα. Επειδή όμως τα έθνη έχουν μονάχα ένα γυμνό συμφέρον να προασπίσουν και όχι κάτι χειροπιαστό για το οποίο να πολεμήσουν, ύστερα από κάποιο διάστημα οδηγήθηκαν αναπόφευκτα στον πόλεμο.

Το ζητούμενο είναι η ταυτότητα, όχι η διαφορετικότητα

Ξένοι επισκέπτες των Βαλκανίων συχνά έχουν επισημάνει ότι οι διαφορές, που τόσο αιματηρά λύθηκαν, δεν φάνταζαν στα μάτια τους τόσο έντονες. Και δεν είναι. Όταν τα «έθνη» βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, δεν χρειάζεται πλέον να αποδείξουν την ύπαρξή τους καλλιεργώντας τις πολιτισμικές τους διαφορές. Το γεγονός ότι πολιτικά βρίσκονται σε αντιπαράθεση δημιουργεί ήδη αρκετά μεγάλο χάσμα μεταξύ τους. Το ζήτημα τελικά σε αυτό το σύστημα δεν είναι η διαφορετικότητα –στην οποία άλλωστε το σύστημα βασίζεται- αλλά αποκλειστικά και μόνο η ταυτότητα. Αρκεί το γεγονός ότι ο Άλλος είναι άλλος, διαφορετικός. Όπως και σε ένα διαγωνισμό για μια θέση εργασίας φοβάμαι εκείνους τους υποψήφιους που μοιάζουν περισσότερο σε εμένα. Η εχθρότητα και η πολιτισμική εγγύτητα κάλλιστα συμβαδίζουν, όπως και η ανοχή δεν άρει την αντιπαλότητα. Όταν μεταξύ του 1992 και του 1995, στη Βοσνία πολεμούσαν μεταξύ τους μη καθολικοί Κροάτες, μη ορθόδοξοι Σέρβοι και μη ισλαμιστές Βόσνιοι, δεν επιδείκνυαν τη διαφορετικότητά τους, αλλά πολεμούσαν για το συμφέρον τους και μόνο.

Ο προσεκτικός παρατηρητής θα διακρίνει και σήμερα, μετά τα χρόνια του πολέμου, αυτό το ιδιαίτερο πνεύμα ανοχής και σεβασμού απέναντι στις πολιτισμικές διαφορές στα Βαλκάνια. Όποιος πιστεύει όμως ότι το πνεύμα αυτό προστατεύει από τον πόλεμο, σφάλλει. Το άφθονο κήρυγμα πολυεθνικής συνεννόησης, που πολυάριθμα δυτικά ιδρύματα και ΜΚΟ κάνουν μετά τους πολέμους στις βαλκανικές κοινωνίες, είναι σίγουρα καλοπροαίρετο και αναμφισβήτητα δεν βλάπτει, ακόμη και αν πρέπει κανείς να διερωτηθεί ποιος ανήκει πίσω από την έδρα και ποιος στο θρανίο. Ως μέτρο πρόληψης όμως κατά του πολέμου, το όλο εγχείρημα είναι σε κάθε περίπτωση μια λάθος επένδυση.

Σήμερα, οι συγκρούσεις δεν είναι πια επικίνδυνες να επεκταθούν. Από τα πολυεθνικά βασίλεια ξεπήδησαν εθνικά κράτη, και από τις εθνοτικές ομάδες γεννήθηκαν ή θα γεννηθούν έθνη υπό τη δυτική έννοια του αστικού κράτους. Εκείνο που απέμεινε από την εποχή των πολυεθνικών κρατών είναι οι ιεραρχίες κύρους, οι οποίες εξακολουθούν να υποθάλπουν σήμερα κάθε πολιτική αντιπαράθεση και να την τροφοδοτούν με μίσος. Ιεραρχίες εθνικού κύρους γνωρίζουμε και από τη Δυτική Ευρώπη: προκύπτουν από το μορφωτικό επίπεδο και τον πλούτο ενός έθνους. Εξ ου και η καλλιεργημένη Γαλλία και η εύπορη Γερμανία ήταν για πολύ καιρό ισοδύναμες.

Στα Βαλκάνια και στην Κεντρική Ευρώπη, τα κριτήρια δεν είναι αστικής, αλλά φεουδαρχικής προέλευσης. Στην κορυφή της ιεραρχίας βρίσκονται τα έθνη που διαμόρφωσαν κράτη. Αυτά, την εποχή των πολυεθνικών αυτοκρατοριών ήταν όχι μόνο οι (αυστριακοί) Γερμανοί και οι Τούρκοι, αλλά σύντομα και οι Σέρβοι και οι Έλληνες, που από τις αρχές κιόλας του 19ου αιώνα έγιναν φορείς αυτόνομων κρατών χάρη στους απελευθερωτικούς αγώνες που έτυχαν παγκόσμιας προσοχής. Παρότι δεν φτάνει καμία δυτική χώρα σε μορφωτικό επίπεδο και πλούτο, η Τουρκία απολαμβάνει στα Βαλκάνια σήμερα ακόμη μεγάλο κύρος ως διαχειρίστρια της κληρονομιάς της πάλαι ποτέ Αυτοκρατορίας των μουσουλμάνων και όχι μόνο.

Ακολουθούν, σε δεύτερη θέση, τα «ιστορικά έθνη». Ως ιστορικά έθνη, στη μοναρχία των Αψβούργων, χαρακτηρίζονται τα έθνη που έχουν δικό τους ηγεμονικό οίκο, ο οποίος κάποτε είχε ένα βασίλειο, και αργότερα, περιήλθε υπό την κυριαρχία του αυτοκρατορικού στέμματος, αν και διατηρώντας ορισμένα «ιστορικά» δικαιώματα. Αυτό ίσχυε κυρίως για τους Ούγγρους που στο τέλος συνδέονταν με τους Αψβούργους μόνο μέσω του Αυτοκράτορα. «Ιστορικά έθνη» με «παλαιά» (και φυσικά αμφισβητούμενα) δικαιώματα ήταν όμως και οι Βοημοί και οι Κροάτες, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία επίσης οι Έλληνες, οι Σέρβοι, οι Μαυροβούνιοι και οι Ρουμάνοι.

Ο περήφανος, ανυπότακτος λαός

Στη βάση της ιεραρχίας, τέλος, βρίσκονταν οι λαοί δίχως ιστορία, όπως τους ονόμασε ο Χέγκελ: ομάδες, που η συνοχή τους διατηρήθηκε όχι με βάση κάποια αυτοκρατορική ή κρατική ιστορία, αλλά αποκλειστικά χάρη στη γλώσσα και τα έθιμα και ίσως τη θρησκεία ή κάποιον εθνικό μύθο. Σε αυτές συγκαταλέγονται η Σλοβενία και η Σλοβακία, οι Βόσνιοι μουσουλμάνοι, οι Βούλγαροι και οι Αλβανοί. Το γεγονός, π.χ., ότι στη Σλοβενία το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι το διπλάσιο του κροατικού, δεν μειώνει το αίσθημα ανωτερότητας του Ζάγκρεμπ: Για τους συνειδητοποιημένους Κροάτες οι γείτονές τους δεν είναι παρά ένας λαός μικροκαλλιεργητών που έτυχε να πλουτίσει. Επίσης, ο σεβασμός και ο φόβος που συναντάμε παντού στη Σερβία, δεν είναι απότοκοι του τελευταίου πολέμου. Η Σερβία επί έναν αιώνα θεωρείτο για τους Σλάβους του Βασιλείου των Αψβούργων ο περήφανος, ανυπότακτος λαός, που ευχαρίστως θα τον μιμούνταν, αν είχαν το θάρρος.

Το γεγονός ότι τα νέα έθνη της νοτιοανατολικής Ευρώπης θα αναπληρώσουν κάποια στιγμή τις αντιπαραθέσεις των δυτικοευρωπαϊκών κρατών από την εποχή του ιμπεριαλισμού, δεν χρειάζεται να το φοβάται κανείς. Το μόνο που θέλησαν στους διαιρετικούς πολέμους τους ήταν να ιδιοποιηθούν ένα δοκιμασμένο οργανωτικό σύστημα κράτους, συγκεκριμένα εθνικού κράτους. Το οποίο τώρα το έχουν. Η εχθρότητα και η προκατάληψη είναι πλέον περιττά. Η πικρία που άφησε πίσω της η εμπειρία του τελευταίου πολέμου θα έχει ξεπεραστεί το πολύ ύστερα από μία γενιά. Αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύεται, τα βαλκανικά έθνη δεν τρέφουν το ένα για το άλλο τόσο παγιωμένα στερεότυπα όσο εκείνα που έχουν τα δυτικά έθνη. Ακόμη και για τους σύγχρονους Γερμανούς αρκεί συχνά μια κληρονομημένη ή επίκτητη προκατάληψη, θεριεμένη ίσως από μια φευγαλέα εμπειρία διακοπών, ώστε να θεωρήσουν τους Γάλλους συλλήβδην «υπερόπτες» ή «ψηλομύτηδες». Στα Βαλκάνια, κάτι τέτοιο δεν ακούστηκε ούτε καν εν μέσω του πολέμου. Κι αυτό απλούστατα επειδή οι κάτοικοί τους γνωρίζονται καλύτερα μεταξύ τους.

O Norbert Mappes-Niedeck (γεν. 1953) εργάζεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ως ανταποκριτής της Νοτιοανατολικής Ευρώπης για διάφορα μέσα ενημέρωσης της Γερμανίας, μεταξύ των οποίων η εφημερίδα Die Zeit και ο ραδιοφωνικός σταθμός Deutschlandfunk.