Ο Gerhard Falkner στην Αθήνα Αθήνα: ιδεώδης χώρος για την πρωτοπορία

Streetart im Kerameikos-Viertel
Streetart im Kerameikos-Viertel | © Lia Goudousaki

Η ελληνική πρωτεύουσα θυμίζει λιγάκι τη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του ΄80 ή το παλιό Βερολίνο, που όλο και χάνεται: ένας περίπατος στις συνοικίες Κεραμεικός και Μεταξουργείο, αποκαλύπτει έναν κόσμο που μέσα από την οικονομική κρίση προσφέρει ελπίδες για μια αλλιώτικη ζωή. Ο Gerhard Falkner περιγράφει μια πόλη ανάμεσα στο τέλος και σ’ ένα νέο ξεκίνημα, ανάμεσα στο χτες και το αύριο.

Σε μικρή σχετικά απόσταση από το ξενοδοχείο Stanley, στην πλατεία Καραϊσκάκη, ξεκινούν δύο συνοικίες, κολλητά η μία με την άλλη, που με βύθισαν σε μιαν απρόσμενη ευφορία και γέννησαν μέσα μου μια ιδέα: να προτείνω σε όλους τους νεαρούς καλλιτέχνες της Ευρώπης να έρθουν εδώ - εδώ όπου βρίσκεις όλα όσα δεν βρίσκει πια κανείς πουθενά: χώρο και χρόνο.

Για πρώτη φορά ύστερα από δεκαετίες βρέθηκα σ’ ένα μέρος που μου θύμισε τη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του ΄80, όταν το SoHo (South of Houston) ήταν ακόμη μια rag-trade-area υπό κατάρρευση, όπου συνέχεια άδειαζαν χώροι και μετατρέπονταν σε τεράστια ατελιέ, απ’ όπου ξεπήδησαν τα lofts που σήμερα θες μια περιουσία να τ’ αγοράσεις (και που δυστυχώς τα έχουν πια εγκαταλείψει όλα τα ωραία, δημιουργικά πνεύματα). Οι κίονες από χυτοσίδηρο με τις αυλακώσεις και με αυτά τα εξωφρενικής έμπνευσης κιονόκρανα έδιναν μια δραματική νότα στην άδεια απεραντοσύνη των ατελιέ, που για τους καλλιτέχνες λάτρεις της μεγάλης φόρμας ήταν τότε η ενσάρκωση του ιδεώδους. Ο Max Frisch έμενε δίπλα στην Prince Street, η Patti Smith περνούσε χλωμή σαν αερικό στη Greene Street, ο David Bowie (Βερολινέζος για ένα διάστημα της ζωής του) περιπλανιόταν με τον Iggy Pop στο λυκόφως μιας αυγής με διάχυτο το άρωμα του punk. Δεν υπήρχε ούτε ένας καλλιτέχνης του κινήματος «Νέοι Άγριοι», είτε απ’ την Κολωνία είτε απ’ το Βερολίνο, που να μην έκανε κάθε τόσο ένα σύντομο πέρασμα από εδώ.

Μέσα απ’ τα ερείπια γεννιέται κάτι νέο

Εδώ λοιπόν, σ’ αυτή την αθηναϊκή συνοικία, όπου έχει το θέατρό του ο μεγάλος Θεόδωρος Τερζόπουλος, ανάμεσα σε ερείπια, china towns που ξεφυτρώνουν συνέχεια εδώ κι εκεί, και σε κλειστά μαργαριτάρια μιας σχεδόν ξεχασμένης αρχιτεκτονικής - μικρά, μονώροφα ή διώροφα σπίτια με νεοκλασικιστικές προσόψεις και γείσα με ακροκέραμα -, πραγματοποιήθηκε πρόσφατα το Remap Athens, μια πολυσυλλεκτική έκθεση σύγχρονης τέχνης, μοιρασμένη σε πολλούς εκθεσιακούς χώρους.

Ανάμεσα στα ερείπια, όπου παρατάσσονται στη σειρά το ένα δίπλα στ’ άλλο μίνι μπορντέλα, κι ανάμεσά τους πάλι στριμώχνονται ορθόδοξες εκκλησίες με εικονοστάσια ολόφωτα από κεριά αναμμένα, αλλά και αστικά σπίτια με αυλές που τις σκιάζουν πορτοκαλιές, έχει δημιουργηθεί μια σύνθεση με μοναδικό στιλ. Το ίδιο ακριβώς που είχε σαν συνέπεια να παρασυρθεί το Βερολίνο στην άβυσσο της κερδοσκοπίας των ακινήτων - σε βαθμό που φοβάται κανείς πως κάποτε θα χάσει την αίγλη του ως πόλος έλξης των νέων απ’ όλων τον κόσμο.

Νεαροί και νεαρές με μικροσκοπικά τετραγωνισμένα γυαλιά και με απίθανες κομμώσεις, ανοίγουν ανάλογης αισθητικής καφέ, μαγαζάκια με ρούχα και μοδάτα κλαμπ. Τέτοιους βλέπει κανείς τελευταία όλο και να πληθαίνουν στο Reuterkiez, ανάμεσα στο Kreuzberg και το Neukölln. Αλλά φυσικά δεν είναι αυτοί οι νεαροί - και ασφαλώς όχι οι καλλιτέχνες - που ευθύνονται για την καταστροφή του αστικού τοπίου στο πρότυπο της ελεύθερης, φυσικής, μη ελεγχόμενης ανάπτυξης. Αντιθέτως: είναι οι άλλοι, οι κυνηγοί του χρήματος, οι οποίοι τους ακολουθούν κατά πόδας. Έρχονται, αγοράζουν, κερδοσκοπούν και σκοτώνουν εν τη γενέσει του αυτό το ίδιο πράγμα που τους τράβηξε εκεί. Η στειρότητά τους εξολοθρεύει το σύμπαν. Μετατρέπουν τους δρόμους σε χλιδάτα φέρετρα, τα μαγαζιά τροφίμων σε τεφροδόχους του περιττού. Θα ΄πρεπε να φέρει κανείς στο νου του το αποτροπιαστικό παράδειγμα του Manhattan, για να παρέμβει επιτέλους ενάντια σ’ αυτή την εξέλιξη, προκειμένου να διατηρηθεί έτσι το μέγιστο κεφάλαιο μιας πόλης, δηλαδή η (παγκόσμια) φήμη της.

Στη νουβέλα του Ο Μάριος και ο μάγος, ο Thomas Mann γράφει τα εξής για την παροδικότητα του «Genius loci»: «Είναι γνωστό πως ο κόσμος αναζητάει με μανία το πνεύμα του τόπου, ενώ συνάμα το αποδιώχνει. Είναι τόσο γελοία η νοσταλγία που τους σπρώχνει να κάνουν τ’ αδύνατα δυνατά για να το κατακτήσουν, κι η φαντασίωση πως μπορούν να γίνουν ένα μ’ αυτό, πως όπου είναι αυτοί, υπάρχει (γιατί όχι;) κι εκείνο. Και μια εμποροπανήγυρη να στήσουν στη θέση του, είναι ικανοί να πιστεύουν πως αυτό εξακολουθεί να υπάρχει εκεί».

H ισοτιμία του «μόνιμου» και του «επερχόμενου»

Ωστόσο η Αθήνα είναι ακόμα προστατευμένη τόσο χάρη στην κρίση, όσο και χάρη στη νοοτροπία πριν από την κρίση. Εδώ, το μόνιμο και το επερχόμενο συνυπάρχουν σχεδόν ισότιμα ενώ, χάρη στις αλλεπάλληλες πτωχεύσεις των τελευταίων ετών, ο ανεφοδιασμός με βιομηχανικούς χώρους είναι σχεδόν ανεξάντλητος. Παρά την απελπιστική οικονομική κατάσταση, νιώθει κανείς πως οι νέοι ξαναβρίσκουν σιγά σιγά την αισιοδοξία και την αυτοπεποίθησή τους, προσπαθούν με πάθος να δημιουργήσουν μια καλή αισθητική και τους διαπνέει μια ορμητική διάθεση να συντονιστούν με τα υψηλότερα διεθνή στάνταρντς.

Αυτό που συναρπάζει τους μελετητές πολεοδόμους είναι η συνύπαρξη των αντιθέτων: παλιό - νέο, ερειπωμένο - ανακαινισμένο, κατοικημένο - εγκαταλειμμένο, ζωντανό - βουβό. Είναι ένα φαινόμενο εξαιρετικά σπάνιο, που προκαλεί στον επισκέπτη την αίσθηση ότι η πόλη είναι ένας ζωντανός οργανισμός, και μάλιστα ένας οργανισμός εναρμονισμένος με το παρόν.

Το βάθος του αστικού χώρου, που συνήθως το αντιλαμβάνεται κανείς μόνο από τους μεγάλους δακτύλιους ή τις οδικές αρτηρίες, εδώ αναδεικνύεται μέσα απ΄ αυτά τα ρήγματα και τα κενά. Έτσι η πόλη προσφέρεται στο βλέμμα του παρατηρητή σχεδόν υπό μορφή ολογράμματος. Τα σημεία μετάβασης είναι ρευστά, ακόμα και ανάμεσα στο μέσα και το έξω. Εκτός αυτού, εδώ, όπως έλεγαν και για τη Νέα Υόρκη αλλά και για το Βερολίνο, η ψαλίδα παραμένει ακόμα πολύ ανοιχτή, τόσο κοινωνικά, όσο και στην όψη των πραγμάτων.

Βέβαια ο Κεραμεικός και το Μεταξουργείο είναι περιοχές σε μεγάλο βαθμό εξαθλιωμένες, με πλήθος μεταναστών από την Αίγυπτο, το Πακιστάν, τον Καύκασο, τα Βαλκάνια, και όσους μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ κατέκλυσαν την Ελλάδα, παρασυρμένοι από την απατηλή εικόνα ενός ελληνικού οικονομικού θαύματος. Υπάρχουν ωστόσο ήδη και κάποια συγκροτήματα νέου στιλ από μπετόν - ένα υλικό που δύσκολα κατάφεραν να αγαπήσουν οι Έλληνες -, αλλά και λιγότερο «σκληρά» δείγματα μοντέρνας αρχιτεκτονικής που ταιριάζουν περισσότερο στο μεσογειακό τρόπο ζωής.

Ό,τι απόμεινε από τις φρούδες ελπίδες των μεταναστών είναι τα φαγάδικα και οι υπαίθριες αγορές, ένα κράμα από ακίνδυνους μικροαπατεώνες κι από όχι πάντα ακίνδυνους μικροεγκληματίες, αλήτες, τουρίστες, καλλιτέχνες της avant garde και κυνηγούς ταλέντων. Ωστόσο ο επισκέπτης περιδιαβάζει ανενόχλητος τους δρόμους με τις πορτοκαλιές και τα κυπαρισσοειδή, ανακαλύπτει εξαιρετικές ταβέρνες και πλατείες πνιγμένες στα λουλούδια, με μιαν ατμόσφαιρα σχεδόν εξωπραγματική, κι όσο παρατείνει τον περίπατο, τόσο νιώθει πως βρίσκει τον εαυτό του.

Εδώ, σε μια διασταύρωση της άδενδρης, ήσυχης οδού Ιάσωνος, περνούσαν μόλις Αθηναίοι κρατώντας το πράσινο φυλλάδιο του φεστιβάλ Remap Athens, μέσα στην ασύλληπτη ζέστη του αθηναϊκού ήλιου, που από κάτω του κορίτσια θυσιάζουν τις φλέβες και τις ελπίδες τους στην ηρωίνη κι ένας junkie επαναλαμβάνει μονότονα το όνομα του Ξενοφώντα. Όμως ο Ξενοφώντας δεν απαντάει.