Οδηγίες της Νυρεμβέργης
Παρούσα κατάσταση και προοπτικές

Nürnberger Empfehlungen: Situation und Perspektiven © © Goethe-Institut Nürnberger Empfehlungen: Situation und Perspektiven © Goethe-Institut

Παρατηρείται σε παγκόσμιο επίπεδο ότι η εκμάθηση ξένων γλωσσών σε μικρή ηλικία αρχίζει νωρίτερα απ’ ότι πριν από 15 χρόνια. Είναι εμφανείς οι γενικότερες προσπάθειες που καταβάλλονται ώστε να σχεδιασθούν συστηματικά προγράμματα διδασκαλίας για μικρές ηλικίες, τα οποία μπορούν να εφαρμοσθούν σε διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα, να καθορισθούν οι στόχοι και η διδακτέα ύλη, να εφαρμοσθούν στην πράξη και να επιμορφωθεί το απαραίτητο προσωπικό.

Μελέτες σε εθνικό και διεθνές επίπεδο αποδεικνύουν ότι το μάθημα ξένης γλώσσας σε μικρή ηλικία μπορεί να ανταποκριθεί πλήρως στις προσδοκίες αυτές.

Τα παιδιά μαθαίνουν με ενθουσιασμό την καινούργια γλώσσα. Κάτω από ευνοϊκές συνθήκες αναπτύσσουν στοιχειώδεις επικοινωνιακές δεξιότητες και αποκτούν γλωσσική συνείδηση. Η επιτυχία των στόχων αυτών εξαρτάται αποδεδειγμένα από την πολιτική που ακολουθείται στο θέμα της γλώσσας και τις παιδαγωγικές και διδακτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη διδασκαλία της ξένης γλώσσας, καθώς σε πολλές περιοχές αυτές δεν ανταποκρίνονται ακόμη στο επιθυμητό επίπεδο [1].

Παράγοντες διαμόρφωσης της γλωσσικής πολιτικής

Οι συνθήκες για την εκμάθηση ξένων γλωσσών σε μικρή ηλικία καθορίζονται σε σημαντικό βαθμό από τις πολιτικές αποφάσεις για ζητήματα εκπαίδευσης και γλώσσας που λαμβάνονται εκτός συγκεκριμένων τόπων εκμάθησης, δηλαδή έξω από τον παιδικό σταθμό, το νηπιαγωγείο και το δημοτικό σχολείο.

Επιλογή γλώσσας και γλωσσική ακολουθία

Πολλοί παράγοντες καθορίζουν ποιές ξένες γλώσσες θα μάθουν οι πολίτες μιας χώρας.

Κατάλληλα προγράμματα

Τα προγράμματα εκμάθησης ξένων γλωσσών σε μικρή ηλικία θα έπρεπε να είναι διαμορφωμένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να κινούν το ενδιαφέρον για τη γλώσσα-στόχο και να προκαλούν τα παιδιά να επικοινωνήσουν στην καινούργια ξένη γλώσσα.

Προδιαγραφές

Το Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς για τις Γλώσσες επιτρέπει τον προσδιορισμό του επιπέδου γλωσσομάθειας για μια συγκεκριμένη γλώσσα, ώστε να είναι δυνατή η κατάταξη σε κλίμακα διαφόρων επιπέδων.


Πηγές
[1] Βλ. Edelenbos, Johnstone & Kubanek (2006); Edelenbos, Kubanek (2007); Engel, Grooth-Wilken & Thürmann (2009)

Περισσότερες πληροφορίες...