Εκδοτικη αγορα Ειναι η κριση παρελθον για το ελληνικο βιβλιο;

Μανώλης Πιμπλής
Μανώλης Πιμπλής | Μανώλης Πιμπλής / © Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού

Μια ελπιδοφόρα ματιά στην αγορά του βιβλίου και τη λογοτεχνία

Η ελληνική εκδοτική αγορά είναι σχετικά μικρή, αλλά ενδιαφέρουσα. Αν θέλουμε να πιάσουμε το νήμα ιστορικά, ένα βασικό σημείο αναφοράς της σύγχρονης ελληνικής εκδοτικής πραγματικότητας είναι η πτώση του καθεστώτος των Συνταγματαρχών, της δικτατορίας δηλαδή που κράτησε από το 1967 έως το 1974. Από το 1974 και μετά τα πάντα αλλάζουν, καθώς θεμελιώνεται το πιο δημοκρατικό καθεστώς που γνώρισε ποτέ ο τόπος και, μαζί με αυτό, η ελευθερία του λόγου, σε ένα βαθμό επίσης πρωτόγνωρο για τη χώρα. Νέοι εκδοτικοί οίκοι εμφανίζονται και οι παλιότεροι, προδικτατορικοί, εξαφανίζονται σχεδόν εντελώς, με μικρές (αλλά σημαντικές) εξαιρέσεις. Οι μεγαλύτεροι ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι της σημερινής εποχής τότε ξεκινούν τη δράση τους και δεν είναι τυχαίο ότι γιορτάζουν τώρα τα 30, τα 40 ή και τα 50 χρόνια τους.

Στη διάρκεια των χρόνων που ακολούθησαν, ο αρχικός ενθουσιασμός των εκδοτών, που είχε και πολιτικά χαρακτηριστικά σε ένα ιδιαίτερα πολιτικοποιημένο γενικό κλίμα, έδωσε τη θέση του στη σταδιακή ωρίμανση της αγοράς, την εμβάθυνση της εκδοτικής πολιτικής, την προσπάθεια ανάπτυξης του χώρου του βιβλίου με όρους επιχειρηματικούς. Ωστόσο θα πρέπει να πούμε ότι, καθώς ακόμη και οι μεγαλύτερες εκδοτικές επιχειρήσεις παραμένουν μέχρι σήμερα οικογενειακές, εκείνος ο αρχικός νεανικός ενθουσιασμός εξακολουθεί να υπάρχει, αυτή τη φορά με τη μορφή μιας στράτευσης για την ανάγνωση, μιας βαθιάς αγάπης για την εκδοτική εργασία που ξεφεύγει από τα στενά όρια των επιχειρηματικών πλάνων.

Η ανάπτυξη αυτή έφτασε στο αποκορύφωμά της κάπου ανάμεσα στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2000. Οι εφημερίδες είχαν πια ένθετα για το βιβλίο, η ποιότητα της εκδοτικής παραγωγής άρχισε να βελτιώνεται θεαματικά, κάποια φαινόμενα πειρατείας στον τομέα των δικαιωμάτων άρχισαν να περιορίζονται, οι πρώτες αλυσίδες βιβλιοπωλείων έκαναν την εμφάνισή τους. Δεν έλλειψαν και οι υπερβολές, ιδίως στον τομέα των βιβλιοπωλείων, με κάποια καινούρια, πολυώροφα βιβλιοπωλεία να κλείνουν το ίδιο θεαματικά, όπως άνοιξαν.

Ένα ερωτηματικό παραμένει πάντως το αναγνωστικό κοινό. Το κοινό του βιβλίου, πριν τη δικτατορία ήταν μικρό, περιορισμένο σε στενούς κύκλους πιο μορφωμένων ανθρώπων. Μετά το 1974 άρχισε να ανοίγει, ωστόσο το σύστημα της εκπαίδευσης απέτυχε να εμφυσήσει το πνεύμα και την αγάπη της ανάγνωσης σε όλους τους μαθητές, με  αποτέλεσμα και σήμερα, και παρά το γεγονός ότι έχει διευρυνθεί σημαντικά, το αναγνωστικό κοινό να υπολείπεται αναλογικά, συγκρινόμενο με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Εν πάση περιπτώσει η χρονιά κορύφωσης της ανάπτυξης αυτής είναι το 2008. Ενδεικτικά, η εκδοτική παραγωγή πέρασε από τα 7.500 βιβλία το 2000, στα 11.000 σχεδόν νέα βιβλία το 2008. Μετά ήρθε η οικονομική κρίση και η χρεοκοπία που, όπως σε όλους τους τομείς της οικονομίας, έτσι και στο βιβλίο, γύρισε τη χώρα πολλά χρόνια πίσω. Η πτώση της παραγωγής ήταν μεγαλύτερη από χρόνο σε χρόνο και έφτασε στο χειρότερο σημείο της το 2014, οπότε εκδόθηκαν 6.200 νέοι τίτλοι, περίπου. Έκτοτε άρχισε μια νέα σταδιακή αύξηση της παραγωγής, που μεγαλώνει χρόνο με το χρόνο. Το 2017 εκδόθηκαν 7.600 νέα βιβλία. Και το 2018 φαίνεται πως είναι ακόμη περισσότερα.

Τα χαρακτηριστικά αυτής της καινούριας περιόδου, που ξεκινάει με το τέλος του κύκλου αυτής της κρίσης, των δημοσιονομικών αναδιαρθρώσεων και των μεταρρυθμίσεων που επέβαλε η χρεοκοπία, είναι σε πολλά σημεία ενθαρρυντική. Η εκδοτική παραγωγή είναι πλούσια σε ποικιλία, καλύπτει όλα τα είδη του λόγου και κάθε κατηγορία βιβλίου. Έχει επίσης υψηλά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Βγαίνουν καλά βιβλία σε επιμελημένες εκδόσεις, με καλές μεταφράσεις, ενώ οι εκδότες εκείνοι που άλλοτε έβγαζαν πρόχειρες μεταφράσεις ή δεν πλήρωναν δικαιώματα, τείνουν να εκλείψουν. Τόσο ο ανταγωνισμός σε μια δύσκολη περίοδο όσο αυτή που πέρασε η Ελλάδα, όσο και η εμφάνιση, τα τελευταία χρόνια, νέων μικρών ποιοτικών εκδοτικών οίκων, ανέβασαν ακόμα περισσότερο το επίπεδο των εκδόσεων. Βέβαια η αύξηση της κίνησης στα βιβλιοπωλεία δεν ακολουθεί αναλογικά, την αύξηση των νέων τίτλων. Η αγορά παραμένει άναρχη, καθώς βιώνει τις συνέπειες της κρίσης στα πορτοφόλια των ανθρώπων. Έτσι υπάρχουν ακόμη πολλές εκδοτικές προσφορές σε πολύ χαμηλές τιμές. Ωστόσο υπάρχουν ενδείξεις σημαντικής ανάκαμψης. Τον μήνα Νοέμβριο του 2018 εκτιμάται ότι ο τζίρος των βιβλιοπωλείων αυξήθηκε κατά 30% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2017. Σημαντική εξέλιξη, αν και μένει να δούμε αν η αύξηση αυτή θα παγιωθεί. Οι αναταράξεις είναι ακόμη παρούσες και θα παραμείνουν αναπόφευκτα για τα επόμενα ένα-δύο χρόνια.

Καθώς όμως το βιβλίο βγαίνει από την κρίση, παρατηρούνται κάποιες αλλαγές σημαντικές τόσο στην παραγωγή όσο και στη συμπεριφορά των αναγνωστών. Μία σαφής μεταβολή είναι η άνοδος του δοκιμίου που, παλιότερα, είχε πολύ χαμηλότερη κίνηση από τη λογοτεχνία. Βγαίνουν πολύ καλύτερα δοκίμια, ελληνικά και μεταφρασμένα, και έχουν πολύ μεγαλύτερη απήχηση στο κοινό σε σχέση με παλαιότερα. Αιτία φαίνεται να είναι τόσο η δίψα να εξηγηθεί η ελληνική κρίση, όσο και οι γενικότερες διεθνείς αβεβαιότητες των ημερών μας. Αλλά και η κάθετη αύξηση, τις τελευταίες δεκαετίες, του ποσοστού του πληθυσμού όχι μόνο με πανεπιστημιακά πτυχία, αλλά και με μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών.

Μία ακόμη αλλαγή είναι η αύξηση της ανάγνωσης μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Η μεταφρασμένη λογοτεχνία αποτελούσε πάντα κεντρική εκδοτική επιλογή: ένα 35-40% της λογοτεχνικής παραγωγής είναι από μετάφραση τα τελευταία είκοσι χρόνια. Αυτό που αλλάζει είναι η συμπεριφορά των αναγνωστών που μέχρι πρότινος ήταν ελληνοκεντρική. Τώρα διαβάζουν πολύ περισσότερο από παλιά, ξένη λογοτεχνία.

Ένα τρίτο σημείο είναι η αύξηση της σημασίας της αστυνομικής λογοτεχνίας που, στην Ελλάδα, θεωρούνταν για δεκαετίες παραλογοτεχνία και αντιμετωπιζόταν αρνητικά από μεγάλο μέρος του κοινού. Σήμερα υπάρχει μεγάλη αύξηση πωλήσεων ξένης αστυνομικής λογοτεχνίας και μεγάλη αύξηση του αριθμού των Ελλήνων συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας (αν και όχι όμως μεγάλη αύξηση και των αναγνωστών ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας).

Ένα ακόμα σημείο παρατήρησης είναι η μείωση, μέχρι εξαφάνισης σχεδόν, των λευκωμάτων. Ως ακριβά βιβλία, τα λευκώματα έπαψαν να αγοράζονται από τη μεσαία τάξη και, πλέον, βγαίνουν μόνο πολύ ακριβά λευκώματα που αγοράζονται από πλουσιότερους καταναλωτές ή χρηματοδοτούνται από ιδρύματα. Αυτό, βέβαια, μπορεί να αλλάξει στο μέλλον.

Τέλος θα πρέπει να σημειώσουμε τη σταθερά ανοδική πορεία του παιδικού βιβλίου. Το παιδικό βιβλίο κατέκτησε εδώ και χρόνια το 20% της αγοράς και στα χρόνια της κρίσης η θέση του αυτή μάλλον εδραιώθηκε παρά επλήγη. Αυτό είναι ζήτημα νοοτροπίας, καθώς οι γονείς προτιμούν να αγοράζουν βιβλία για τα παιδιά τους παρά για τους ίδιους, αν δεν έχουν αρκετά χρήματα για να κάνουν και τα δύο. Στα χρόνια μάλιστα της κρίσης επεκτάθηκε επίσης πολύ η αγορά του παιδικού βιβλίου ως δώρου.

Συμπερασματικά, η ελληνική εκδοτική αγορά βγαίνει σήμερα από την κρίση με αρκετές πληγές, επέδειξε όμως αξιοσημείωτες αντοχές ενώ συνέχισε αδιάλειπτα την πορεία εκσυγχρονισμού της παρά τα απίστευτα μεγάλα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισε. Η επαναφορά, πριν από λίγους μήνες, της ενιαίας τιμής βιβλίου, που καταργήθηκε στα χρόνια των μνημονίων, αναμένεται να σταθεροποιήσει και τα μικρά βιβλιοπωλεία, που είχαν υποστεί τη μεγαλύτερη ζημιά. Εξετάζεται επίσης η επανίδρυση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, που επίσης καταργήθηκε από τα μνημόνια, πριν από μερικά χρόνια. Με άλλα λόγια υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις ώστε να βλέπει κανείς τα πράγματα αισιόδοξα για το μέλλον της εκδοτικής αγοράς, το πόσο γρήγορα όμως θα αναπτυχθεί αυτή εξαρτάται από το πότε και κατά πόσο θα αποκατασταθεί μέρος της απολεσθείσας αγοραστικής ικανότητας του μέσου πολίτη, που είδε το εισόδημά του να συρρικνώνεται κατά 30-40% μετά το 2010 και είδε και την ανεργία, που πριν την κρίση ήταν στο 8-10% και σήμερα βρίσκεται στο 18,3%, να εκτοξεύεται στο εξωφρενικό 27% το 2013-2014.
 

© 2019 Litrix.de
Erstveröffentlichung auf dem Literaturportal www.litrix.de, das seit 2004 deutschsprachige Neuerscheinungen vorstellt und deren Übersetzung fördert.