Γρήγορη πρόσβαση:

Απευθείας μετάβαση στο περιεχόμενο (Alt 1)Απευθείας μετάβαση στη δευτερεύουσα πλοήγηση (Alt 3)Απευθείας μετάβαση στην κύρια πλοήγηση (Alt 2)


Μετα-αποικιοκρατικές συνθήκες. Μια διαφορετική ματιά στην ελληνογερμανική ιστορία

Mark Terkessidis
Mark Terkessidis | @ Andreas Langen

Το ότι η Ελλάδα πρέπει να διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο στη γερμανική πολιτική της μνήμης είναι από καιρό ένα δίκαιο αίτημα, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη τα εγκλήματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τις τελευταίες δεκαετίες, παρ’ όλα αυτά, στο επίκεντρο βρίσκονταν οι μνήμες του Ολοκαυτώματος, γεγονός επίσης δικαιολογημένο λόγω των τερατωδών εγκλημάτων. Όμως, τελευταία η πολιτική της μνήμης άλλαξε. Στη συμφωνία συνασπισμού της τωρινής κυβέρνησης γίνεται αναφορά στη γερμανική αποικιοκρατική ιστορία καθώς και στις «ομάδες θυμάτων του εθνικοσοσιαλισμού που έως τώρα έτυχαν μικρότερης προσοχής», ιδίως εκείνες του  «πολέμου εξόντωσης» στην Ανατολή. Εδώ διαφαίνεται μια πολύ σημαντική αλλαγή προσανατολισμού, που πολύ συχνά ανάγεται σε πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών – το συγκεκριμένο περιεχόμενό του ωστόσο εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης.   

Mark Terkessidis

Τι ακριβώς σημαίνει αποικιοκρατία, τι «πόλεμος εξόντωσης»; Δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των δύο; Αυτή τη στιγμή, ο όρος αποικιοκρατία τείνει να περιορίζεται σε υπερπόντια εδάφη, κυρίως στα πρώην κατεχόμενα από τη Γερμανία εδάφη της Αφρικής, όπως η Ναμίμπια, η Τανζανία ή η Ρουάντα. Από την άλλη μεριά, ο Καναδός ιστορικός Robert L. Nelson επεσήμανε ότι οι αποικιοκρατικές βλέψεις δεν ακολουθούν πάντοτε το μοντέλο της «θεωρίας του θαλασσινού νερού», σύμφωνα με την οποία πρέπει ανάμεσα στους αποικιοκράτες και την αποικία να υπάρχει ένας ωκεανός. Το γερμανικό αυτοκρατορικό εγχείρημα ήταν προσανατολισμένο ηπειρωτικά προς την Ανατολή, σε μια ζώνη επιρροής ονόματι «Μεσευρώπη», η οποία θα περιελάμβανε την Ανατολική και τη Νότια Ευρώπη, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και, στο μυαλό ορισμένων, ακόμη και το Αφγανιστάν. Αυτή η ζώνη επιρροής μπορούσε να εμπεριέχει άμεσες αποικιοκρατικές προσαρτήσεις –τα πολωνόφωνα εδάφη ήταν επί 150 χρόνια τμήμα της Πρωσίας ή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας– ή «ηθικές κατακτήσεις», την οικονομική και πολιτισμική «διείσδυση» σε κράτη που τύποις μόνο θα διατηρούσαν την ανεξαρτησία τους.

Κρυπτο-αποικιοκρατιΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

 
Ο ανθρωπολόγος Michael Herzfeld χαρακτήρισε κάποτε τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη ως «κρυπτο-αποικιοκρατική». Ο όρος αυτός περιγράφει την κατάσταση κρατών που ναι μεν κατ’ όνομα είναι πολιτικά ανεξάρτητα αλλά λόγω της οικονομικής εξάρτησης παραμένουν στην πράξη εξαρτημένα με έναν συχνά σαφώς ταπεινωτικό τρόπο. Όλα τα κράτη των Βαλκανίων λειτουργούσαν με αυτόν τον τρόπο – παρέμειναν ακόμη και μετά την ανεξαρτησία τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία έρμαια των μηχανορραφιών και των πολιτικών παιχνιδιών των ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι οποίες εν μέρει ασκούσαν την επιρροή τους κατά βούληση στην εσωτερική πολιτική των κρατών. Έτσι, η σχέση των γερμανικών κρατών προς την ανεξάρτητη Ελλάδα χαρακτηρίστηκε τον 19ο αιώνα από μια αίσθηση ανωτερότητας εκ μέρους τους. Οι Νεοέλληνες αντιμετωπίζονταν με δυσπιστία, κυρίως για το εάν άξιζαν την αρχαιοελληνική κληρονομιά τους, μια κληρονομιά που η πρωσική πολιτική και κουλτούρα διεκδικούσε για τον εαυτό της. Κατά συνέπεια, η στάση ταλαντευόταν ανάμεσα στις πατερναλιστικές προσφορές βοήθειας και στην αναγνώριση της κληρονομιάς αυτής: Για τον πολυδιαβασμένο ανατολιστή Φαλμεράυερ οι Νεοέλληνες, ως γνωστόν, ήταν αξιολύπητες υπάρξεις που δεν του φαίνονταν ούτε αρκετά «σλάβικες» ούτε αρκετά «ανατολίτικες». Η κυριαρχία του Όθωνα Α΄, η οποία εν πάση περιπτώσει διήρκεσε σχεδόν 30 χρόνια, είχε ως αποτέλεσμα να εδραιωθεί μια άμεση γερμανική επιρροή τέτοιας εμβέλειας ώστε οι πρώτοι τέσσερις νομικοί κώδικες του νεοσύστατου κράτους να συνταχθούν αρχικά στη γερμανική γλώσσα από τον Καθηγητή Νομικής από το Μόναχο Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ.
Με την ίδρυση του Γερμανικού Ράιχ το 1871, η γερμανική αυτοκρατορική πολιτική επέδειξε μια συνέπεια την οποία διατήρησε για δεκαετίες σε ό,τι αφορούσε τη «διείσδυση» στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Νεότεροι ιστορικοί όπως ο Stephen G. Gross κάνουν λόγο για τη γερμανική «Export Empire», η οποία εγκαθίδρυσε την ηγεμονία της μέσω της «ήπιας δύναμης» (soft power). Για τα βαλκανικά κράτη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, το εμπόριο με τη Γερμανία γνώριζε συνεχή αύξηση – τη δεκαετία του 1920 αντιστοιχούσε στο ένα τρίτο ή και παραπάνω του συνολικού εξωτερικού εμπορίου. Αυτό στην Ελλάδα δεν εξασφάλισε τη σταθερότητα – το 1893 η χώρα οδηγήθηκε στην πρώτη χρεοκοπία του κράτους της. Τότε, ο φιλελεύθερος πολιτικός Friedrich Naumann –που δίνει το όνομά του, σήμερα ακόμη, στο πολιτικό ίδρυμα του Κόμματος των Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP)– πραγματοποίησε ένα ταξίδι στην Αθήνα και χαρακτήρισε τους Έλληνες «θετά παιδιά της Ευρώπης, έναν φτωχό λαό» που όμως θα μπορούσε να αποτελέσει ένα «εξαιρετικά καλό υλικό» εάν τον «διοικούσε μια σταθερή βούληση».

Η μακρα προϊστορια της «κρισης χρεους»


Επομένως, υπάρχει μια μακρά προϊστορία της αυτοκρατορικής εμπλοκής, η οποία κατ’ αρχάς οδηγεί σε μια εξήγηση για το αδιανόητο γεγονός του αφανισμού 1.600 χωριών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το ερώτημα είναι εάν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας λαμβάνει τελικά πραγματικά υπόψη της την «αλληλεπικαλυπτόμενη επικράτεια» (Έντουαρντ Σαΐντ) με την Ελλάδα τόσο πολιτικά όσο και πολιτισμικά. Στη λεγόμενη κρίση χρέους η Γερμανία επέδειξε μια στάση στην οποία τα οικονομικά χρέη έμοιαζαν να είναι –όπως και στον Naumann–πρόβλημα κακού χαρακτήρα. Πρόσφατα, ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών Χορστ Ζέεχοφερ δήλωσε ότι θα ήταν καλύτερο για την Ελλάδα αν οι Βαυαροί είχαν μείνει στη χώρα ως ηγεμόνες, γεγονός που στα συνολικά συμφραζόμενα δεν φάνηκε ακριβώς ως αστεϊσμός. Ο Ινδός πολιτικός επιστήμονας Ραναμπίρ Σαμαντάρ παρατήρησε ότι η ευρωπαϊκή κρίση χρέους ακολούθησε ένα μετα-αποικιοκρατικό σενάριο. Πού αντανακλάται όμως η μερική εξάρτηση εντός των ευρωπαϊκών δομών; Εδώ δεν πρόκειται πάντα για ηθικά ερωτήματα ενοχής και αθωότητας, αλλά για μια νέα αντίληψη των πλεγμάτων σχέσεων στις ποικίλες μορφές αναπόφευκτης γειτονίας και συνεργασίας. Η Γερμανία χρειάζεται μια νέα, διευρυμένη πολιτική της μνήμης επειδή οι διασυνοριακές σχέσεις είναι πιο σημαντικές από ποτέ για μια χώρα που την επηρεάζει ολοένα περισσότερο η μετανάστευση, που είναι ενταγμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ενσωματωμένη σε ένα παγκόσμιο γίγνεσθαι στο οποίο το παρελθόν θα συνεχίσει να παίζει ένα ρόλο.