Γρήγορη πρόσβαση:
Απευθείας μετάβαση στο περιεχόμενο (Alt 1)Απευθείας μετάβαση στη δευτερεύουσα πλοήγηση (Alt 3)Απευθείας μετάβαση στην κύρια πλοήγηση (Alt 2)

Η Anke Stelling για τη φροντιδα:
Προκειται για τεραστιο προβλημα. Τελεια και παυλα

Schriftstellerin Anke Stelling über die Vereinbarkeit von Literatur und Familie
Η συγγραφέας Anke Stelling για το εάν συνδυάζεται η λογοτεχνία και η οικογένεια. | Φωτ.: © Nane Diehl

Στο μυθιστόρημά της Bodentiefe Fenster [«Παράθυρα ως το πάτωμα»] στήνει ένα μνημείο για τις μητέρες με καυστικό ύφος. Στο Fürsorge [«Φροντίδα»] αφηγείται την ιστορία μιας αιμομικτικής αγάπης ανάμεσα σε μια χορεύτρια και το γιο της, κάνοντας συνδέσεις με τις σκοτεινές πλευρές των «φυσιολογικών» περιπτώσεων μητρότητας. Επομένως, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να κουβεντιάσει κανείς με τη συγγραφέα Anke Stelling για τις τρομακτικές πτυχές αυτού που ονομάζουμε φροντίδα, αλλά και να τη ρωτήσει για το πώς φαντάζεται η ίδια την ιδανική συμβίωση.

Για τη συγγραφική δραστηριότητα και τη ζωή της θα μιλήσουμε –φυσικά!– στο Πρέντσλαουερ Μπεργκ του Βερολίνου, όπου η Anke Stelling ζει με την οικογένειά της. Ωστόσο, θα συναντηθούμε στο γραφείο της, στο διαμέρισμα ενός φίλου της. Πρόκειται για ένα στενό δωμάτιο-ξενώνα με ένα μικρό γραφείο – πολύ λιτό, αλλά ήσυχο. Η οικογένεια είναι πολύ μακριά. Στη συζήτηση θα αναφερθούμε πολύ στη φροντίδα, έναν τομέα της προσωπικής και της επαγγελματικής ζωής που ακόμη και σήμερα αναλαμβάνουν κυρίως οι γυναίκες – σχεδόν πάντα αμισθί: δηλαδή είναι εκεί για κάποιους άλλους, τους φροντίζουν, τους προσέχουν, τους ανατρέφουν και μάλιστα σε όλα τα επίπεδα: τόσο το πρακτικό όσο και το ψυχολογικό.
 
Κυρία Stelling, στο Bodentiefe Fenster το θέμα είναι οι μητέρες και η αποτυχία τους. Η πρωταγωνίστρια (που αφηγείται σε α΄ πρόσωπο) καταλήγει να παθαίνει burnout, ενώ όλες οι μητέρες του μυθιστορήματος επιτρέπουν στους συντρόφους και τα παιδιά τους να τις εκμεταλλεύονται χωρίς να έχει καμιά τους σοβαρό επάγγελμα. Εσείς πώς καταφέρνετε, ενώ έχετε τρία παιδιά, να γράφετε επιτυχημένα μυθιστορήματα;

 
…επιτυχημένα μυθιστορήματα;
 
Ναι! Γιατί, δεν είναι; Ας πούμε όμως απλώς «μυθιστορήματα», το ίδιο κάνει.
 
Όχι, δεν κάνει το ίδιο, ειδικά από τη στιγμή που θέσατε το ζήτημα της αποτυχίας. Το αν γνωρίζει κανείς επιτυχία ή αν αποτυγχάνει έχει ασφαλώς να κάνει με τις εξωτερικές συνθήκες. Όσο για το πώς τα καταφέρνω να γράφω μυθιστορήματα, αυτό φαίνεται και σε μένα … περίεργο; Δηλαδή το πώς τα καταφέρνω στην πράξη, ούτε η ίδια ξέρω να το εξηγήσω επακριβώς. Υπάρχουν φυσικά κάποιες λέξεις-κλειδιά γι’ αυτό. Και πιο συγκεκριμένα, εκείνο το ψέμα περί συνδυασμού. Το οποίο πίστεψα κι εγώ σε υπερβολικό βαθμό. Εννοώ στην ιδέα ότι μπορεί κανείς να καταφέρει και να προλάβει τα πάντα. Παρόλο που είχα μια μητέρα που προσπαθούσε να συμβιβάσει την οικογένεια και την καριέρα, και την είδα να αποτυγχάνει σ’ εκείνη της την προσπάθεια. Τώρα βλέπω τον εαυτό μου να αποτυγχάνει, όπως και τις γυναίκες γύρω μου…
 
Βλέπετε να αποτυγχάνετε; Εδώ θα διαφωνήσω μαζί σας.
 
Το γεγονός ότι τελικά λειτουργεί με κάποιον τρόπο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ζω στο Βερολίνο. Εδώ μπορούσα να στείλω τα παιδιά μου από ενός έτους στον παιδικό σταθμό. Ύστερα είναι και ο άντρας μου καλλιτέχνης. Έτσι, δεν διέτρεξα ποτέ τον κίνδυνο να σταματήσω [να δουλεύω] για να ζω από το εισόδημά του.Στα μυθιστορήματά σας λέτε ότι η φροντίδα των παιδιών κρύβε

«ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΠΑΙΔΙΑ;»

Στα μυθιστορήματά σας λέτε ότι η φροντίδα των παιδιών κρύβει σκοτεινές πλευρές. Στο Fürsorge φτάνετε στα άκρα την άποψη αυτή, με την αιμομιξία.
 

Το Fürsorge ήταν μια ανάθεση: η σχέση την οποία διατηρούν οι δύο χαρακτήρες ήταν δοσμένη. Εγώ έπρεπε να αναρωτηθώ: γιατί είναι ενδιαφέρουσα αυτή η σχέση; Έχει να κάνει καθόλου με μένα και από ποια άποψη; Έτσι μπήκε στην ιστορία η έγνοια, η φροντίδα, το «να φροντίζεις τον εαυτό σου». Χαίρομαι για τη συγκεκριμένη ανάθεση, επειδή δεν ξέρω αν θα κατάφερνα να υπερβώ αυτό το όριο-ταμπού χωρίς αυτήν, αν θα συνειδητοποιούσα από μόνη μου ότι πρόκειται για ένα πολύ διαφωτιστικό σύμπλεγμα σε ό,τι αφορά τα ερωτήματα που με ταλανίζουν: όχι μόνο οι κουραστικές, αλλά και οι τρομακτικές πτυχές της μητρότητας και της φροντίδας, οι παραβιάσεις ορίων, η κατάχρηση εξουσίας, η βία. Όταν γράφω προσπαθώ να συλλάβω με κάποιον τρόπο τέτοιου είδους φαινόμενα. Την ίδια στιγμή, δεν θεωρώ ότι είμαι η αρμόδια να βρω απαντήσεις που αφορούν όλη την κοινωνία. Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν; Καλύτερα όχι άλλα παιδιά; Να πάμε σε ένα κιμπούτς; Να αφήσουμε τα παιδιά να διαπαιδαγωγηθούν μόνα τους; Να τα αφήσουμε όλα στα χέρια του κράτους; Να τα ιδιωτικοποιήσουμε όλα οριστικά;
 
Φαντάζεστε ένα μοντέλο επιτυχημένης συμβίωσης ή όχι;
 
Το σκηνικό στο Bodentiefe Fenster είναι στην ουσία μια πιθανή απάντηση: δηλαδή όχι η πυρηνική οικογένεια, αλλά μεγαλύτερες συσπειρώσεις, ένα κοινόβιο. Για μια τέτοια ουτοπία κοινοτικής ζωής μιλάω στο μυθιστόρημα. Άλλωστε ζω η ίδια σε ένα κοινόβιο όπου εκπροσωπούνται πολλές γενιές. Το βρίσκω μια χαρά, αλλά έχω γνωρίσει και απογοητεύσεις.

«Κατα τη γνωμη μου, η πυρηνικη οικογενεια δεν ειναι καλο συστημα»

Τόσο φρικτό είναι, αλήθεια;
 

Όχι, πολύ περισσότερο! (γελάει) Όμως, αυτό ακριβώς εννοώ: δεν έχω απαντήσεις. Περιγράφω. Κατά τη γνώμη μου, η πυρηνική οικογένεια δεν είναι καλό σύστημα. Αντίθετα προκαλεί πολύ πόνο. Αλλά το να πιστεύεις ότι η λύση είναι το κοινόβιο και να μη σηκώνεις αντιρρήσεις πάνω σ’ αυτό… Δεν πάει έτσι. Κι αυτό το ξέρουν κατά βάθος όλοι: ότι η επιβεβλημένη έλλειψη κριτικής, προκειμένου να προστατέψουμε μια ιδέα, οδηγεί κατευθείαν στο αντίθετο αποτέλεσμα. Στην παράλυση και στην καταστροφή μιας αρχικά καλής ιδέας.
 
Άρα όχι στα κοινόβια;
 
Κι όμως! Όχι όμως σαν πανάκεια. Θυμάμαι μια εκδήλωση που είχε κάνει η Sarah Diehl για το βιβλίο της Die Uhr, die nicht tickt. Είπε ότι ο ισχυρισμός πως μόνο η βιολογική μητρότητα χαρίζει σε μια γυναίκα το ρόλο της μητέρας είναι σαχλαμάρα. Κι ότι τα μοντέλα διαβίωσης, όπου την ανατροφή των παιδιών μοιράζονται περισσότεροι από δύο ενήλικες, είναι το μέλλον. Κι ύστερα έπλεξε λιγάκι το εγκώμιο των κοινοβίων. Εκεί δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ και είπα: «Προσοχή με τις προτάσεις που δεν έχουν δοκιμαστεί». Όπου δεν εννοώ ότι τα κοινόβια δεν έχουν και τις καλές τους πλευρές. Τα παιδιά μου έχουν σαφώς μεγαλύτερη γκάμα επιλογών σε ό,τι αφορά τα ενήλικα πρόσωπα αναφοράς τους. Το ίδιο και εμείς οι ενήλικες, σε αντίθεση με τη ζωή σε μια πυρηνική οικογένεια. Το κοινόβιο μάς έχει προσφέρει ορισμένα πράγματα σε ό,τι αφορά την ελευθερία, μπορέσαμε να μοιραστούμε καλύτερα τη φροντίδα, δεν χρειάστηκε να προσλάβουμε μπέιμπι σίτερ.

«Ποιος αναλαμβανει τη δουλεια της φροντιδας στη διευρυμενη οικογενεια;»

Μα αυτό ακούγεται καλό!
 

Ναι. Αλλά και η «ιδιωτικοποίηση» της φροντίδας, που συνεπάγεται αυτό, με βάζει πάλι σε σκέψεις. Μοιάζει με εκείνο που συμβαίνει στους παιδικούς σταθμούς: Στην αρχή, οι γονείς ψωνίζουν εκ περιτροπής το κολατσιό για όλα τα παιδιά, μετά απολύεται η μαγείρισσα, ύστερα οι γονείς καθαρίζουν εκ περιτροπής τον παιδικό σταθμό… Βίωσα το πώς οι ανατολικογερμανικές δομές παιδικών σταθμών μετασχηματίστηκαν με βάση τα δυτικογερμανικά πρότυπα με μία μόνο καθαρίστρια, χωρίς μαγείρισσα, χωρίς άνθρωπο να έχει αναλάβει τα πλυντήρια ή το ράψιμο. Κάποια στιγμή έπρεπε να πλένουμε μόνοι μας τα σεντόνια του παιδικού σταθμού και μετά με ρώτησαν αν μπορώ να ράψω 30 καινούργιες ποδίτσες. Κι αυτό σε δημόσιο παιδικό σταθμό, όχι σε κάποιο σταθμό που ίδρυσαν οι γονείς με δική τους πρωτοβουλία.
 
Γι’ αυτό και νιώθω μια σχετική ανησυχία όταν τα εναλλακτικά κοινόβια προσπαθούν κατά κάποιον τρόπο να μιμηθούν τη διευρυμένη οικογένεια. Γιατί ποιος αναλαμβάνει τη φροντίδα στη διευρυμένη οικογένεια; Οι γυναίκες και μάλιστα αμισθί. Εκείνος που παίζει το ρόλο του παππού στο κοινόβιο μπορεί να παίξει ίσως σκάκι με τα παιδιά – αν έχει όρεξη. Μπορώ όμως να του ζητήσω να πάρει τα παιδιά όταν πραγματικά θα χρειάζομαι βοήθεια; Όχι, τότε θα προτιμήσω να ρωτήσω τη γειτόνισσα που είναι στην ίδια κατάσταση με μένα, δηλαδή στα όρια των δυνάμεών της. Κι αυτό δεν μου λύνει τα προβλήματά μου με τον τρόπο που θα ήθελα να τα δω να λύνονται.
 
Κι οι πατεράδες;
 

Νομίζω ότι είναι συνειδητοποιημένοι και ότι έχουν τη θέληση να αναλάβουν πράγματα που αφορούν τη φροντίδα, να νοιαστούν, να περάσουν χρόνο με τα παιδιά. Αυτό όμως σημαίνει κάποιες θυσίες. Για το ότι θα πρέπει να θυσιάσει κανείς τη βιοποριστική του δουλειά για να αναλάβει τη φροντίδα οι πατεράδες δεν έχουν τα αντίστοιχα πρότυπα. Όπως ακριβώς λείπουν τα πρότυπα των μανάδων που θα τις βοηθούσαν να επιμείνουν στο βιοποριστικό τους επάγγελμα εις βάρος της φροντίδας, άρα εις βάρος εκείνων που εξαρτιούνται από αυτές.

«Μα τι σημαινει επιτυχια στη λογοτεχνια;»

Και στο χώρο της λογοτεχνίας πώς είναι τα πράγματα σε ό,τι αφορά τη στήριξη;

Υπάρχουν επιτυχημένες συγγραφείς, αλλά ποιες είναι αυτές πάλι; Πώς ήταν η ζωή τους; Έχουν παιδιά; Από πού έρχονται τα χρήματα; Πώς γράφουν; Για ποια θέματα γράφουν; Και γενικά: τι σημαίνει επιτυχία στη λογοτεχνία; Σημαίνει εμπορική; Σημαίνει καλλιτεχνική; Για παράδειγμα, για να βρω εκδοτικό οίκο για το Bodentiefe Fenster έψαχνα πολύ καιρό, ήμουν έξω από το χώρο, βρισκόμουν σε ένα στάδιο πριν αλλάξω κατεύθυνση στη ζωή μου. Μετά κατάφερα να κάνω ένα είδος comeback, ως μητέρα. Όμως θα μπορούσε κάλλιστα να μην έχει γίνει όλο αυτό και κανείς δεν θα είχε διαβάσει το βιβλίο. Δυσκολεύομαι να δω τον εαυτό μου ως παράδειγμα προς μίμηση. Δεν θέλω να γίνω η έμπρακτη απόδειξη για το ότι δεν είναι πρόβλημα να γράφεις επιτυχημένα μυθιστορήματα με τρία παιδιά. Είναι τεράστιο πρόβλημα. Τελεία και παύλα. 
 

Η Anke Stelling γεννήθηκε το 1971 στην Ουλμ και μεγάλωσε στη Στουτγκάρδη. Από το 1997 ως το 2001 φοίτησε στο Ινστιτούτο Λογοτεχνίας της Λειψίας. Γράφει μυθιστορήματα, σενάρια, θεατρικά έργα και διηγήματα, έχει τρία παιδιά και ζει με την οικογένειά της στο Βερολίνο.