1955-1956 Η πρωτη χρονια (1955-1956)

Γερμανική Βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου Goethe Θεσσαλονίκης, 1962, οδός Ερμού 41 Γερμανική Βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου Goethe Θεσσαλονίκης, 1962, οδός Ερμού 41

Στη διάρκεια των τριών πρώτων ετών της παραμονής μου στην Αθήνα εξοικειώθηκα μεν με τη γλώσσα και τη νοοτροπία, έκανα ταξίδια και οδοιπορίες και γνώρισα τη χώρα και τους κατοίκους της, όμως κάθε άλλο παρά ευτυχής ένιωθα στη θέση μου ως δεύτερου τη τάξει στο Goethe-Institut της πρωτεύουσας. Το φθινόπωρο του 1955 ήρθε επιτέλους η στιγμή που δόθηκε η δυνατότητα να ανοίξει ένα δεύτερο ινστιτούτο στην Ελλάδα. Ήμουνα ευτυχής που μπορούσα ξανά, ύστερα από δέκα χρόνια, να πάρω επάνω μου μια αποστολή, να βάλω τη δική μου σφραγίδα σ’ ένα χωράφι χέρσο.   

Τον Σεπτέμβρη του 1955 έφυγα για τη Θεσσαλονίκη, όπου ήδη στα τέλη Ιουνίου επιτηρούσα εξετάσεις γερμανικών, έμεινα τις πρώτες μέρες σ’ ένα μέτριο ξενοδοχείο, έβαλα μια αγγελία στην εφημερίδα και νοίκιασα από ένα φιλικό ζευγάρι ένα απλό δωμάτιο σε μια πολυκατοικία στην Εγνατία οδό, τη φημισμένη Via Egnatia της Αρχαιότητας, απέναντι από την αψίδα του Γαλέριου. Ωστόσο το βλέμμα μου απ’ το παράθυρο δεν έστεκε σ’ αυτήν, όσο πάνω σ’ ένα ρημαγμένο απ’ τους ανέμους βυζαντινό εκκλησάκι.  

Επίσημο γερμανικό ίδρυμα δεν υπήρχε τότε ακόμα στη πόλη. Προξενείο άνοιξε μόλις το Φεβρουάριο του 1956. Η αρμοδιότητα της διευθέτησης γερμανικών υποθέσεων ανήκε στον κύριο Dorfmüller, άνω των 70 ετών, ο οποίος με υποδέχτηκε μεν φιλικά, αλλά ούτε να με βοηθήσει μπορούσε, ούτε να με φέρει σε προσωπική επαφή με σημαίνοντες  Έλληνες. Υπήρχε πάντως ένας Ελληνο-Γερμανικός σύνδεσμος, με πρόεδρο τον οικονομολόγο καθηγητή Βογιατζή, έναν καλόκαρδο άνθρωπο, δύο χρόνια μεγαλύτερο από μένα, σπουδασμένο στο Μόναχο. Υπό την αιγίδα του Ελληνο-Γερμανικού συνδέσμου γίνονταν εδώ και σχεδόν δύο χρόνια μαθήματα γερμανικής γλώσσας, υπό την εποπτεία του Goethe-Institut Αθηνών. Την ευθύνη των τμημάτων είχαν δύο γερμανίδες κυρίες, παντρεμένες με Έλληνες.

Το ξεκινημα

Zeugnisvergabe mit dem Institutsleiter – hier an die spätere Verlegerin und Übersetzerin Niki Eideneier, 1963 Zeugnisvergabe mit dem Institutsleiter – hier an die spätere Verlegerin und Übersetzerin Niki Eideneier, 1963 © Goethe-Institut Thessaloniki

Εγκατέλειψα τότε σύντομα τον  πενιχρό χώρο που είχα στη διάθεσή μου στο απόκεντρο δρομάκι. Εκτός από τη Ρενάτε Μαμαλάκη ήταν και η Μπέρτα Γεράκη, μια άξια και αγαπητή καθηγήτρια, καθώς και ο σύζυγός της ο οποίος, πέρα από την υπαλληλική του επαγγελματική δραστηριότητα, θα εργαζόταν και ως γραμματέας και ταμίας. Και οι δύο με υποστήριξαν τον πρώτο μου χρόνο στη Θεσσαλονίκη απλόχερα. Με καλούσαν συχνά στο όμορφο σπίτι τους, και με έφεραν σε επαφή με επιφανείς Έλληνες, με τους οποίους διατήρησα σύνδεσμο πολλά χρόνια, πριν μετακομίσουν στην Αθήνα.  

Η ελληνίδα γραμματέας Δάφνη Κουρμπέτη ήταν και φιλόπονη και ιδιαίτερα ικανή στην επαφή με τους σπουδαστές στα διάφορα τμήματα – άλλωστε παρακολουθούσε και η ίδια ένα τμήμα του μεσαίου επιπέδου. Δούλεψε μαζί μου πολλά χρόνια, μέχρι που παντρεύτηκε τελικά, το 1967, το συνεργάτη μου Heinz Müller.  

Αυτό ήταν λοιπόν το μικρό μου επιτελείο στο ξεκίνημα. Αρχικά αναζητήσαμε νέους χώρους διδασκαλίας με κριτήριο, ασφαλώς, το χαμηλό κόστος. Από το Μόναχο δεν είχαμε ακόμα καμιά επιδότηση, πενιχρή ήταν και η ενίσχυση από το Goethe-Institut Αθηνών. Εκείνα τα πρώτα χρόνια το Ινστιτούτο λάμβανε από το Υπουργείο Εξωτερικών ένα μηνιαίο ποσό της τάξης των 500 γερμανικών μάρκων, έτσι τα δε μαθήματα που παρέδιδα τόσο εγώ όσο και οι συνεργάτες μου τα καλύπταμε αναγκαστικά από τα έσοδα. Το ίδιο και το ενοίκιο, τα έξοδα των εκδηλώσεων κ.λπ. Μόλις τη δεύτερη χρονιά εγώ και ο αποσπασμένος από το Μόναχο Müller εξασφαλίσαμε σταθερό μισθό. Κατά τ’ άλλα ήμουνα ο μόνος διευθυντής Ινστιτούτου Goethe, που κάλυπτε για πολλά χρόνια ακόμα όλα τα έξοδα χωρίς οικονομική υποστήριξη. Oικονομία λοιπόν στην προσωπική μου ζωή, οικονομία και στη δουλειά μου.

Καινοοργιοι χωροι

Βρήκαμε στην κεντρική οδό Τσιμισκή, σε καλό σημείο, έναν όροφο, ο οποίος μας εξυπηρέτησε για λιγότερο από ένα χρόνο. Είχαμε εκεί τρεις αίθουσες διδασκαλίας και τίποτε άλλο. Η Δάφνη δεχόταν τις αιτήσεις στο χωλ, όπου περνούσα κι εδώ τα κενά μεταξύ των μαθημάτων, καθώς δεν είχα ακόμα γραφείο. Μετατρέψαμε την κουζίνα σε ένα πρωτόγονο αναγνωστήριο, και βολέψαμε τα λίγα  βιβλία μας σ’ ένα ραφάκι.

Τότε άρχισα να βάζω για πρώτη φορά αγγελίες στον Τύπο, χρησιμοποιώντας το όνομα Goethe-Institut. Μερικοί είχαν ενστάσεις για την πρωτοβουλία μου αυτή, καθώς η Ελληνογερμανική Μορφωτική Σύμβαση είχε υπογραφεί μόλις το 1957* επ’  ευκαιρία μιας επίσκεψης του Heuss, Προέδρου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ωστόσο εγώ δεν αντιμετώπισα ποτέ προσκόμματα στη δουλειά μου από επίσημη ελληνική πλευρά. Στα πρώτα χρόνια πάντως ήταν πολλοί εκείνοι που με καλούσαν στο τηλέφωνο ζητώντας να μιλήσουν με τον κ. Γκέτε: Νόμιζαν πως ο «Goethe» ήταν ο ιδιοκτήτης ενός ιδιωτικού ινστιτούτου. Εγώ απαντούσα πάντα: «Ο ίδιος» ή «αυτοπροσώπως». Δεν είχε νόημα να κάνω μάθημα γερμανικής φιλολογίας σε ανθρώπους που ενδιαφέρονταν αποκλειστικά για τη γλώσσα.

Κυκλοι μαθηματων γερμανικης γλωσσας

Μαθητές άρχισαν να συρρέουν στα τμήματα – ο αριθμός τους τη χρονιά εκείνη αυξήθηκε τουλάχιστον κατά 60%. Εγώ, που σκόπευα αρχικά να διδάσκω μόνο μέχρι τις 9 το βράδυ, πρόσθεσα στο πρόγραμμά μου άλλη μια ώρα: 9–10. Μερικούς μήνες αργότερα εμπιστεύθηκα κάποια τμήματα και στον συμπαθητικό υιό Dorfmüller.

Δίδασκα σε όλα επίπεδα, μερικοί δε μαθητές μού έμειναν πιστοί ως το δίπλωμα, όπως ο ευφυέστατος 18χρονος φοιτητής Κεραμεύς, που συγκαταλέγεται σήμερα στους σημαντικότερους καθηγητές Νομικής και διδάσκει συχνά και σε γερμανικά πανεπιστήμια.
Ιδιαίτερα με ευχαριστούσε η διδασκαλία στην ανώτερη βαθμίδα, στους μαθητές του οποίου τον δεύτερο χρόνο έδωσα και το πτυχίο.
  
Μερικοί από τους συμμετέχοντες διακρίθηκαν και σε μεταγενέστερα χρόνια.  Ο νεαρός βοηθός Ρεντσεπέρης, π. χ., έγινε τακτικός καθηγητής στο τμήμα Φυσικής της Σχολής Θετικών Επιστημών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), παντρεύτηκε μια όμορφη αοιδό, την οποία γνώρισε στο τμήμα μου και αποκαλούσε τον πρωτότοκο γιό του «Πρωτότοκο του Goethe». Ο Λογοθέτης εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο διακεκριμένους Έλληνες ζωγράφους. Τον συνάντησα, γενειοφόρο, ξανά στην Αθήνα. Η Αλίκη Κιάντου, μετέπειτα κυρία Παμπούκη, υπήρξε στέλεχος της Κοσμητείας της Νομικής Σχολής. Η Ρούλα Σαντοριναίου υπήρξε επί μακρόν ένας από τους κύριους στυλοβάτες του Γερμανικού προξενείου.

Οι πρωτες εκδηλωσεις

Vorderseite und Rückseite:  Erste bisher recherchierbare gedruckte Einladung des Goethe-Instituts Thessaloniki zum Weihnachtskonzert am 21. Dezember 1957 Vorderseite und Rückseite: Erste bisher recherchierbare gedruckte Einladung des Goethe-Instituts Thessaloniki zum Weihnachtskonzert am 21. Dezember 1957 © Goethe-Institut Thessaloniki

Με την εξέλιξη της δουλειάς στο πεδίο της γλωσσικής διδασκαλίας είχα κάθε λόγο να είμαι ικανοποιημένος. Ευχαρίστως θα παρουσίαζα συχνότερα το Goethe-Institut στο ελληνικό κοινό, όμως τον πρώτο χρόνο οι ευκαιρίες για κάτι τέτοιο ήταν ελάχιστες, η δε πρώτη μας εκδήλωση τον Νοέμβριο του 1955 ήταν ένα πραγματικό φιάσκο. Είχε έρθει και ο Günther απ’ την Αθήνα κι έφερε δύο ταινίες, μια μικρού μήκους και μια κανονική, για τον νεαρό Schiller στη σχολή Karlsschule. Η εκδήλωση, της οποίας συνδιοργανωτές ήταν το Goethe-Institut και ο Ελληνο-Γερμανικός Σύλλογος, έγινε στην αίθουσα τελετών της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, που φιλοξένησε και αργότερα πολλές εκδηλώσεις μας (συναυλίες, διαλέξεις, κινηματογραφικές βραδιές κ.λπ).

Καθώς ο καθηγητής Βογιατζής απουσίαζε, έπεσε σε μένα το καθήκον της υποδοχής των πολυάριθμων καλεσμένων. Έβαλα να μου μεταφράσουν μερικές φράσεις σε άψογη καθαρεύουσα, τις αποστήθισα και τις απάγγειλα τέλεια, αν και πολύ αργά.
Εν παρενθέσει: στη διάρκεια της μακρόχρονης θητείας μου στο Goethe-Institut εκφώνησα σε πολλές περιστάσεις βραχείς λόγους στα ελληνικά. Πολύ σύντομα οι μαθητές μου με ρώτησαν γιατί δεν χρησιμοποιώ τη δημοτική, που θα μου ήταν και πιο εύκολη. Μια φορά λοιπόν είπα κι εγώ, πριν από μια εκδήλωση, στον κ. Έξαρχο, καθηγητή θεολογίας: «Σήμερα θα μιλήσω στη δημοτική».
«Μην το κάνετε, θα είναι μεγάλη προσβολή. Εγώ πάντως, να ξέρετε, θα εγκαταλείψω την αίθουσα διαμαρτυρόμενος», απάντησε εξοργισμένος. Όμως εγώ δεν μπορούσα πια ν’ αλλάξω το  κείμενο. Τον κοίταξα δειλά, εκείνος παρέμεινε τελικά στη θέση του κι ύστερα μου είπε πως δεν ήταν δα και τόσο τρομερό. Η μάχη μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής ήταν τότε σε μεγάλη έξαρση. Οι Θεολόγοι και οι Νομικοί αρνούνταν να παρακολουθήσουν διαλέξεις φιλολόγων. «Αυτά δεν είναι ελληνικά», έλεγαν. Και το αντίστροφο. Στην εδώ Φιλοσοφική Σχολή κυριαρχούσαν οι δημοτικιστές, στη συντηρητική Φιλοσοφική της Αθήνας οι άλλοι.  
Εν πάση περιπτώσει, η προβολή της ταινίας μικρού μήκους έτυχε καλής υποδοχής από το κοινό, όμως λίγο μετά την έναρξη της ταινίας για τον Schiller, παρουσιάστηκαν παροδικές διακοπές ρεύματος με αποτέλεσμα να αναγκαστούμε να διακόψουμε την προβολή.

Με επιτυχία στέφθηκε ωστόσο μια εορταστική βραδιά, παραμονή Χριστουγέννων, στην ίδια αίθουσα, μολονότι δεν είχαμε και τίποτα ιδιαίτερο να προσφέρουμε. Όμως οι άνθρωποι τότε δεν ήταν τόσο κακομαθημένοι και μπλαζέ όπως σήμερα. Στην εκδήλωση η γραμματέας του Ωδείου ερμήνευσε τραγούδια θερινής μάλλον παρά χριστουγεννιάτικης ατμόσφαιρας, μερικές μαθήτριες απάγγειλαν χριστουγεννιάτικα ποιήματα, ακούστηκε ακόμα και το απαραίτητο «Άγια Νύχτα» στα γερμανικά, και στο τέλος είπα κι εγώ δυο λόγια, πάλι στα γερμανικά, κι ευχήθηκα σε όλους «Καλά Χριστούγεννα κι Ευτυχισμένο το Νέο Έτος» και στις δυο γλώσσες. Φυσικά χριστουγεννιάτικα δέντρα δεν υπήρχαν τότε, αρκεστήκαμε λοιπόν σε ένα ψεύτικο. Παρά τις μάλλον μέτριες ερμηνείες, όλοι έδειχναν ενθουσιασμένοι, εγώ εισέπραξα άφθονους επαίνους, και ο Dorfmüller είπε: «Να δεις που Θα ξημερώσει κάτι καλό». 


*Στο σημείο αυτό η μνήμη του τον απατά: Η επίσκεψη του Προέδρου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας  Theodor Heuss, η πρώτη μεταπολεμικά με αυτήν του την ιδιότητα στο εξωτερικό, έλαβε χώρα τον Μάιο του 1956. Η «Μορφωτική Σύμβασις μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδος και της Ομοσπονδιακής Γερμανικής Δημοκρατίας» χρονολογείται την 17. 5.1956 και καταχωρήθηκε στο ΦΕΚ 241/13.10.1956 τ. 1Ο (Σημ. της σύνταξης).