Προσοχη στον ξυλινο λογο! Πως οι «αντι-λεξεις» παρερμηνευουν τα γεγονοτα

Παρακολούθηση ή εσωτερική ασφάλεια, τρομοκράτης ή αγωνιστής της ελευθερίας – οι λέξεις δεν μεταφέρουν μόνο πληροφορίες αλλά και απόψεις. Στη γλώσσα της πολιτικής, ωστόσο, συμβαίνει να ξεπερνιούνται τα όρια...

Γιατί χρησιμοποιείται μια λέξη με συνειρμούς γραφικών τοπίων, όπως το Atomruine [«ερειπιώνας πυρηνικού εργοστασίου»], για να περιγράψει κανείς ένα σωρό από ραδιενεργά παλιοσίδερα; Γιατί διαβάζουμε στις εφημερίδες τις λέξεις unschuldigen Opfern [αθώα θύματα], παρότι είναι προφανές ότι κανείς δεν καταπλακώνεται από μια χιονοστιβάδα ή δεν διαμελίζεται από έκρηξη βόμβας δικαίως; Γιατί ο Γερμανός πολιτικός Karl-Theodor zu Guttenberg απαντώντας στην κατηγορία για λογοκλοπή στη διατριβή του χρησιμοποίησε με τέτοια εξόφθαλμη συχνότητα την παθητική φωνή;

Η απάντηση που δίνουν ο δημοσιογράφος Kai Biermann και ο καθηγητής γλωσσολογίας Martin Haase είναι ότι η γλώσσα των πολιτικών συχνά έχει στόχο να συγκαλύψει γεγονότα και να παραπλανήσει τους πολίτες. Από το 2010 ο Biermann και ο Haase συλλέγουν στο blog τους Neusprech.org παραδείγματα που κατά την άποψή τους δείχνουν το πώς ο πολιτικός λόγος συσκοτίζει και παρερμηνεύει τα δεδομένα. Στο βιβλίο τους Sprachlügen [Γλωσσικά ψεύδη], που κυκλοφόρησε το 2012, έχουν συγκεντρώσει και αναλύσει πλήθος άλλων παραδειγμάτων «αντι-λέξεων» και «Νέας Γλώσσας», από το Atomruine έως το zeitnah [Unworte und Neusprech von ‘Atomruine’ bis ‘zeitnah’].

Ποση διαφημιση αντεχει η πολιτικη;

Με τον όρο Neusprech ο Biermann και ο Haase κάνουν μια αναφορά στον Τζωρτζ Όργουελ και στο μυθιστόρημά του 1984 όπου ο συγγραφέας εισάγει τον όρο Newspeak , τη Νέα Γλώσσα. Άρα το φαινόμενο δεν είναι προφανώς τόσο νέο, όσο υπονοεί η ονομασία του. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τον Haase, από τα τέλη του 20ού αιώνα σημειώνεται μια αύξηση των συσκοτισμών και παρερμηνειών στον πολιτικό λόγο: «Ήδη από τη δεκαετία του 1920, ο Edward Bernays είχε παρατηρήσει ότι στη δημοκρατία το ζητούμενο είναι όλο και περισσότερο το να “πουλήσει κανείς καλά τον εαυτό του”. Στο πλαίσιο δε της “οικονομικοποίησης” του πολιτικού λόγου, το γλωσσικό μάρκετινγκ κερδίζει ολοένα μεγαλύτερο έδαφος από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και μετά».

Στο μεταξύ, σημειώνει ο καθηγητής, διαβάζοντας εφημερίδα ή ακούγοντας ράδιο συναντά σχεδόν καθημερινά λέξεις ή φράσεις, που στην ουσία δεν τις κατανοεί κανείς, αλλά και σε όρους που δίνουν μεν μια εικόνα της πραγματικότητας, αλλά αλλοιωμένη: «Πράγματα που κανείς δεν θέλει, όπως για παράδειγμα η παρακολούθηση [Überwachung], παρουσιάζονται ξαφνικά με θετικό πρόσημο, ως εσωτερική ασφάλεια [innere Sicherheit]. Έτσι, δίνεται η εντύπωση ότι όλοι θα θέλαμε την παρακολούθηση», παρατηρεί ο Haase.

Πισω απο καθε λεξη σχεδον κρυβεται μια ιδεολογια

Ωστόσο, και μια λέξη σαν το Überwachung [παρακολούθηση] δεν εμπεριέχει άραγε μια κρίση, εφόσον υποδηλώνει το σκεπτικισμό του ομιλητή απέναντι στις κάμερες σε δημόσιους χώρους ή τα βιομετρικά διαβατήρια; Ή, για να το πούμε διαφορετικά: Υπάρχει ουδέτερη, απαλλαγμένη από ιδεολογία γλώσσα; «Ασφαλώς και όχι, γιατί η γλώσσα μεταφέρει πάντοτε μια στάση, μια ιδέα, μια σύλληψη, μια ιδεολογία» λέει ο Biermann. Η μοναδική εξαίρεση είναι ίσως η επιστήμη, που αιώνες τώρα πασχίζει για έναν ουδέτερο τρόπο έκφρασης και, γι’ αυτόν το λόγο, δεν γίνεται κατανοητή απ’ όλους. Ως προς αυτό είναι πεπεισμένος και ο γλωσσολόγος από το Βερολίνο Anatol Stefanowitsch: «Οι λέξεις ποτέ δεν αποτυπώνουν άμεσα την πραγματικότητα, αλλά αναδεικνύουν πάντα μια συγκεκριμένη οπτική. Και ειδικά όταν πρόκειται για πράγματα αμφιλεγόμενα σε κοινωνικό επίπεδο, τότε οι λέξεις κρύβουν και ιδεολογίες».

Αυτό γίνεται σαφές και από τον τίτλο του βιβλίου των Biermann και Haase Sprachlügen [Γλωσσικά ψεύδη]: «Ο όρος εμπεριέχει μια σαφή απόρριψη αυτού του είδους γλώσσας, αλλά και μια μομφή ότι κατά πάσα πιθανότητα η γλώσσα αυτή χρησιμοποιείται συνειδητά ή τουλάχιστον απερίσκεπτα και ότι οι πολιτικοί θα όφειλαν να το γνωρίζουν αυτό και να το αποφεύγουν». Η συγκεκριμένη μομφή, ωστόσο, αμφισβητείται από τους συγγραφείς του βιβλίου: «Το αν η παραπλάνηση συμβαίνει εσκεμμένα ή όχι δεν το γνωρίζουμε – άλλωστε δεν είναι το πρωταρχικό μας μέλημα αυτό. Από την άλλη μεριά, βεβαίως και έχουμε μια συγκεκριμένη στάση, την οποία δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να κρύψουμε, και η κριτική που ασκούμε στη χρήση της γλώσσας δείχνει ξεκάθαρα ότι απορρίπτουμε ορισμένα πράγματα» σημειώνει ο Biermann.

Οποιος στοχαζεται πανω στα πραγματα, δεν χειραγωγειται

Η επίδραση που έχει η γλώσσα στην αντίληψή μας είναι ένα άλλο ανοικτό ερώτημα: Αντιλαμβανόμαστε όντως διαφορετικά έναν Terrorist[τρομοκράτη] από έναν Freiheitskämpfer [αγωνιστή της ελευθερίας]; Κι όταν ακούμε ή διαβάζουμε τη λέξη Steueroase [φορολογική όαση] σκεφτόμαστε στ’ αλήθεια ένα καταπράσινο κομμάτι γης μέσα σε μια έρημο, όπου αναγκάζονται να καταφύγουν οι «καημένοι» οι πλούσιοι για να μπορέσουν να επιβιώσουν; Όχι απαραίτητα, λέει ο καθηγητής του Ινστιτούτου Επιστημών της Γλώσσας και της Επικοινωνίας του Ρηνανικού-Βεστφαλικού Πολυτεχνείου του Άαχεν [Institut für Sprach- und Kommunikationswissenschaft der RWTH Aachen] Thomas Niehr: «Πρώτα απ’ όλα, μέσω της γλώσσας οργανώνουμε τον κόσμο μας και, αναλόγως με το πώς περιγράφουμε τα πράγματα, τα βλέπουμε και από διαφορετικές πτυχές. Επομένως, αν ένας όρος, ένας χαρακτηρισμός κυριαρχήσει σε ευρεία κλίμακα, υιοθετείται μέσω αυτού και μια θεώρηση του κόσμου».

Στις δημοκρατικές κοινωνίες, όμως, υπάρχουν πάντα ομάδες που έχουν μιαν άλλη άποψη για τα πράγματα και αυτή την άποψη την εκφράζουν με σαφήνεια μέσω των λέξεων που χρησιμοποιούν: «Δίνοντας εναλλακτικούς όρους και εκφράζοντας με αυτούς ξεκάθαρα διαφορετικές θεωρήσεις του κόσμου, μπορεί κανείς να αποτρέψει τη γλωσσική χειραγώγηση». Αυτό ακριβώς επιδιώκουν οι Biermann και Haase με την εργασία τους: «Προπαντός θέλουμε να παρακινήσουμε τον κόσμο να σκεφτεί και να δείξουμε τι άλλο μπορεί να εκφράζουν συγκεκριμένοι όροι ή και να αποκαλύψουμε αυτό που εκφράζουν στην πραγματικότητα» λέει ο Biermann. Το πώς θα χρησιμοποιήσει ο καθένας αυτές τις πληροφορίες, αν θα υπερασπιστεί τους όρους αυτούς ή θα πλάσει νέους όρους εξαρτάται από τον ίδιο και μόνο.