Γρήγορη πρόσβαση:
Απευθείας μετάβαση στο περιεχόμενο (Alt 1)Απευθείας μετάβαση στη δευτερεύουσα πλοήγηση (Alt 3)Απευθείας μετάβαση στην κύρια πλοήγηση (Alt 2)


Τα τειχη δεν πεφτουν απο τυχη

Μπορεί να τις ονειρευτούν οι διανοούμενοι, να τις κηρύξουν οι πολιτικοί και να τις ευλογήσουν οι επί γης εκπρόσωποι κάποιων ουράνιων δυνάμεων. Όμως οι εξεγέρσεις και οι επαναστάσεις δεν θα γίνουν ποτέ, αν δεν θελήσουν να κινητοποιηθούν οι λαοί. Δηλαδή οι πολίτες. Aυτοί, οι οποίοι κανονικά θα έπρεπε να έχουν πάντα τον τελευταίο λόγο σε μια «Πολιτεία».

του Κώστα Αργυρού

 

Μπροστά στην πύλη του Βρανδεμβούργου, στο Δυτικό Βερολίνο, μια μέρα μετά το άνοιγμα του Τείχους. Μπροστά στην πύλη του Βρανδεμβούργου, στο Δυτικό Βερολίνο, μια μέρα μετά το άνοιγμα του Τείχους. | @ Kostas Argyros
Ηταν τελικά αυτό που συνέβη το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου του 1989 στο Βερολίνο, μια εξέγερση ή μια επανάσταση; Το ερώτημα απασχόλησε για λίγο διάστημα -τους Ανατολικογερμανούς κυρίως- αλλά δεν απαντήθηκε ποτέ. Ξεχάστηκε, παρασύρθηκε από τη δίνη των γεγονότων που, από εκείνη τη στιγμή και μετά, λες και έβγαιναν από έναν επιταχυντή της ιστορίας, άρχισαν να τρέχουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Μέχρι τις 3 Οκτωβρίου του 1990, όταν και επίσημα ολοκληρώθηκε η γερμανική ενοποίηση.

Ισως να μην έχει και τόση σημασία αν ήταν επανάσταση ή εξέγερση, ειδικά τώρα που γνωρίζουμε ποιο ήταν το αποτέλεσμά της. Το σίγουρο είναι ότι για όποιον έζησε επί τόπου εκείνη τη βραδιά -κι εγώ ως δημοσιογράφος ήμουν ένας από εκείνους τους τυχερούς- αλλά και όλα όσα είχαν προηγηθεί, η πεποίθηση παραμένει. Επρόκειτο για μια κορυφαία στιγμή λαϊκού θάρρους και αποφασιστικότητας. Ειρηνικής πάντα διαμαρτυρίας και πολιτικής ανυπακοής απέναντι σε ένα καθεστώς, το οποίο χρειάστηκε να κατέβουν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες στους δρόμους επί ολόκληρες εβδομάδες για να θυμηθεί το αυτονόητο: «Εμείς είμαστε ο λαός».

Οι άνθρωποι που γέμιζαν κάθε Δευτέρα την πλατεία στο κέντρο της Λειψίας, το σχεδόν ένα εκατομμύριο που συγκεντρώθηκε στις 4 Νοέμβρη του 1989 στην Αλεξάντερπλατς, κέρδισαν μόνοι τους αυτό που μπόρεσαν να γιορτάσουν πέντε νύχτες αργότερα. Το άνοιγμα του τείχους. Ηταν μια γιορτή χαράς και αυθορμητισμού, χωρίς υστερίες και υπερβολές, τις οποίες θα δικαιολογούσε ίσως η ιστορικότητά της. Μια γιορτή που δεν τους χαρίστηκε, αλλά την κατέκτησαν.

Μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις έγιναν στο κέντρο του Βερολίνου εκείνο το διάστημα με κορυφαία εκείνη στις 4 Νοεμβρίου στην Αλεξάντερ Πλατς. Μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις έγιναν στο κέντρο του Βερολίνου εκείνο το διάστημα με κορυφαία εκείνη στις 4 Νοεμβρίου στην Αλεξάντερ Πλατς.

 «Είμαστε Ο λαός»

Σαν «ουδέτερος» παρατηρητής δε μπορώ να μην παραδεχθώ τη συγκίνηση, το δέος, τη φόρτιση. Ηταν ίσως η κορυφαία στιγμή της δημοσιογραφικής μου σταδιοδρομίας επειδή με δίδαξε, πόσο απρόβλεπτη μπορεί να είναι η ιστορία, όταν οι πολίτες αποφασίζουν να εγκαταλείψουν το ρόλο του παρατηρητή και να γίνουν οι ίδιοι πρωταγωνιστές. Από τη στιγμή που το «Είμαστε ο λαός» έγινε, όχι απλά σύνθημα στα χείλη εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, αλλά συνείδηση στο μυαλό εκατομμυρίων, η εξέλιξη αυτή ήταν αναπότρεπτη. Το γερασμένο, αυταρχικό και απρόσιτο καθεστώς είχε τελειώσει. Ο γερμανικός λαός είχε ξεκλειδώσει την πόρτα, για να ορίσει ως τελικό προορισμό, αυτό που είχε δικαίωμα να επιθυμεί: την ενότητά του.

Το σύνθημα σταδιακά θα γινόταν «Είμαστε ένας λαός». Το παράδοξο είναι ότι ακριβώς εκείνη τη στιγμή κάποιοι φάνηκε να αρχίζουν να νοσταλγούν το Τείχος. Το να μοιράζεσαι δεν είναι πάντα αυτονόητο. Συχνά η σχέση Ανατολικών και Δυτικών θύμιζε ένα ζευγάρι, το οποίο ερωτεύτηκε παράφορα μέσω αλληλογραφίας και αρχίζει να χάνει τον ενθουσιασμό του, όταν η φυσική επαφή θα φέρει στο προσκήνιο τριβές και διαφωνίες. Οταν η πεζή καθημερινότητα εκτοπίζει τις φαντασιώσεις.

Τρεις δεκαετίες μετά, ακόμα γίνεται συχνά λόγος για τις διαφορές, που συνεχίζουν να υπάρχουν κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά. Κάποιοι νοιώθουν αδικημένοι, άλλοι θεωρούν ότι τους εκμεταλλεύτηκαν, στερεότυπα ανασύρονται από δημαγωγούς, οι οποίοι ξέρουν να τα αξιοποιούν πολιτικά. Ο λαϊκισμός έχει προπύργια και στη Γερμανία.
Τα επόμενα χρόνια έγινε συνείδηση το πόσο βαθιά είναι τα σημάδια που αφήνουν στις κοινωνίες τα «τείχη» και πόσο δύσκολο είναι αυτά να ξεπεραστούν. Οσοι είχαν μπορέσει να δουν πέρα από την ευφορία της στιγμής, είχαν προειδοποιήσει για αυτό. Είναι πιο εύκολο να χωρίσεις κάτι από το να το ενώσεις, έλεγαν. Να σπάσεις από το να κολλήσεις. Κυρίως υποστήριζαν ότι είναι επικίνδυνο και καμιά φορά ανεύθυνο, να καλλιεργείς υπερβολικές προσδοκίες, ειδικά σε ένα λαό που ξαφνικά αποκτά το συναίσθημα ότι «έζησε λάθος» μερικές δεκαετίες της ζωής του.

Είναι κάτι, που σήμερα φαίνεται να το πληρώνει η Γερμανία. Λάθος ήταν επίσης, η απλοϊκή μεταφορά που έκαναν ορισμένοι πολιτικοί -τη δεκαετία του '90 κυρίως- οι οποίοι επιχείρησαν να παρομοιάσουν τη διαδικασία της γερμανικής ενοποίησης, με εκείνη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η σύγκριση αυτή αποδείχθηκε ατυχής και ίσως να έδωσε κι ένα άλλοθι σε όλους εκείνους, οι οποίοι βλέποντας σήμερα τις διαφορές στα μυαλά των Γερμανών, τα βάζουν με την ευρωπαϊκή ιδέα και επιδιώκουν να υψώσουν νέα εθνικά Τείχη. «Αφού δεν τα κατάφεραν οι Γερμανοί ως ένας λαός, πώς να τα καταφέρουν οι Ευρωπαίοι που μιλούν 25 διαφορετικές γλώσσες;» είναι ένα από τα επιχειρήματά τους. Το πρώτο διάστημα μετά το άνοιγμά του το τείχος προσφερόταν για διάφορες «παρεμβάσεις», ενώ όλοι ήθελαν να ...σπάσουν ένα κομμάτι του για ενθύμιο. Το πρώτο διάστημα μετά το άνοιγμά του το τείχος προσφερόταν για διάφορες «παρεμβάσεις», ενώ όλοι ήθελαν να ...σπάσουν ένα κομμάτι του για ενθύμιο. | @ Kostas Argyros

Τι θέλουν οι πολίτες;


Σε όλη την Ευρώπη εδώ και χρόνια γίνεται λόγος για την απαξίωση της πολιτικής, των παραδοσιακών κομμάτων, των γερασμένων θεσμών. Ολοι επικαλούνται την επιτακτική αναγκαιότητα μιας «Ευρώπης κοντά στους πολίτες». Αλλά πώς να ξέρεις τι αισθάνονται και τι χρειάζονται οι πολίτες, όταν έχεις μάθει να ζεις ξεκομμένος από αυτούς;

Ξαναγυρνώντας, λοιπόν, στο παλιό ερώτημα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ήταν μάλλον εξέγερση, γιατί διέλυσε ένα αναχρονιστικό και καταρρέον σύστημα. Δεν έφτασε να γίνει επανάσταση, γιατί τότε ίσως θα έπρεπε να είχε αλλάξει λίγο περισσότερο και την άλλη πλευρά. Να την είχε ξεβολέψει και ταρακουνήσει λίγο παραπάνω. Αυτή που αισθάνθηκε δικαιωμένη και επαναπαύθηκε στις δάφνες που τις απένειμαν ψευτοεπιστημονικές αναλύσεις για το «τέλος της ιστορίας». Από τη στιγμή που οι ξεσηκωμένοι πολίτες της κατ' όνομα Λαοκρατικής Δημοκρατίας, παρέδωσαν το τιμόνι σε επαγγελματίες πλοηγούς και καθοδηγητές από τη Δύση, η εξέγερση είχε πάρει τέλος και η επανάσταση θα αναβαλόταν για κάποια στιγμή στο μακρινό μέλλον. Η λαϊκή θέληση που εκφραζόταν μέχρι τότε ανόθευτη και χωρίς μεσάζοντες, σε δρόμους και πλατείες, στριμώχτηκε πάλι σε καλούπια και κανάλια, παραδόθηκε σε διερμηνείς και εκπροσώπους. Γιατί τα τείχη φυσικά ή νοερά δεν πέφτουν από τύχη. Χρειάζονται πλειοψηφίες, απαιτούνται ρίσκα και θυσίες. Και οι πολίτες της Ανατολικής Γερμανίας για μια στιγμή της ιστορίας έδειξαν έτοιμοι να τα ρισκάρουν όλα.

Επειδή ένοιωθαν να πνίγονται. Θα έλεγε κανείς, ότι το συναίσθημα αυτό δεν διαφέρει και πολύ από εκείνο των εκατοντάδων χιλιάδων παιδιών, τα οποία εδώ και μήνες διαδηλώνουν στη Γερμανία, κάθε
Παρασκευή, ζητώντας παγκόσμια κλιματική δικαιοσύνη. Παιδιά που καταλαβαίνουν ότι ο πλανήτης είναι ένα και μοναδικό ενιαίο σύνολο και τα προβλήματά του δεν λύνονται σηκώνοντας τείχη. Στέλνουν ένα ελπιδοφόρο μήνυμα, που δείχνει ότι η γερμανική κοινωνία έχει σημαντικά αποθέματα αντισωμάτων απέναντι στην απάθεια, την αδιαφορία και το λαϊκισμό.

Οταν τόσα πολλά παιδιά εκφράζουν πάθος, αλληλεγγύη, συλλογικότητα, χαρακτηριστικά που έχουν τόσο ανάγκη οι σύγχρονες Δημοκρατίες, τότε δε μπορεί να είναι όλα μαύρα. Οταν κάποτε αυτά τα παιδιά από Ανατολή και Δύση θα κατεβαίνουν μαζί στους δρόμους με την ίδια μαζικότητα και την ίδια αποφασιστικότητα και δεν θα νοιώθουν τίποτα να τα χωρίζει, αλλά θα σκέφτονται μόνο εκείνα που τα ενώνουν, τότε και οι επέτειοι της πτώσης του Τείχους θα έχουν μια άλλη επικαιρότητα. Δεν θα είναι απλώς αφορμή για νοσταλγικές διηγήσεις, ούτε για μεμψιμοιρίες και αναλύσεις του τύπου «τι πήγε στραβά».

Από την άλλη οφείλει κανείς να είναι ρεαλιστής. Για τους διαδηλωτές του φθινοπώρου του ΄89 ήταν εύκολο να πουν τι «δεν θέλουν». Εβλεπαν μια αδιέξοδη κατάσταση, φώναζαν «δεν πάει άλλο». Πολύ πιο δύσκολο ήταν να διατυπωθεί και να γίνει πράξη «αυτό που θέλουν». Δεν ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία, που συνέβαινε κάτι τέτοιο. Και δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι δεν θα επαναληφθεί. Ετσι και τώρα που τα παιδιά φωνάζουν ότι «δεν πάει άλλο», ότι πρέπει να αλλάξει το «σύστημα». Το δύσκολο θα είναι να περιγράψουν ακριβώς «τι θέλουν» και πώς μπορεί να γίνει πράξη μια τόσο ριζοσπαστική αλλαγή. Στο μεταξύ εμφανίζονται πάλι πρόθυμοι μεσάζοντες και αυτεπάγγελτοι εκπρόσωποι για να δώσουν τις δικές τους ερμηνείες.

Αυτό βεβαίως δεν αφαιρεί το δικαίωμα στα παιδιά να είναι υπερήφανα για το ότι αποφάσισαν να κατέβουν στους δρόμους και να μας χτυπήσουν το καμπανάκι. Οπως έχουν κάθε δικαίωμα να είναι υπερήφανοι οι πολίτες, επειδή εκείνο το φθινόπωρο πριν από τριάντα χρόνια ξεπέρασαν το φόβο.  Εστω για μια φορά κατάφεραν να πηδήξουν μακρύτερα από τη σκιά τους και τα έβαλαν με ένα καθεστώς, το οποίο λίγους μήνες νωρίτερα έδειχνε ακλόνητο και ανίκητο. Αυτοί οι πολίτες, που τους θυμάμαι να περνούν δακρυσμένοι, αλλά χαμογελαστοί εκείνη τη νύχτα από το πεσμένο σύνορο δύο «αντίπαλων κόσμων» και να τσιμπιούνται μεταξύ τους για να συνειδητοποιήσουν, ότι δεν ονειρεύονταν. Οτι τα είχαν καταφέρει.
  • Στη Δυτική πλευρά του Βερολίνου, ξένα συνεργεία και περαστικοί έχουν συγκεντρωθεί ακριβώς απέναντι από την Πύλη του Βρανδεμβούργου. @ Kostas Argyros
    Στη Δυτική πλευρά του Βερολίνου, ξένα συνεργεία και περαστικοί έχουν συγκεντρωθεί ακριβώς απέναντι από την Πύλη του Βρανδεμβούργου.
  • Το Check Point Charlie λίγες μέρες μετά το άνοιγμα του Τείχους και πριν μετατραπεί σε τουριστική ατραξιόν. @ Kostas Argyros
    Το Check Point Charlie λίγες μέρες μετά το άνοιγμα του Τείχους και πριν μετατραπεί σε τουριστική ατραξιόν.
  • Η «νεκρή ζώνη» που χώριζε τις δύο μεριές της πόλης. Σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος της καταλαμβάνεται από σύγχρονα, πολυώροφα κτίρια. @ Kostas Argyros
    Η «νεκρή ζώνη» που χώριζε τις δύο μεριές της πόλης. Σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος της καταλαμβάνεται από σύγχρονα, πολυώροφα κτίρια.