Συνέντευξη με τον Guy Deutscher Η δύναμη της κουλτούρας

Ο γλωσσολόγος Guy Deutscher διερευνά το πώς η μητρική μας γλώσσα επηρεάζει τη σκέψη και την αντίληψή μας. Ο Ισραηλινός επιστήμονας μίλησε στο Goethe.de για τις γλωσσικές συνήθειες και τη δύναμη της κουλτούρας.

Κύριε Deutscher, η συζήτηση περί επιρροής της γλώσσας στη θεώρησή μας για τον κόσμο συνεχίζεται εδώ και πολύ καιρό. Έχει πράγματι τόσο βαρύνουσα σημασία σε ποια γλώσσα μιλάμε ή γράφουμε;

Κατ’ αρχάς, η γλώσσα δεν επιδρά περιοριστικά στη σκέψη μας, όπως υποστηρίχθηκε στο παρελθόν κυρίως από τον Αμερικανό γλωσσολόγο Benjamin Lee Whorf και τους οπαδούς της θεωρίας του. Ο Whorf ισχυριζόταν ότι εκείνοι που μιλούσαν τη γλώσσα χ δεν μπορούσαν να κατανοήσουν την ψ έννοια, για παράδειγμα την αντίληψη του χρόνου, επειδή στη γλώσσα τους δεν υπήρχε η αντίστοιχη λέξη. Ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν αυτή τη θεωρία. Οι ομιλητές κάθε γλώσσας μπορούν να κατανοήσουν κάθε έννοια που εκφράζεται σε μια άλλη γλώσσα, ακόμη κι αν χρειάζονται καμιά φορά μακροσκελείς εξηγήσεις. Άρα λοιπόν η μητρική μας γλώσσα δεν περιορίζει τον πνευματικό μας ορίζοντα.

Στο βιβλίο σας «Im Spiegel der Sprache» [Ο καθρέφτης της γλώσσας] υποστηρίζετε ωστόσο ότι το πώς προσλαμβάνουμε τα πράγματα –για παράδειγμα, έναν πίνακα του Chagall– εξαρτάται σαφώς από τη μητρική γλώσσα του καθένα. Σε ποιο βαθμό;

Κατ’ αρχήν, όλων των γλωσσών οι ομιλητές μπορούν να διακρίνουν οπτικά και με ακρίβεια όλα τα χρώματα του φάσματος, ακριβώς όπως εσείς κι εγώ. Τον Chagall τον επέλεξα ως παράδειγμα επειδή στους πίνακές του συναντάμε πολύ μπλε χρώμα. Αποφασιστικής σημασίας για την αντίληψή μας του μπλε χρώματος είναι η γλώσσα μας να διαθέτει μια λέξη για αυτό. Υπάρχουν όμως πολλές γλώσσες που δεν κάνουν διάκριση μεταξύ μπλε και πράσινου. Οι επιστήμονες κατέληξαν στο εξής συμπέρασμα: Αν η γλώσσας μας μάς μαθαίνει να διακρίνουμε χρώματα, όπως π.χ. το μπλε και το πράσινο, τότε ο εγκέφαλός μας ενθαρρύνεται τρόπον τινά να υπερβάλλει ελαφρώς όσον αφορά τις οπτικές διαφορές μεταξύ των αποχρώσεων αυτών. Επομένως, αν άνθρωποι από διαφορετικές κουλτούρες κοιτάζουν ταυτόχρονα έναν πίνακα του Chagall, θα αντιληφθούν ως ένα βαθμό το ίδιο πράγμα, αλλά η κουλτούρα τους θα ορίσει πόσα διαφορετικά χρώματα ή έννοιες θα καταγράψουν.

Από τις γλωσσικές συνήθειες προκύπτουν πνευματικές συνήθειες

Η γλώσσα εξυπηρετεί και τον προσανατολισμό στο χώρο. Ενώ εμείς περιγράφουμε τα πάντα με τη βοήθεια του συστήματος «δεξιά-αριστερά-μπρος-πίσω», στην Αυστραλία υπάρχει μια φυλή Αβορίγινων που χρησιμοποιεί τον ουρανό για να προσανατολιστεί. Πώς λειτουργεί αυτός ο τρόπος προσανατολισμού;

Φανταστείτε πως κάνετε μάθημα χορού και ο δάσκαλος σας δίνει τις εξής οδηγίες: «Σηκώστε το βόρειο χέρι και φέρτε το νότιο πόδι σας ανατολικά, ύστερα κάνετε δύο βήματα προς το νότο και γυρίστε το κεφάλι σας δυτικά». Οι άνθρωποι των οποίων η μητρική γλώσσα είναι κάπως έτσι αναπτύσσουν μια αλάνθαστη εσωτερική «πυξίδα», που λειτουργεί μέρα νύχτα – σαν να είχαν ένα τσιπάκι GPS στον εγκέφαλό τους. Τέτοιου είδους γλώσσες επηρεάζουν έντονα τον τρόπο με τον οποίο οι ομιλητές τους αντιλαμβάνονται το χώρο γύρω τους.

Πόσο εύκολο είναι να μάθει κάποιος ένα τέτοιο σύστημα;

Για να μάθει κάποιος αυτό το σύστημα στην εντέλεια και να το χρησιμοποιεί φυσικά, αβίαστα και ασυνείδητα, πρέπει να ξεκινήσει από πολύ μικρός. Στα πρώτα χρόνια της ζωής ενός ανθρώπου, ο εγκέφαλος είναι εξαιρετικά εύπλαστος, χαρακτηριστικό που χάνει ύστερα σταδιακά. Ξέρουμε, για παράδειγμα, ότι μόνο τα παιδιά καταφέρνουν να μάθουν να μιλάνε μια ξένη γλώσσα χωρίς αξάν, ενώ οι ενήλικοι δεν είναι πια σε θέση να το κάνουν. Άρα η κουλτούρα ασκεί πράγματι μια πολύ μεγάλη δύναμη – πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα φαντάζονταν οι πιο πολλοί άνθρωποι.

Τα άρθρα είναι κάτι παραπάνω από μια γραμματική κατηγορία

Όποιος μαθαίνει τα γερμανικά ως ξένη γλώσσα, σκοντάφτει συνήθως στα άρθρα. Ποιο ρόλο παίζει το γένος; Έχει σημασία αν ένα ουσιαστικό είναι αρσενικό ή θηλυκό;

Υπάρχει γενικά η πεποίθηση ότι το γένος, το «φύλο» δηλαδή, ενός άψυχου αντικειμένου είναι απλώς μια γραμματική κατηγορία. Όπως έχει αποδειχτεί όμως, τα –ως επί το πλείστον αυθαίρετα- γραμματικά γένη των αντικειμένων, των πραγμάτων δηλαδή, στα γερμανικά χρωματίζουν την καθημερινή αντίληψη και τους συνειρμούς που κάνουν όσοι μιλάνε τη γλώσσα. Το ίδιο ισχύει, παρεμπιπτόντως, για τις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, με εξαίρεση τα αγγλικά. Σε πειράματα που έγιναν, αποδείχτηκε για παράδειγμα ότι οι Γερμανοί προσδίδουν σε ένα θηλυκού γένους ουσιαστικό όπως το „die Brücke“ [η γέφυρα] μάλλον θηλυκά γνωρίσματα όπως «κομψότητα» και «λεπτότητα». Αντίθετα, οι ομιλητές της ισπανικής γλώσσας, στην οποία η γέφυρα είναι γένους αρσενικού, τείνουν να συνδέουν με το συγκεκριμένο αντικείμενο «ανδρικούς» επιθετικούς προσδιορισμούς, όπως «δυνατός» και «γερός».

Οι γλωσσικές συνήθειες ξεπερνιούνται;

Όταν μαθαίνουμε μια ξένη γλώσσα, μαθαίνουμε και μια σειρά από νέες γλωσσικές συνήθειες. Αυτό ξεκινά με την πιο τεχνική πτυχή του ηχητικού συστήματος και οδηγεί μέσα από το λεξιλόγιο ως τους ιδιωματισμούς που χρησιμοποιούνται στην εκάστοτε γλώσσα. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα περιέγραφα τη διαδικασία αυτή με το ρήμα «ξεπερνώ».

Γιατί όχι;

Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να απαλλαγεί κανείς από κάποια παλιά του συνήθεια. Πιο πολύ προσπαθούμε να οικειοποιηθούμε ένα ακόμη σύνολο εναλλακτικών τρόπων έκφρασης. Γνωρίζουμε όλοι πόσο δύσκολη είναι αυτή η διαδικασία μάθησης, επειδή ακριβώς οι γλωσσικές μας συνήθειες είναι βαθιά ριζωμένες μέσα μας. Αν επιμείνουμε όμως, θα ανταμειφθούμε με ανεκτίμητες νέες γνώσεις και θα αποκτήσουμε μια πολύ ευρύτερη θεώρηση του κόσμου.