Ποιηματα της Ελενης Τζατζιμακη
Lacrimosa
Για να μιλήσει κανείς για τον θάνατο
Πρέπει πρώτα να μιλήσει για τον έρωτα
Και για όλα εκείνα
Που κάνουν τη ζωή ανυπεράσπιστη.
Νεκροί και ερωτευμένοι
Υπάρχουν μόνο μέσα στις ζωές των άλλων
Ξυπνάνε μαζί τους, κοιμούνται μαζί τους
Τρώνε πρωινό σχεδιάζοντας το μέλλον.
Mέχρι μια μέρα να γίνουν κάδρα στους τοίχους, στοιχισμένα στη σειρά
Που θα τα καθαρίζεις με ευλάβεια τρίβοντας με το χέρι το τζαμάκι
Άλλοτε με ορμή, σχολαστικά
Και άλλοτε με απόγνωση
Που επιμένουν να μη βγάζουν άχνα στο άγγιγμά σου.
Και λυπημένη θα σκέφτεσαι πως μοιάζουν, ένας ένας, με φιλμάκι
Που γύρισες ξενύχτισσα και με την κάμερα στον ώμο
Καθώς εκείνοι θα περνούν βολίδα από τα μάτια σου
Με πρόσωπα χλωμά και μισοφαγωμένα
Και εμβατήριο πένθιμο θα ακούγονται απ’ το βάθος
Ορδές τα «σ’αγαπώ» και «θα μου λείψεις».
Και τότε ανάποδα θα περπατάς, ξανά, τοπία σάρκινα
Aναζητώντας μιαν απάντηση
Χέρια θα σε πιάνουν, χέρια θα σε αφήνουν και όλο θα ρωτάνε
Πώς έφυγες, πώς χάθηκες, πώς βρέθηκαν μακριά σου
Και πάντα εσύ θα τρέχεις να κρυφτείς
Ή θα παρακαλάς να αλλάξουν θέμα.
Κι όχι γιατί δε θέλεις να θυμάσαι
Αλλά γιατί δεν ξέρεις να ξεχνάς
Και άλλη απάντηση εδώ
Δεν έχει
Από τη λήθη.
Pie Jesu Domine,
Dona eis requiem
Μετάφραση - εύσπλαχνε Κύριε Ιησού δώσε τους ανάπαυση: Οι δύο τελευταίοι στίχοι από τον Λατινικό ύμνο Dies Irae, γνωστό από τη χρήση του παλαιότερα στη νεκρώσιμη λειτουργία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Το σώμα της
όλοι πεθαίνουν από ένα είδος κοσμογονίας
Γιώργος Χειμωνάς
Μέσα στην ημέρα
Το φως που υπάρχει και οι συνάψεις του
Διαγράφουν
Το σώμα της
Το σώμα της
Εγγράφει μέσα του
Τις διαστολές
Αρχαίων τοκετών
Το σώμα της
Θα μπορούσε να είναι τα παιδικά του χρόνια
Aξονικός τομογράφος
Με ένδειξη στην οθόνη
Οδύνη ή ωδίνη
Το σώμα της είναι
Ο αφηγητής παντογνώστης
Που χαιρετίζει από απόσταση
Την τελετή Υποστολής του
Το ρολόι του τοίχου (Στη μνήμη της Τ.)
Το ρολόι του τοίχου τις νύχτες βγάζει πόδια και περπατάει
Κάνει τον γύρο του δωματίου
Ύστερα πλένεται στο νεροχύτη
Κι έτσι βρεγμένο
Γεμίζει τον τόπο με νερά
Κι αρχίζουν να γλιστρούν
Άγαρμπα οι ώρες
Μία, δύο, τρεις…
Και μέσα απ’ την πλημμύρα του σπιτιού
Τρέχω με κουβά και με αγκίστρι
Nα ψαρέψω αριθμούς:
Τόσοι
Τόσες
Τόσο
Ήταν
Το ρολόι του τοίχου τα βράδια κάνει θόρυβο πολύ
Οι δείκτες του
Xτυπάνε δυνατά
Σφυρίζουν ανταρσία
Και βάζουνε τα γέλια
Κάθε φορά
Που τους ισιώνω:
Πότε έτσι
Πότε αλλιώς
Οι ώρες πέρασαν
Θέλω να σπάσω το ρολόι του τοίχου
Μα εκείνο γίνεται αμφίβιο
Βάτραχος από πρίγκιπας
Γλοιώδης σαλαμάνδρα
Που σέρνεται αργά μες στα σεντόνια μου:
Kαρφώνει με το ρύγχος της
Tο κρύο μαξιλάρι
Kαι μ’ένα άγριο τικ-τακ
Σφυρίζει πέναλτι.