Γρήγορη πρόσβαση:

Απευθείας μετάβαση στο περιεχόμενο (Alt 1) Απευθείας μετάβαση στην κύρια πλοήγηση (Alt 2)

Συνέντευξη
Μπγιόρν Λούλαϊ

Μια πινακίδα με το λογότυπο και τις ώρες λειτουργίας του Ινστιτούτου Γκαίτε Κύπρου κρέμονται στον τοίχο. Δίπλα της στέκεται ένας άντρας με γκρίζα μαλλιά και μουστάκι. Φορά κοστούμι και γραβάτα και χαμογελά με το βλέμμα προς τα αριστερά.
Φωτ.: Goethe-Institut

Κύριε Λούλαϊ, μετακινηθήκατε το 2011 από τη Δαμασκό, όπου το Ινστιτούτο Γκαίτε έπρεπε να κλείσει λόγω εμφυλίου πολέμου, στη Λευκωσία, για να επαναλειτουργήσετε το Ινστιτούτο Γκαίτε το οποίο είχε κλείσει το 1999. Τα δύο ινστιτούτα βρίσκονται σε απόσταση 326 χιλιομέτρων. Πόσο κοντά ή πόσο μακριά αισθανθήκατε τους δύο τόπους;

Αποχαιρέτησα τη Συρία με βαριά καρδιά και έκανα αίτηση για τη νέα θέση διευθυντή στη Λευκωσία κυρίως με την ελπίδα να μπορώ αρκετές φορές τον χρόνο να παίρνω τη σύντομη πτήση από τη Λάρνακα για τη Δαμασκό, ώστε να συναντώ εκεί τους φίλους μου και να απολαμβάνω τη μοναδική ατμόσφαιρα αυτής της πόλης. Δυστυχώς αυτή η ελπίδα έσβησε λόγω του πολέμου στη Συρία. Η Λευκωσία βρισκόταν σε έναν άλλο κόσμο. Δεν υπήρχε λογοκρισία, που να μας ανάγκαζε να ζητήσουμε έγκριση για τον προγραμματισμό των εκδηλώσεων μας, και κάτι που στην αρχή με μπέρδευε περισσότερο από όλα: δεν κρέμονταν μεγάλες φωτογραφίες του προέδρου της χώρας στα δημόσια κτίρια. Στη Συρία, το πολιτιστικό έργο με τοπικούς συνεργάτες στην ουσία αποσκοπούσε πάντοτε στο να επεκταθεί το περιθώριο ελευθερίας καλλιτεχνών του τόπου στα πλαίσια της δικτατορίας του Άσαντ. Στην Κύπρο δεν υπήρχε τέτοιος περιορισμός, ενώ η ελευθερία συντελούσε πολιτιστικά σε άλλα θέματα, όπως για παράδειγμα αυτό της πιθανής επανένωσης του διαιρεμένου νησιού.

Μετά από 10 χρόνια κλεισίματος ή συνέχισης ως Goethe-Zentrum (Κέντρο Γκαίτε), ήσασταν ο πρώτος διευθυντής του ινστιτούτου. Τι προκλήσεις αντιμετωπίσατε όταν αναλάβατε το κέντρο και το ξαναχτίσατε σε ινστιτούτο;

Από το κλείσιμο του Ινστιτούτου Γκαίτε Λευκωσίας το 1999, το έργο του Ινστιτούτου Γκαίτε άλλαξε ριζικά παγκοσμίως, όχι μόνο από άποψη περιεχομένου, αλλά κυρίως όσον αφορά τη διοίκηση. Πολλές από αυτές τις αλλαγές δεν υιοθετήθηκαν στο Goethe-Zentrum (Κέντρο Γκαίτε) της Λευκωσίας. Ήταν επομένως απαραίτητο να προσαρμόσουμε το ινστιτούτο, το οποίο επαναλειτούργησε στα μέσα Ιουνίου 2011 με μια μεγάλη γιορτή και (για πρώτη φορά!) μια συνεδρίαση όλων των διευθυντών ινστιτούτων της περιοχής της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στα τότε εργασιακά και χρηματοδοτικά δεδομένα για τον προγραμματισμό και τη διοργάνωση εκδηλώσεων. Αυτό ήταν ένα τιτάνιο έργο, το οποίο δύσκολα θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί χωρίς τη νέα διευθύντρια διοίκησης, η οποία στάλθηκε για να υποστηρίξει το ινστιτούτο για διάστημα τριών χρόνων. Η δημιουργία ενός μισθολογικού σχεδίου και ενός σχεδίου θέσεων ήταν μια μερικές φορές δύσκολη μάχη με το περιφερειακό ινστιτούτο. Αλλά μετά από λιγότερο από ένα χρόνο, η αλλαγή έγινε και το Ινστιτούτο Γκαίτε στη Λευκωσία ήταν ένας αναγνωρισμένος κρίκος στην αλυσίδα των ινστιτούτων σε όλο τον κόσμο.

Το 2013, η Κύπρος υπέστη μια σοβαρή τραπεζική κρίση, η οποία τελείωσε με το λεγόμενο «κούρεμα» όλων των λογαριασμών πέραν των 100.000 Ευρώ. Εσείς βρήκατε αυτή την απόφαση της ΕΕ σκανδαλώδη και διαδήλωσατε εναντίον της δημόσια. Τι σας έκανε να βγείτε στους δρόμους τότε;

Αυτό που με έκανε πολύ εξοργισμένο κατά τη διάρκεια της λεγόμενης τραπεζικής κρίσης στην Κύπρο το 2013 ήταν η συμπεριφορά των διεθνών μέσων ενημέρωσης. Περίμεναν κυριολεκτικά τους Κύπριους να «σφαχτούν» μεταξύ τους με την επαναλειτουργία των τραπεζών και να καταρρεύσει η δημόσια τάξη, αφού οι τράπεζες είχαν κλείσει για αρκετές εβδομάδες. Το αντίθετο συνέβη: την ημέρα που οι τράπεζες άνοιξαν ξανά, οι άνθρωποι ήταν πολύ πειθαρχημένοι, έδιναν προτεραιότητα στους ηλικιωμένους και αδύναμους ανθρώπους, τηρούσαν τους κανόνες συμπεριφοράς και έδειξαν στον διεθνή τύπο πόσο πολιτισμένοι είναι. Το αποτέλεσμα ήταν ότι όλες (!) οι διεθνείς τηλεοπτικές ομάδες έφυγαν την επόμενη μέρα. Αυτό ήταν το κίνητρο για μένα να ασκήσω δημόσια (και ανώνυμα ως πολίτης, όχι ως διευθυντής ινστιτούτου!) κριτική στα μέσα ενημέρωσης και να ζητήσω αλληλεγγύη μαζί με τους Κύπριους, ΟΧΙ με τις τράπεζες, οι οποίες προηγουμένως μπέρδεψαν το νομισματικό σύστημα με ένα καζίνο και προκάλεσαν ολόκληρο το πρόβλημα.

Πώς εξελίχθηκε / έγινε αισθητή αυτή η κρίση στην εργασία του ινστιτούτου στους τομείς του πολιτισμού και της γλώσσας;

Ενώ πριν μπορούσε κανείς να καταθέσει χωρίς όριο χρηματικά ποσά (π.χ. εισόδημα από εγγραφές) στην τράπεζα χωρίς κανείς να ρωτήσει από πού προήλθαν τα χρήματα (!), η κατάσταση ήταν εντελώς διαφορετική μετά την κρίση: έπρεπε κάποιος να τεκμηριώσει τα πάντα και να υπογράψει πολλά έντυπα. Αυτή η νέα διαδικασία αποσκοπούσε στην καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος, η οποία ήταν ενδημική στην Κύπρο και η οποία συνέβαλε στην κρίση. Πέρα από αυτό, μπορούσαμε να συνεχίσουμε να πληρώνουμε εγκαίρως τους υπαλλήλους μας, κάτι που ήταν πολύ σημαντικό για εμένα.

Κάθε επικεφαλής του ινστιτούτου έχει προσωπικές προτεραιότητες και τομείς ενδιαφέροντος. Ποιες ήταν οι προτεραιότητές σας στη Λευκωσία; Τι ήταν σημαντικό για εσάς στην εργασία σας εδώ;

Ως πολιτικός επιστήμονας και ιστορικός που είμαι, ήθελα να χρησιμοποιήσω τη γεωγραφική θέση του Ινστιτούτου Γκαίτε στη Λευκωσία για να συμβάλω  στην προσέγγιση μεταξύ των δύο κοινοτήτων στο νησί και, εάν είναι δυνατόν, επίσης στην επανένωση ή στην ομοσπονδία. Συνεπώς, πραγματοποιήσαμε αρκετές εκδηλώσεις το 2013 και το 2014 με τις διαπραγματευτικές αντιπροσωπείες και των δύο κοινοτήτων στο Ινστιτούτο Γκαίτε, στις οποίες προσκαλέσαμε εμπειρογνώμονες από τη Γερμανία που μίλησαν για τα προβλήματα και τις διαδικασίες που προέκυψαν στη γερμανική επανένωση. Πιο συγκεκριμένα, φορολογικά ζητήματα, διοικητικές μεταρρυθμίσεις, νόμους περί εδάφους, θέματα ακινήτων και πολλά άλλα. Με άλλα λόγια, αναφέρθηκαν πρακτικά πράγματα που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την προσέγγιση ή επανένωση δύο κρατικών συστημάτων. Αυτές οι εκδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν χωρίς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οποιοδήποτε άλλη μορφή δημοσιότητας και ένιωσα ιδιαίτερα ικανοποιημένος όταν είδα πώς οι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι εμπειρογνώμονες συζητούσαν ελεύθερα μεταξύ τους.

Εκτός από αυτές τις πολιτικές δραστηριότητες, εντατικοποιήσαμε επίσης το κινηματογραφικό και μουσικό έργο, καθώς και την ανταλλαγή μεταξύ συγγραφέων. Ήταν απαραίτητο να μετατρέψουμε την πρώην βιβλιοθήκη του πρώην Goethe-Zentrum (Κέντρου Γκαίτε) σε μια σύγχρονη αίθουσα πολλαπλών χρήσεων και να την αναβαθμίσουμε με τον κατάλληλο τεχνικό εξοπλισμό. Αυτό επιτεύχθηκε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα και μας επέτρεψε να διοργανώσουμε μια σειρά σημαντικών εκθέσεων και να γίνουμε γνωστοί σε όλη την πόλη ως χώρος εκδηλώσεων στη «νεκρά ζώνη»;. Η καθιέρωση του υπαίθριου κινηματογράφου μας τους καλοκαιρινούς μήνες προσέλκυσε πολλούς επισκέπτες και συντέλεσε στη δημιουργία νέων φιλιών.

Το Ινστιτούτο Γκαίτε Κύπρου ήταν ο τελευταίος τόπος εργασίας σας. Αλλά επιστρέφετε στην Κύπρο κάθε χρόνο τον Οκτώβριο για να περάσετε τις διακοπές σας εδώ. Τι σας συναρπάζει στην κυπριακή κουλτούρα;

Είναι λιγότερο η γοητεία ως προς τον κυπριακό πολιτισμό από τη χαρά που βλέπω ξανά παλιούς φίλους και γνωστούς και, σε μια εποχή που έχει ήδη κρύο και ο καιρός είναι βροχερός στη Γερμανία, να τρώμε και να πίνουμε έξω τα ζεστά βράδια όσο και να απολαμβάνω τις ομορφιές της φύσης που βρίσκονται στο νησί. Μου αρέσει επίσης να επιστρέφω στο σπίτι στην παλιά πόλη της Λευκωσίας, όπου έζησα για τέσσερα χρόνια και όπου ο ιδιοκτήτης μου μου δίνει πάντα ένα δωμάτιο για να μπορώ να «γυρίσω σπίτι».

Τι εύχεστε στο Ινστιτούτο Γκαίτε Κύπρου για τα επόμενα 60 χρόνια;

Να παραμείνει ένας τόπος συνάντησης ανθρώπων που ενδιαφέρονται για την πολιτιστική ανταλλαγή με τη Γερμανία, όπου μπορούν να γνωρίσουν νέα πράγματα και επίσης να μάθουν και να μιλήσουν τη Γερμανική γλώσσα. Και φυσικά: ότι δεν θα κλείσει ξανά.