Γρήγορη πρόσβαση:
Απευθείας μετάβαση στο περιεχόμενο (Alt 1)Απευθείας μετάβαση στη δευτερεύουσα πλοήγηση (Alt 3)Απευθείας μετάβαση στην κύρια πλοήγηση (Alt 2)

Οκτωβριος 2019
ΠΩΣ ΟΙ ΦΗΜΕΣ ΕΓΙΝΑΝ FAKE NEWS

Ilustracja: Co przekształciło plotkę w fake news
© Polityka Insight

Η σταδιοδρομία του όρου fake news απογειώθηκε το έτος 2016, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ και οι πολίτες της Μεγάλης Βρετανίας ψήφισαν στην πλειοψηφία τους υπέρ της εξόδου από την ΕΕ. Τόσο στην αμερικανική προεδρική προεκλογική εκστρατεία όσο και στη συζήτηση περί Brexit ειδήσεις που αργότερα αποδείχτηκαν εσφαλμένες και παραπλανητικές έπαιξαν κάποιο ρόλο. Παρ’ όλα αυτά, κανένας από το περιβάλλον του Αμερικανού προέδρου ή τους εισηγητές του Brexit δεν ομολόγησε την ευθύνη του για την εξαπάτηση της κοινής γνώμης.
 

Monika Helak, Polityka Insight

Αυτή ήταν η στιγμή που φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι υποστήριξαν μετ’ επιτάσεως ότι ξεκινά μια νέα εποχή της μεταπολιτικής: μια περίοδος στην οποία η αλήθεια δεν παίζει πια ρόλο και το συναίσθημα είναι το σημαντικότερο όπλο στη μάχη για την εξουσία. Ωστόσο, μια τέτοια αντίληψη της πολιτικής μάς είναι ήδη γνωστή από την ιστορία.

ΟΙ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΑΝΕΚΑΘΕΝ ΥΠΗΡΧΑΝ

Ούτε η εκλογική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ ούτε το Brexit ήταν η πρώτη περίπτωση αυτού του είδους. Ένα από τα γνωστότερα παραδείγματα της ιστορίας είναι η αναμέτρηση μεταξύ Οκταβιανού και Μάρκου Αντώνιου για την αποκλειστική κυριαρχία στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο Οκταβιανός αποφάσισε να βλάψει τη φήμη του αντιπάλου του βάζοντας να κόψουν νομίσματα με μια απεικόνιση του Μάρκου Αντώνιου που τον παρουσίαζε ως έναν ανίσχυρο ηγεμόνα και υποχείριο της βασίλισσας Κλεοπάτρας. Ύστερα, έθεσε αυτά τα παραλλαγμένα νομίσματα σε κυκλοφορία, για να διαδώσει την αρνητική εικόνα του αντίζηλού του στο λαό.

Αλλά και η υπόληψη της βασίλισσας της Γαλλίας Μαρίας Αντουανέτας υπέστη πλήγμα εξαιτίας μιας φήμης. Της αποδόθηκε μια φράση για τους λιμοκτονούντες αγρότες («Αφού δεν έχουν ψωμί, ας φάνε παντεσπάνι»), για να καταδειχθεί ο διαχωρισμός ευγενών και λαού και να φανεί δίκαιη η οργή των Γάλλων Επαναστατών. Η Μαρία Αντουανέτα, όμως, κατά πάσα πιθανότητα δεν έκανε ποτέ αυτή τη δήλωση. Στην πραγματικότητα, η ρήση συναντάται ήδη στην αυτοβιογραφία του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ και αναφέρεται στην πραγματικότητα στο μπριός, ένα ελαφρύ παρασκεύασμα από ζυμωμένο αλεύρι. Ο Ρουσσώ απέδιδε τη ρήση στη δούκισσα Μαρία Θηρεσία – η Μαρία Αντουανέτα ήταν μόλις δέκα ετών όταν εκδόθηκαν οι «Εξομολογήσεις» του Ρουσσώ. Εντούτοις, η φήμη αυτή εξακολουθεί να κυκλοφορεί μέχρι σήμερα, ακόμη και από ορισμένους καθηγητές Ιστορίας.

Τη δύναμη των ψευδών ειδήσεων ήξεραν να αξιοποιήσουν και τα αυταρχικά καθεστώτα του 20ού αιώνα. Ο Γιόζεφ Γκαίμπελς μπορούσε χάρη στη ρητορική του δεινότητα και το εθνικοσοσιαλιστικό μονοπώλιο στα μέσα ενημέρωσης να διαδίδει ανενόχλητος ψέματα για τον εβραϊκό πληθυσμό (για παράδειγμα, εκείνα περί μιας υποτιθέμενης οικονομικής συνωμοσίας ή της μετάδοσης ασθενειών). Στη Σοβιετική Ένωση τα μέσα ενημέρωσης χρησιμοποιήθηκαν για να μεταδοθεί στο λαό μια διαστρεβλωμένη εικόνα των καπιταλιστικών κοινωνιών. Τη δεκαετία του ’50, για παράδειγμα, κατηγόρησαν τις ΗΠΑ ότι έκαναν ρίψεις του επιβλαβούς εντόμου «δορυφόρος της πατάτας» στις ανατολικογερμανικές καλλιέργειες. Τα μέτρα αυτά είχαν στόχο να κινητοποιήσουν τους πολίτες εναντίον του ταξικού εχθρού, ακόμη και αν αυτό ήταν εις βάρος της αλήθειας.

Η παραπληροφόρηση παραμένει ως σήμερα ένα αποτελεσματικό μέσο για την επίτευξη διαφόρων στόχων. Μια έρευνα του Πανεπιστημίου του Οχάιο επεσήμανε ότι τα fake news όχι μόνο ωφέλησαν την προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και οδήγησαν στην εκλογική του νίκη. Στη Μεγάλη Βρετανία πάλι, ένα από τα κύρια επιχειρήματα των υποστηρικτών του Brexit ήταν ότι τα μεγάλα κονδύλια με τα οποία η χώρα συνεισέφερε στον προϋπολογισμό της ΕΕ θα μπορούσαν να επενδυθούν στο βρετανικό σύστημα υγείας. Στην πραγματικότητα, φαίνεται πως οι δαπάνες για το βρετανικό σύστημα υγείας NHS πιθανότατα να αυξηθούν λόγω της αποχώρησης από την ΕΕ.

ΣΗΜΕΡΑ ΟΜΩΣ ΤΑ FAKE NEWS ΚΑΡΑΔΟΚΟΥΝ ΣΕ ΚΑΘΕ ΒΗΜΑ…

 Λόγω της αλλαγής των κοινωνικοπολιτισμικών συμφραζομένων, το φαινόμενο χειραγώγησης των μέσων έχει λάβει σήμερα μεγαλύτερες διαστάσεις από ποτέ άλλοτε. Οι σημερινές κοινωνίες χαρακτηρίζονται συχνά ως κοινωνίες της πληροφορίας, οι πολίτες των οποίων κατακλύζονται από ερεθίσματα. Στην αρχή αυτής της εξέλιξης υπήρχε το ραδιόφωνο που έδινε τη δυνατότητα μετάδοσης ειδήσεων για τρέχοντα γεγονότα σε πραγματικό χρόνο. Ακολούθησε η τηλεόραση που μας παρείχε καθημερινά πλημμυρίδα εικόνων από όλο τον κόσμο. Και, τέλος, ήρθε να προστεθεί το Διαδίκτυο, που προσέφερε διαρκή πρόσβαση σε πληροφορίες και έδωσε τη δυνατότητα για έναν πρωτόγνωρο ως τότε βαθμό διάδρασης. Η παρακολούθηση, η διάδοση και ο σχολιασμός επίκαιρων ειδήσεων έγινε για πολλούς ανθρώπους σημαντικό κομμάτι της ζωής τους. Με αυτόν τον τρόπο, τα μεγάλα γεγονότα του παγκόσμιου γίγνεσθαι έγιναν μέρος της καθημερινότητας.

Επειδή ωστόσο ο εγκέφαλός μας έχει πεπερασμένη ικανότητα επεξεργασίας και κριτικής ανάλυσης πληροφοριών, τα μέσα ενημέρωσης έχουν αποδυθεί σε έναν αγώνα δρόμο για να κερδίσουν την προσοχή των χρηστών. Ο αυξανόμενος καταιγισμός ερεθισμάτων συνεπάγεται απώλεια της στοχαστικής δυνατότητας, γεγονός που έχει οδυνηρές επιπτώσεις. Αυτό φαίνεται, μεταξύ άλλων, στη συζήτηση για το Brexit: Ακόμη και οι οπαδοί του Brexit έχουν αιφνιδιαστεί από τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της εξόδου από την ΕΕ, την οποία οι ίδιοι αξίωσαν, παρόλο που θα έπρεπε να τους είναι γνωστές πολύ νωρίτερα.

…ΚΑΙ ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ τις ΔΙΑΔΙΔΕΙ ΑΠΡΟΣΚΟΠΤΑ

Δεν έχουν αλλάξει μόνο η ποσότητα των πληροφοριών και η ταχύτητα διάδοσής τους αλλά και ο τρόπος χρήσης τους. Τους προηγούμενους αιώνες, οι ψευδείς ειδήσεις ήταν μέρος μιας καλά μελετημένης στρατηγικής. Η εφαρμογή της στρατηγικής αυτής ‒λόγω των δαπανών και των ικανοτήτων που προϋπέθετε‒ ήταν αποκλειστικό προνόμιο των λιγοστών εκπροσώπων των ελίτ: ηγεμόνων, στρατιωτικών ηγετών και προσώπων επιρροής του πολιτιστικού βίου. Αντιθέτως, τα κοινωνικά μέσα, ο κύριος δίαυλος διάδοσης των fake news, είναι προσβάσιμα στον καθένα. Και καθένας δημοσιεύει σε ισότιμη βάση τα περιεχόμενα που του φαίνονται κατάλληλα προς δημοσίευση.

Πολλοί χρήστες του Διαδικτύου που διαδίδουν fake news το κάνουν χωρίς να το συνειδητοποιούν – υποκύπτουν στους ίδιους κοινωνικούς και ψυχολογικούς μηχανισμούς που βρίσκουν εφαρμογή και στη διάδοση «συνηθισμένων» φημών. Παράλληλα, όμως, υπάρχουν και επαγγελματίες ψεύτες. Έχουν επισημανθεί περιπτώσεις στρατολόγησης ολόκληρων ομάδων χρηστών στους οποίους ανατέθηκε ως μοναδικό καθήκον να διαδώσουν αναληθείς πληροφορίες που να απευθύνονται στο συναίσθημα. Η στρατηγική αυτή ονομάζεται astroturfing. Χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, από διαφημιστικές εταιρείες: Τα προϊόντα που διαφημίζουν αυτές εγκωμιάζονται υπερβολικά σε διαδικτυακά fora από ικανοποιημένους (αφού πληρώνονται για αυτό) χρήστες.

Μία άλλη διαφορά αφορά την ίδια την τεχνολογία: Σήμερα η εξασφάλιση μεγάλου αριθμού κλικ για την αύξηση της «ορατότητας» των fake news στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να γίνει αυτόματα, με τη βοήθεια των social bots. Η μέθοδος αυτή είναι σαφώς φθηνότερη και πιο γρήγορη από τα παραλλαγμένα νομίσματα του Οκταβιανού: Οι υπεύθυνοι της εκλογικής καμπάνιας του Πολωνού προέδρου Αντρέι Ντούντα φέρονται να πλήρωσαν το 2015 2 ζλότι για κάθε ανάρτηση που δημιουργήθηκε αυτόματα.

Η ΔΥΝΑΜΗ μας είναι ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΜΑΣ

Για το πρόβλημα των ψευδών ειδήσεων ευθύνονται κυρίως δύο φαινόμενα, τα οποία καθιστούν την ίδια στιγμή ελκυστικές τις δυτικές κοινωνίες: η ελευθερία της πληροφορίας και η τεχνολογική πρόοδος. Ακόμη και αν οι ψευδείς ειδήσεις έχουν καταστροφικές συνέπειες, θα είναι δύσκολο να καταπολεμηθούν αποτελεσματικά, γιατί τα σχετικά μέτρα θα σήμαιναν επιστροφή σε μια εποχή όπου λίγα μόνο άτομα επηρέαζαν τον δημόσιο διάλογο. Την ίδια στιγμή, αυτά τα λίγα άτομα θα είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τις ψευδείς ειδήσεις για το προσωπικό τους συμφέρον – ένα φαινόμενα που είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Για την ώρα, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια ριζική λύση. Γεγονός που κάνει ακόμη πιο σημαντική τη δράση της κοινωνίας των πολιτών, με άλλα λόγια την ευθύνη του πολίτη, την κριτική σκέψη και την έντονη αντίδραση κατά των ψεμάτων.