ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ «ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΟΥΜΕ ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ»

Quo vadis Ευρωπαϊκή Ένωση; Για μεγάλο αριθμό πολιτών οι Βρυξέλλες φαντάζουν συχνά πολύ μακρινές.
Quo vadis Ευρωπαϊκή Ένωση; Για μεγάλο αριθμό πολιτών οι Βρυξέλλες φαντάζουν συχνά πολύ μακρινές. | Φωτ. (λεπτομέρεια): © Fotolia

​Η Ευρώπη πρέπει να επανεφεύρει τον εαυτό της, λέει η Jana Puglierin, διευθύντρια προγραμμάτων του Κέντρου «Alfred von Oppenheim», το οποίο ασχολείται με ζητήματα του μέλλοντος της Ευρώπης. Μια συνέντευξη με θέματα το πόσο δυνατή μπορεί να είναι η φωνή της Γερμανίας μέσα στην Ευρώπη και το αν το Brexit θα μπορούσε να επιφέρει τη διάλυση της ΕΕ.  

Η Δρ Jana Puglierin είναι διευθύντρια προγραμμάτων του Κέντρου «Alfred von Oppenheim» για Μελλοντικά Ζητήματα της Ευρώπης. Η Δρ Jana Puglierin είναι διευθύντρια προγραμμάτων του Κέντρου «Alfred von Oppenheim» για Μελλοντικά Ζητήματα της Ευρώπης. | Φωτ.: © DGAP/Dirk Enters Κυρία Puglierin, οι Βρετανοί ψήφισαν να εγκαταλείψουν την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για την αρχή του τέλους της ευρωπαϊκής ιδέας;
 
Το Brexit θέτει υπό αμφισβήτηση πολλά από εκείνα που έχουν επιτευχθεί ως τώρα. Μέχρι σήμερα, θεωρούσαμε πάντοτε δεδομένο –παρά τα προειδοποιητικά μηνύματα– ότι η ένταξη περισσότερων χωρών προχωρά απρόσκοπτα και ότι όλα τα κράτη-μέλη έχουν τον ίδιο στόχο: την ενότητα, τη «διαρκώς στενότερη ένωση», όπως διατυπώνεται άλλωστε και στο Προοίμιο της Συνθήκης για την ΕΕ. Το Brexit δείχνει ότι αυτή η «διαρκώς στενότερη ένωση» δεν υπάρχει.
 
Δεν ακούγεται πολύ αισιόδοξο αυτό. Τι μπορεί να κάνει τώρα η ΕΕ:
 
Μπορεί να ενισχύσει την ενότητα των κρατών-μελών που έχουν απομείνει και να μην αφήσει να χαθούν άλλα μέλη. Ύστερα, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα νέο αφήγημα. Με άλλα λόγια, πρέπει να αφηγηθούμε ξανά την ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σαν μια ιστορία επιτυχίας. Ένας κάποιος ευρωσκεπτικισμός υπάρχει και στη Γερμανία, αν και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία έχει έναν ιδιαίτερο, εθνικό δεσμό προς την ΕΕ.
Πιο συγκεκριμένα;
 
Για πολλές χώρες, όπως η Ολλανδία ή η Μεγάλη Βρετανία, η αξία της Ευρωπαϊκής Ένωσης έγκειται στη λειτουργία της ως οικονομικής και εμπορικής κοινότητας. Για τη Γερμανία, όμως, η ΕΕ ήταν μετά το 1945 ένα «εργαλείο» για να επιτευχθεί η εθνική κυριαρχία και η γερμανική ενότητα. Καθώς είχε διαρραγεί η σχέση των Γερμανών με την ίδια τους την ιστορία, η ευρωπαϊκή ιδέα είχε ιδιαίτερη απήχηση ειδικά στους πολίτες της μεταπολεμικής γενιάς και της γενιάς του ’68. Επίσης, η ΕΕ μόνο θετικά πράγματα έχει φέρει ως τώρα για τη Γερμανία. Οι εκστρατείες των μέσων ενημέρωσης περί της Γερμανίας ως ταμία της Ευρώπης έχουν, ωστόσο, αφήσει και σε μας τα σημάδια τους.

ΕΝΑΣ ΚΥΚΛΟΣ ΦΙΛΩΝ

Ο Γερμανός υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Michael Roth ερωτήθηκε πρόσφατε από μαθητές σχολείου για ποιο λόγο η Γερμανία τηρεί τόσο παθητική στάση στο ζήτημα της Ουκρανίας. Ο Roth έδειξε να εκπλήσσεται από την ερώτηση και είπε ότι προφανώς κανείς δεν θέλει να προκαλέσει έναν τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
 
Ως φιλελεύθερες δημοκρατίες έχουμε το πρόβλημα ότι δεν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε μέσα στα οποία τα απολυταρχικά συστήματα εύκολα καταφεύγουν. Από τη δυτική σκοπιά σαφώς και δεν τίθεται θέμα στρατιωτικής λύσης στην Ουκρανία, άρα λοιπόν η Γερμανία αναγκαστικά θα απαντήσει με τρόπο δυσανάλογο του μεγέθους του προβλήματος. Υπάρχουν, παρ’ όλα αυτά, πολυάριθμες άλλες δυνατότητες σύνδεσης της περιοχής με τη Δύση. Στην ουκρανική κρίση, όπως και στη Βόρεια Αφρική, βλέπουμε βέβαια ότι η πολιτική γειτονίας της ΕΕ έχει επιτύχει πολύ λιγότερα απ’ όσα υπολόγιζε. Αρχικά, σκοπός ήταν η ΕΕ να περιβληθεί από έναν κύκλο φίλων, να ενισχύσει αλλά και να εμπλέξει αυτούς τους «γείτονες των γειτόνων» σε κοινές στρατηγικές, μέσων συμφωνιών σύνδεσης και συνεργασίας. Τελικά όμως μπορεί να πει κανείς ότι η πολιτική γειτονίας, τόσο προς νότο όσο και προς ανατολάς, απέτυχε. 

ΝΑ ΜΗΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΦΘΕΙ Η ΙΔΕΑ της ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΩΣ ΠΙΘΑΝΟΥ ΕΤΑΙΡΟΥ

Και με την Τουρκία τι γίνεται; Κι αυτή είναι ένας «γείτονας γειτόνων»…
 
Η Τουρκία εξελίχθηκε μέσα σε σύντομο διάστημα σε ένα σοβαρό πρόβλημα της ευρωπαϊκής γειτονιάς. Η συγκυρία για την ΕΕ είναι αρκετά περίπλοκη. Η προσφυγική κρίση πλήττει άμεσα σχεδόν κάθε πολίτη της ΕΕ. Η κατάσταση της δημοκρατίας στην Τουρκία σημειώνει ακραία επιδείνωση, ο Πρόεδρος Ερντογάν αποκτά ολοένα και εντονότερα τα γνωρίσματα ενός απολυταρχικού αρχηγού κράτους. Ωστόσο, ειδικά λόγω της γεωστρατηγικής θέσης της Τουρκίας, θα ήταν προτιμότερο να την έχουμε φίλη παρά εχθρό. Αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να αφήσουμε περιθώρια να μας εκβιάζει. Είναι όμως πολύ νωρίς για να εγκαταλείψουμε την ιδέα της Τουρκίας ως πιθανού εταίρου.
 
Για ποιο λόγο έχει προκαλέσει τόσο αρνητικές αντιδράσεις εκ μέρους του λαού το λεγόμενο deal με την Τουρκία;
 
Η γερμανική εξωτερική πολιτική παρασύρεται από τα γεγονότα, αυτό το καταλαβαίνουν οι πολίτες. Η σχετική συζήτηση, όμως, δεν γίνεται με απόλυτη ειλικρίνεια. Η Καγκελάριος προσπάθησε πολύ καιρό να βρει μια άλλη λύση για το προσφυγικό. Η πρώτη επιλογή θα ήταν μια ρύθμιση ποσόστωσης με hot spots και μια κατ’ αντιστοιχία κατανομή των προσφύγων. Το deal με την Τουρκία ήταν ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής στον οποίο μπορούσαν να συμφωνήσουν τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Η Γερμανία δέχτηκε ένα εκατομμύριο πρόσφυγες, γεγονός για το οποίο η Άνγκελα Μέρκελ δέχτηκε δριμύτατη κριτική. Οι πολίτες απαίτησαν από εκείνη να αλλάξει κάτι. Και το έκανε – αλλά τώρα κατηγορείται γι’ αυτό.
 
Στο μεταξύ, ορισμένες χώρες ασκούν ανοιχτά κριτική για την υποτιθέμενη γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη.
 

Η γερμανική φωνή είναι η πιο δυνατή και η πιο αξιόπιστη μέσα στην ΕΕ. Θεωρήθηκε ως η φωνή της Ευρώπης τόσο στην κρίση του ευρώ όσο και σε εκείνη της Ουκρανίας. Όσον αφορά το προσφυγικό ζήτημα, η Καγκελάριος δεν εκτίμησε σωστά το γεγονός ότι της έλειπε η απαιτούμενη υποστήριξη. Μετά την ψήφο του Brexit, η Γερμανία βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι πριν, όμως παράλληλα μεγαλώνει και ο φόβος μπροστά στη Γερμανία, γιατί λείπει ένα κρίσιμο αντίβαρο. Στην περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας, η Γερμανία χάνει έναν σημαντικό σύμμαχο και η Ιταλία διαισθάνεται την ευκαιρία της να αναπληρώσει το κενό.

ΠΑΡΑΔΟΧΗ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ, ΠΑΡΟΧΗ ΛΥΣΕΩΝ

Σε πολλές χώρες της Ευρώπης κερδίζουν δύναμη οι δεξιές πολιτικές δυνάμεις, όχι μόνο στην Πολωνία και την Ουγγαρία, αλλά και στη Γαλλία και τη Γερμανία.
 
Συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη, η Γερμανία παρέμεινε για πολύ καιρό μάλλον απρόσβλητη από αυτή την τάση, τώρα όμως γνωρίζει και σε μας άνοδο η Δεξιά. Η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 δυσφήμισε ολόκληρο το σύστημα του φιλελεύθερου δυτικού καπιταλισμού. Αυτό εξελίχθηκε σε μια γενικευμένη κριτική απέναντι στις δυτικές ελίτ – κάτι που δεν φαίνεται μόνο στις ΗΠΑ και την εκλογική εκστρατεία του Τραμπ. Πολλοί πολίτες αισθάνονται ότι οι φόβοι τους δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και αναζητούν στήριγμα σε απλές απαντήσεις. Αυτή τη στιγμή, μια οποιαδήποτε ιστοσελίδα θεωρείται το ίδιο αξιόπιστη με το Tagesschau (παραδοσιακό τηλεοπτικό ειδησεογραφικό δελτίο στη Γερμανία). Πρέπει να γίνουν προσπάθειες μιας εκ νέου προσέγγισης του κόσμου, οι πολιτικοί δεν πρέπει να μεταθέτουν την ευθύνη των δικών τους αποτυχιών στην ΕΕ. Η παραδοχή των προβλημάτων και η παροχή λύσεων, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να υιοθετηθούν οι προτάσεις των λαϊκιστών. Δεν πρέπει να χάσουμε το δημοκρατικό πλαίσιο.