Η Χάνα Συγκούλα στη Θεσσαλονίκη Ξύπνα και ονειρεύσου

Η Χάνα Συγκούλα στη Θεσσαλονίκη
Η Χάνα Συγκούλα στη Θεσσαλονίκη | Foto: Internationales Filmfestival Thessaloniki und Goethe-Institut Griechenland/Internetredaktion

Ως ηθοποιός των ταινιών του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ η Χάνα Συγκούλα σφράγισε με την παρουσία της το γερμανικό σινεμά της δεκαετίας του ΄70. Διεθνές προφίλ απέκτησε μέσα από τις συνεργασίες της με σκηνοθέτες σαν τους Ετόρε Σκόλα, Ζαν-Λικ Γκοντάρ, Αντρέι Βάιντα ή και Αλεξάντερ Σοκούροφ. Έγινε επίσης γνωστή ως τραγουδίστρια και σκηνοθέτης δικών της ταινιών. Το 55ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με το Goethe-Institut της πόλης την τίμησε το 2014 με ένα αφιέρωμα, στο οποίο παρέστη δίνοντας και μια συναυλία. Η κριτικός κινηματογράφου Γκέλυ Μαδεμλή μίλησε μαζί της.

Γκέλυ Μαδεμλή: Κυρία Συγκούλα, στον κόσμο της τέχνης, λένε πως κανείς δεν τραγουδά καλύτερα από έναν ηθοποιό. Πότε ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με το τραγούδι και τι ανακαλύψατε μέσα απ’ αυτό;
 
Χάνα Συγκούλα: Κάθε γλώσσα έχει τη δική της μουσική. Όταν ήμουν παιδί δεν είχαμε τηλεόραση, αλλά μόνο ραδιόφωνο. Οπότε όταν οι φωνές απ’ όλο τον κόσμο έρχονταν στο σαλόνι μας, μπήκα κατά κάποιον τρόπο στον κόσμο τους και ονειρευόμουν να γίνω τραγουδίστρια. Είναι ωραίο να έχεις ένα μουσικό όργανο μέσα στο σώμα σου.

Πώς επιλέγετε τους ρόλους σας; Ακολουθήσατε κάποια κριτήρια ή και ένα προσωπικό μπούσουλα;
 
Συνήθως ρωτώ τον εαυτό μου αν θα ήθελα να συναντήσω αυτόν τον επινοημένο άνθρωπο, στον οποίο αναφέρεται ο ρόλος, και να περάσω ώρα μαζί του – τουλάχιστον το χρόνο που απαιτείται για να τον αναπαραστήσεις στην οθόνη ή στη σκηνή.

Στο αφιέρωμα στη Θεσσαλονίκη, θα προβληθούν τρεις ταινίες τους Φασμπίντερ, στις οποίες παίζετε: «Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ», «Ο γάμος της Μαρία Μπράουν» και «Λιλί Μαρλέν». Θα τις ξαναδείτε τόσο καιρό μετά, και πως θα αισθάνεστε άραγε;
 
Εκτιμώ σήμερα τη δουλειά του Φασμπίντερ ακόμη περισσότερο. Νιώθω πως ταξιδεύω στο παρελθόν μου. Θα ήθελα να ήμουν και πάλι νέα … Αλλά την ίδια στιγμή χαίρομαι που δεν είμαι πια.

Στην ταινία σας «Εγώ κι ο σωσίας μου», διαβάζετε ένα κείμενο του Βίτολντ Γκομπρόβιτς. Πιστεύετε πως το σινεμά είναι, όντως, ο τρόπος να συναντήσουμε το σωσία μας (ψυχαναλυτικά και κυριολεκτικά);
 
Δεν είναι απαραίτητο να είναι ο σωσίας, μπορεί να είναι η αδελφή ή κάποιος ξάδελφος ή ένας παρατηρητής που είναι πάντα εκεί. Ή μπορεί να είναι και κάποιο κομμάτι του εαυτού μας, της ίδιας μας της φύσης και του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον κόσμο.

Στο φεστιβάλ θα δούμε επίσης το ντοκιμαντέρ «Όποιο κι αν είναι τ’ όνειρο», στην ουσία μία προσωπογραφία σας, από την Άννε Ίμπερτ. Τι σημαίνει να γίνεται η ζωή σου αντικείμενο παρατήρησης ενός άλλου καλλιτέχνη;
 
Με την Άννε γίναμε φίλες στην πορεία των γυρισμάτων, κάτι που σημαίνει πως ένιωθα καλά όταν καθρεφτιζόμουν στα μάτια της.

Αναφέροντας ένα ρητό του Χόρχε Λούις Μπόρχες, πιστεύετε πως κάθε έργο τέχνης είναι μια πράξη αυτοβιογραφίας;
 
Λένε πως η ομορφιά είναι στο βλέμμα. Μπορούμε επίσης να πούμε, είμαστε αυτό που είμαστε εξαιτίας του βλέμματος μας στον κόσμο και αντικατοπτρίζοντας τον κόσμο που μας βλέπει. Οι καλύτερες ιστορίες μας είναι για τις πραγματικές εμπειρίες μας. Αλλά, όπως συμβαίνει με κάθε γενικολογία, ισχύει επίσης και το ακριβώς αντίθετο. Ο Μπόρχες έλεγε συχνά: «Είμαι μία συλλογική φαντασίωση».

Θυμάστε τα πρώτα σας βήματα; Πώς προέκυψε ο κινηματογράφος;
 
Όπως όλα τα παιδιά, μαθαίναμε τον κόσμο μέσα από το παιχνίδι όπου προσπαθούμε να μιμηθούμε τους ανθρώπους γύρω μας, τη μητέρα μας, το γιατρό, το δάσκαλό μας … Η διαφορά για τον ενήλικα είναι πως δε χρειάζονται πρόβες για ένα ρόλο. Πρόκειται για τελετουργία.

Το προσωπικό σας έργο είναι πολύμορφο και ρευστό, που δοκιμάζει πολλά εκφραστικά μέσα. Πιστεύετε στα είδη ή ασπάζεστε μια πιο συνολική ιδέα για την τέχνη και τον κόσμο;
 
Η αγαπημένη μου οπτική γωνία είναι αυτή του κωμικοτραγικού. Η αλχημεία της τέχνης είναι να φέρνει τα ετερώνυμα σ’ επαφή και να τα κάνει να συνυπάρχουν με απροσδόκητο τρόπο.

Ένα από τα χαρακτηριστικά της εποχής μας είναι το χαρμάνι των έμφυλων ταυτοτήτων. Έχουμε διαφορετικές ιδέες για το τι είναι αρσενικό και τι θηλυκό, ξέρουμε πως για την αλλαγή χρειάζεται η κρίση.

Η απεριόριστη επικοινωνία μάς έχει κάνει να νιώθουμε πιο άνετα κοιτώντας στην οθόνη του smartphone παρά κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο στα μάτια. Πιστεύω πως πλέον εισπράττουμε τον κόσμο με ανάμεικτα συναισθήματα. Με τρόμο αλλά και με θαυμασμό για τους μοντέρνους καιρούς.