Γρήγορη πρόσβαση:

Απευθείας μετάβαση στο περιεχόμενο (Alt 1)Απευθείας μετάβαση στη δευτερεύουσα πλοήγηση (Alt 3)Απευθείας μετάβαση στην κύρια πλοήγηση (Alt 2)

ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ «ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ»

 

Επιστροφή στην αρχική σελίδα

του Thomas Leinkauf

Πώς ξένοι μεταξύ τους άνθρωποι ήρθαν πιο κοντά στο πλαίσιο ενός εγχειρήματος στην Κρήτη, παρά τον κορωνοϊό ‒ γιατί εντέλει δεν είναι και τόσο ξένοι.

Ένα μεγάλο τραπέζι με μια υπαίθρια κουζίνα στο ενετικό λιμάνι των Χανίων, κατασκευασμένο από γιαλόξυλα από τις ακτές της Κρήτης. Ένα δημόσιο σημείο συνάντησης επί τρεις συνεχόμενες ημέρες, για φαγητό, ποτό, κουβέντα και διασκέδαση. Έτσι είχε σχεδιάσει ο Mischa Leinkauf στο Βερολίνο την «Ευρωπαϊκή Κουζίνα». 
 
Τότε ο κορωνοϊός επανήλθε δριμύτερος. Στις συναθροίσεις είχαν πλέον επιβληθεί περιορισμοί και το να μαγειρέψει κανείς σε ανοιχτό χώρο ήταν απαγορευμένο. Ύστερα, υπήρχαν πολλές ελλείψεις για να υλοποιηθεί ο αρχικός σχεδιασμός. Η ιδέα χρειαζόταν νέα ώθηση. Κι ο χρόνος που απέμενε ήταν λίγος.  
 
Όμως τότε δεν ξέραμε ακόμη τόσο καλά τους Έλληνες.
 
Ο Ηρακλής από το Κέντρο Ανακύκλωσης των Χανίων μάς ξενάγησε την επόμενη μέρα στο εργοστάσιό του. Υπήρχαν πολλά απορρίμματα που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο εγχείρημα, αλλά και ορισμένα ενδιαφέροντα αντικείμενα. Για παράδειγμα, μεγάλα κομμάτια από κουτάκια αναψυκτικών και ποτών περασμένα από την πρέσα συμπίεσης. Λυγισμένοι μεταλλικοί σωλήνες για τους οποίους κανείς δεν ήξερε σε τι χρησίμευαν κάποτε. Όλα αυτά ήταν εν δυνάμει χρήσιμα υλικά. Ο Ηρακλής μάς τα παρέδωσε την επόμενη μέρα, ακριβής στο ραντεβού του και δωρεάν, με ένα φορτηγό, στο Πολυτεχνείο που μας είχε παραχωρήσει ένα εργαστήριο. «Στους Έλληνες αρέσει να βοηθάνε» είπε ο Ηρακλής με ένα χαμόγελο.
 
Στο εργαστήριο που ο καλλιτέχνης από το Βερολίνο ξεκίνησε την άλλη μέρα μαζί με φοιτητές, το εγχείρημα άρχισε να παίρνει μορφή. Οκτώ σπουδαστές Αρχιτεκτονικής ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση από την καθηγήτριά τους και συμμετείχαν στο εγχείρημα. Στο εργαστήριο, προσπάθησαν από κοινού να μεταφέρουν την ευρωπαϊκή ιδέα σε οπτικό ντιζάιν. Συζήτησαν το πώς μπορεί να δοθεί νέα μορφή σε έναν δημόσιο χώρο. Και το πώς ο χώρος αυτός μπορεί να αποκτήσει έπειτα προστιθέμενη αξία για τους επισκέπτες του.
 
Τα κομμάτια που είχαν βρεθεί στη μάντρα ανακύκλωσης έδωσαν τροφή στη φαντασία των φοιτητών. Ήταν μεταχειρισμένα αλλά όχι άνευ αξίας. Ήταν υλικό για νέες ιδέες. Σημεία αναφοράς για το πώς αντιλαμβάνονταν την Ελλάδα και την Ευρώπη.
 
Ο Χρήστος και η Μίνα είχαν ξετρελαθεί με τα συμπιεσμένα κουτάκια αλουμινίου. Με εποξική ρητίνη χύτευσης, είπε ο Χρήστος, μπορούσαν να γίνουν τάβλες τραπεζιού. Αυτό δεν γινόταν, όπως αποδείχτηκε όταν οι φοιτητές επισκέφτηκαν την τοπική αγορά κατασκευαστικών υλικών, γιατί η εποξική ρητίνη είναι ακριβή και δεν μπορούσε να καλυφθεί από το μπάτζετ που είχαν στη διάθεσή τους. Ο Χρήστος πήρε τότε το κινητό του και τηλεφώνησε στον κατασκευαστή στην Αθήνα. Εξήγησε την εμβέλεια και τη σημασία του εγχειρήματος, που χρηματοδοτούνταν από την ΕΕ και στο οποίο έπαιρναν μέρος διεθνείς καλλιτέχνες, πέταξε και μερικά ονόματα, κάτι που βοήθησε. Απέσπασε από την εταιρεία πρώτα δύο, μετά τέσσερα και, στο τέλος, έξι λίτρα με αντάλλαγμα μια απόδειξη δωρεάς και μια αναφορά στον τοπικό Τύπο. Ο πατέρας του Χρήστου πήρε τα μπιτόνια στην Αθήνα και τα έφερε με το πλοίο στην Κρήτη. Το επόμενο πρωί, ο Χρήστος πήγε και τα πήρε, το ίδιο απόγευμα εφάρμοσαν την εποξική ρητίνη στα κομμάτια.
 
Οι Έλληνες είναι καλοί στο να αυτοσχεδιάζουν.  
 
Το δεύτερο τραπέζι οι φοιτητές το κατασκεύασαν από παλιές σανίδες, ακανόνιστες στο σχήμα, με γωνίες και ακμές, έτσι που το τραπέζι να συμβολίζει την ευρωπαϊκή ήπειρο. Οι φοιτητές πριόνιζαν, λείαιναν, βίδωναν, έβαφαν με μπλε και κίτρινο χρώμα μερικές λωρίδες πάνω στον χάρτη. Μια σχηματική και ατελής, αλλά φιλική άποψη της ηπείρου.
 
Ο Εύχαρις, η Σμαράγδα και η Ηρώ ανέφεραν παλιά πλακάκια και κεραμίδια που μπορούσε να βρει κανείς σε ένα συγκεκριμένο σημείο της παραλίας, στα δυτικά, στα παλιά ταμπάκικα, που τώρα ήταν ερείπια και περίμεναν τον πολεοδομικό εξευγενισμό. Ήθελαν να τα μαζέψουν και να τα ενσωματώσουν σε δικής τους κατασκευής ξύλινα σχήματα με ρευστοκονίαμα, ένα είδος εκλεπτυσμένης διακόσμησης για το τρίτο τραπέζι.    
Θραύσματα από κεραμίδια και πλακάκια για την αρχαία Ελλάδα, το λίκνο της Ευρώπης. Αλουμινένια κουτάκια κόκα κόλας και μπίρας ευρείας κατανάλωσης για την παγκοσμιοποιημένη ήπειρο. Χρησιμοποιημένη ξυλεία από τα πριονιστήρια της Κρήτης. Τρία τραπέζια αντί για το αρχικό ένα, μεγάλο τραπέζι, ώστε να τηρούνται οι κανονισμοί για τον κορωνοϊό. Αργότερα, στο λιμάνι, οι άνθρωποι θα τα συνέδεαν, τουλάχιστον νοερά, με τις συζητήσεις τους σε ένα μεγάλο, κοινό τραπέζι.
 
Τις βάσεις των τραπεζιών τις προμήθευσε μια εταιρεία που κατασκευάζει σκαλωσιές και έχει έδρα στα Χανιά. Ο Στέλιος, που λειτουργεί στο λιμάνι μια καφετέρια σε ένα από τα παλιά υπόστεγα για πλοία, είχε μαζέψει εκεί καλλιτέχνες από το Βερολίνο, φοιτητές και κατασκευαστές σκαλωσιών. Πίνοντας καφέ και μπίρα, έκαναν πρόχειρα σχέδια στο χαρτί και συζήτησαν για το τι μπορούσε να γίνει. Όλα γίνονταν. Θα έφερναν τους σωλήνες και τις συνδέσεις, που βρήκαν την άλλη μέρα στην εταιρεία τους. Ό,τι έλειπε μεταφέρθηκε πολύ γρήγορα με ένα μηχανάκι. Μαζί τα συνέδεσαν στην πλατεία, στο λιμάνι, κι έφτιαξαν εξέδρες και στύλους για σημαίες. Οι καρέκλες ήρθαν από την καφετέρια του πανεπιστημίου. 
 
Ο Στέλιος, ένας τεράστιος τύπος που είχε και μια ταβέρνα πάνω στην πόλη, κάτω από έναν πλάτανο εξακοσίων ετών, ήταν  ο βράχος στο όλο εγχείρημα. Όποτε παρουσιαζόταν κάποιο πρόβλημα, έλεγε: Κανένα πρόβλημα. Ήξερε τους πάντες, τεχνίτες, ανθρώπους των τοπικών αρχών, αστυνομικούς. Φαγητό σε ανοιχτό χώρο; Κανένα πρόβλημα. Ζήτησε από τα κοντινά εστιατόρια να φτιάξουν μερικά φαγητά. Το βράδυ, ο ίδιος και οι άλλοι μάγειροι ήρθαν στην πλατεία με τις δημιουργίες τους. Τα τραπέζια ίσα που χώρεσαν τόσο φαγητό. 
 
Ο Στέλιος δεν δέχτηκε χρήματα, παρά τις επίμονες πιέσεις από εμάς. Του άρεσε αυτό το αυτοσχέδιο, τρελό εγχείρημα. Κι ένιωθες ότι του έκανε κέφι να δείχνει πως χάρη στη φιλοξενία πολλά ήταν δυνατά, ακόμα και κάτω από δύσκολες συνθήκες. Πρέπει απλά να υπάρχει θέληση. Το κόκκινο κρασί το έστειλε ένας αμπελουργός της περιοχής ζητώντας μια πολύ λογική τιμή.  
 
Σε μια εκδρομή που έκανε στα Σφακιά, ο Mischa είχε γνωρίσει τον Μανούσο που λειτουργεί με την οικογένειά του μια ταβέρνα στο ορεινό χωριό Ανώπολη κι έχει κατσίκια, πρόβατα και ένα κλασικό αγρόκτημα. Ένας τόπος άγριος. Εκεί, πολλοί άντρες έχουν όπλο και το Πάσχα πιο πολύ πυροβολούν παρά καίνε το ομοίωμα του Ιούδα, σύμφωνα με το έθιμο. Γνωρίζεις εύκολα κόσμο στην Κρήτη, είναι κι αυτό μέρος της έννοιας της φιλοξενίας. Η ερώτηση μήπως ο Μανούσος μπορούσε να φέρει για τη δεύτερη βραδιά παραδοσιακά εδέσματα της περιοχής, αρνί, τυρί δικής του παραγωγής, δέχτηκε θετική απάντηση ύστερα από μερικά ποτηράκια ρακή, το χαρακτηριστικό ποτό της περιοχής ‒ χωρίς ρακή δεν γίνεται τίποτε στην Κρήτη. Κι αυτή τη φορά, έγινε δεκτό το να πληρώσουν γι’ αυτό.
 
Για την τελευταία βραδιά, πήγαμε μαζί με τους φοιτητές στην αγορά, γιατί για το τέλος της εκδήλωσης οι Γερμανοί και οι Έλληνες ήθελαν να μαγειρέψουν μαζί. Αγόρασαν τυρί και ελιές, ντομάτες, κολοκυθάκια και σταφύλια. Στον κρεοπώλη, ζήτησαν μερικά κιλά κιμά που στο τελευταίο «Εργαστήριο στην κουζίνα» τον έπλασαν για να φτιάξουν βερολινέζικους κεφτέδες. 
 
Ο καιρός όλες τις βραδιές στο παλιό λιμάνι ήταν ζεστός και χωρίς υγρασία. Στην προκυμαία, οι βάρκες λικνίζονταν στο καθαρό νερό που ήταν γεμάτο μικρά ψάρια. Οι διαβάτες που περνούσαν από εκεί, σταματούσαν, έριχναν μια ματιά, έπιναν ένα ποτηράκι, δοκίμαζαν από τα εδέσματα στο τραπέζι, άκουγαν μετά τη δύση του ηλίου τις ομιλίες για την Κρήτη, την Ελλάδα και τις απαρχές της Ευρώπης, συζητούσαν για τις προοπτικές της ηπείρου, για τους πρόσφυγες και την αποτυχία της πολιτικής. 
 
Ορισμένοι ήρθαν ξανά. Φυσικά! Υπήρχε άφθονο και δωρεάν φαγητό, ό,τι μπορούσε να προσφέρει ο καθένας. Το από κοινού φαγητό συνδέει τους ανθρώπους. Υπήρχε όμως και κάτι παραπάνω. Υπήρχε μια περιέργεια να γνωρίσουν τον άλλο. Υπήρχε φιλοξενία χωρίς ανταλλάγματα, χωρίς να περιμένει κανείς να πάρει κάτι γι’ αυτό. Ο κόσμος ήθελε απλά να γιορτάσει το γεγονός ότι βρέθηκε μαζί με άλλους. Άλλωστε αυτό ήταν που είχε λείψει τούτη τη δύσκολη χρονιά σε όλο τον κόσμο. Κι όμως, μπόρεσε να συμβεί, έστω σε μικρή εμβέλεια, και πήγε καλά. 
 
Τις τρεις βραδιές στο λιμάνι συναντήθηκαν λογιών λογιών άνθρωποι. Ντόπιοι, τυχαίοι περαστικοί από πολλές χώρες της Ευρώπης, φτωχά παιδιά που έπαιζαν τύμπανο στο λιμάνι για να κερδίσουν μερικά χρήματα και έκαναν μεγάλη χαρά για το κομμάτι πίτας που έτρωγαν, οι φοιτητές και οι καθηγητές τους, οι άνθρωποι από το Κέντρο Γκαίτε. Στο τέλος, ήταν σαν να κάθονταν, χωριστά αλλά συνδεδεμένοι, στο ίδιο τραπέζι.