Ο Πέτρος Μάρκαρης θυμάται Τα γερμανικά ως ξένη γλώσσα

Ο καιρός των πρώτων κειμένων, Κωνσταντινούπολη
Ο καιρός των πρώτων κειμένων, Κωνσταντινούπολη | Foto: Petros Markaris

Ο Έλληνας συγγραφέας και μεταφραστής Πέτρος Μάρκαρης τιμήθηκε στις 28 Αυγούστου 2013 από το Goethe-Institut στη Βαϊμάρη. Έχει μεταφράσει Μπρεχτ και Γκαίτε στα ελληνικά, ενώ έγινε γνωστός και αγαπήθηκε από το κοινό –όχι μόνο της Γερμανίας– με μια απολαυστική σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων. Επίσης, γράφει άρθρα για τις γερμανο-ελληνικές σχέσεις. Πρόσφατα δημοσίευσε κατ’ αποκλειστικότητα στην εφημερίδα TAZ (Βερολίνο) το ακόλουθο αυτοβιογραφικό κείμενο.

Οι σημαντικότερες αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή ενός ανθρώπου συχνά δεν λαμβάνονται από τον ίδιο αλλά από άλλους. Ήμουν δώδεκα ετών όταν, μια ωραία μέρα του καλοκαιριού, ο πατέρας μου μού είπε πως θα συνέχιζα τις γυμνασιακές σπουδές μου σε ένα γερμανόφωνο γυμνάσιο. Ως τότε ούτε είχα ποτέ συναντήσει Γερμανό ούτε και είχα ακούσει έστω μία γερμανική λέξη. Έτσι, με την έναρξη του νέου σχολικού έτους, βρέθηκα σε μια τάξη του Αυστριακού Λυκείου Sankt Georg στην Κωνσταντινούπολη, και έμαθα τις πρώτες μου γερμανικές λέξεις από μια Αυστριακή δασκάλα ονόματι Ελίζαμπετ. Η δεσποινίς Ελίζαμπετ μας μιλούσε αποκλειστικά στα γερμανικά από την πρώτη κιόλας μέρα του σχολείου. Ήμασταν μια ομάδα παιδιών που είχαν αφήσει τη μητρική τους γλώσσα έξω, στο προαύλιο. Οι καινούργιες λέξεις μάς ήταν ξένες, το ίδιο και το άκουσμά τους. Νοσταλγούσαμε τη γλώσσα μας και περιμέναμε όλο λαχτάρα το διάλειμμα.

«Ξύλινη» διαπαιδαγώγηση στην Κωνσταντινούπολη

Μετά τους πρώτους μήνες, τα πράγματα άρχισαν να καλυτερεύουν. Ναι μεν δεν μιλούσαμε ακόμη γερμανικά, αλλά ήμασταν σε θέση να ψελλίζουμε μερικές λέξεις, προκειμένου κουτσά στραβά να συνεννοούμαστε με τη δεσποινίδα Ελίζαμπετ. Ταυτόχρονα όμως έφυγε και η λαχτάρα για το διάλειμμα, γιατί οι αδελφοί του κολλεγίου μάς πίεζαν να μιλάμε και στο διάλειμμα γερμανικά μεταξύ μας. Το μέσο πίεσης ήταν «το ξύλο». Ο υπεύθυνος δάσκαλος της τάξης έδινε πριν το διάλειμμα ένα τετράγωνο κομμάτι καφετιού ξύλου σε έναν από τους μαθητές. Αυτός έπρεπε να δώσει το ξύλο σε έναν μαθητή που δεν μπορούσε να ξεπεράσει τη νοσταλγία για τη μητρική του γλώσσα, δηλαδή που δεν μιλούσε γερμανικά. Ο μαθητής που έπαιρνε το ξύλο έπρεπε με τη σειρά του να βρει έναν άλλο που επίσης δεν μιλούσε γερμανικά για να δώσει σ’ εκείνον το ξύλο. Ο μαθητής που στο τέλος του διαλείμματος έμενε με το ξύλο στην τσέπη έπρεπε να συνεισφέρει με ένα μικρό ποσό στο ταμείο της τάξης. Με τα χρήματα αυτά, όταν αποφοιτήσαμε από το σχολείο πήγαμε μια εκδρομή.

Έτσι προσπαθούσαμε στο διάλειμμα να μιλάμε γερμανικά, προκειμένου να κρατήσουμε το χαρτζιλίκι μας. Βέβαια, σ’ αυτούς τους διαλόγους ο ένας δεν ήξερε πώς να διατυπώσει μια φράση στα γερμανικά, κι ο άλλος δεν καταλάβαινε τι του έλεγε ο φίλος του. Και ξαφνικά ηχούσε στο προαύλιο μια φωνή που έλεγε σε άπταιστα γερμανικά: «Nimm das Holz!», «Πάρε το ξύλο!». Αυτή ήταν η μοναδική γερμανική πρόταση που μπορούσαμε να προφέρουμε αλάνθαστα. Η Κωνσταντινούπολη κέρδιζε έδαφος μέσα μου παράλληλα με τη γερμανική γλώσσα. Στην αρχή οι διαδρομές ήταν σύντομες: από το σχολείο ως τη στάση του λεωφορείου ή μέχρι την πλατεία Ταξίμ. Το ίδιο συνέβη και με τα γερμανικά. Στην αρχή τα κείμενα που προσπαθούσα να διαβάσω και να καταλάβω ήταν σύντομα. Σιγά σιγά οι περίπατοι στην πόλη έγιναν μεγαλύτεροι, όπως και οι περιπλανήσεις μου στη γερμανική λογοτεχνία γίνονταν όλο και πιο μεγάλες.

Η Κωνσταντινούπολη της δεκαετίας του ’50 ήταν μια ανοιχτή πόλη, ένα χωνευτήρι διαφόρων εθνικοτήτων και διαφόρων πολιτισμών. Πράγμα που ήταν μεγάλη βοήθεια για ένα παιδί που ήθελε να μάθει μια ξένη γλώσσα. Γιατί τη συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών την καταλάβαινες προπαντός από την ποικιλία των γλωσσών που μιλιόνταν. Όταν έκανα τις πρώτες μου βόλτες από το σχολείο ως την πλατεία Ταξίμ, άκουγα ταυτόχρονα τούρκικα, ελληνικά, αρμένικα, σεφαραδίτικα εβραϊκά, γαλλικά και ιταλικά. Οι πολλές γλώσσες ήταν μέρος της καθημερινότητας των κατοίκων της Πόλης.

Παρ’ όλη την ποικιλία εθνικοτήτων, πολιτισμών και γλωσσών, η Κωνσταντινούπολη παρέμενε μια ανατολίτικη πόλη. Ενενήντα χρόνια Τουρκικής Δημοκρατίας, μέσα στα οποία η Τουρκία ολοκλήρωσε τη διαδικασία ενσωμάτωσής της στη Δύση, δεν μπόρεσαν να εξαλείψουν την κυριαρχία της Ανατολής.

Από την Κωνσταντινούπολη στη Βιέννη

Σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου η μουσουλμανική και η χριστιανική θρησκεία δεν βρίσκονται σε τόσο στενή συνύπαρξη. Αυτό είναι προπαντός συνέπεια ενός ανατολίτικου πλουραλισμού. Γιατί και οι χριστιανικές θρησκείες στην Κωνσταντινούπολη, η ελληνορθόδοξη και η αρμένικη-γεωργιανή είναι ανατολικές θρησκείες. Το ερώτημα του εάν αυτή η συνύπαρξη πολιτισμών θα ήταν δυνατή με μια δυτική θρησκεία, όπως η καθολική, παραμένει ανοικτό.

Πάντως, η βυζαντινή Κωνσταντινούπολη έζησε τον μεγαλύτερο όλεθρο όχι μετά την κατάληψή της από τους Οθωμανούς, αλλά από τους Καθολικούς Σταυροφόρους και τους Βενετούς, στις αρχές του 13ου αιώνα, για τους οποίους η ορθόδοξη θρησκεία ήταν πολύ πιο μισητή απ’ ό,τι για τους μουσουλμάνους. Η καταστροφή της πόλης από τους Βενετούς και τα αμέτρητα θύματα χαράχτηκαν τόσο βαθιά στη συνείδηση των Βυζαντινών, ώστε θεώρησαν μικρότερο κακό την οθωμανική κατάληψη της πόλης δυόμισι αιώνες αργότερα.

Ένα χρόνο προτού πάρω το απολυτήριό μου, ο πατέρας μου μού εξέθεσε το δεύτερο μελλοντικό μου σχέδιο: θα σπούδαζα οικονομικά. Αυτό ήταν χειρότερο κακό κι από εκείνο με τη γερμανική γλώσσα. Αν τα γερμανικά ήταν για μένα ένα ταξίδι σε ξένους τόπους και άρα μια περιπέτεια, η φοίτηση στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών ήταν κάτι που μου προξενούσε απέχθεια. Δεν ήθελα να σπουδάσω οικονομικά. Αλλά τη δεκαετία του ’50, ήταν αδιανόητο για έναν νέο που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη να αντιταχθεί στον πατέρα του, πόσο μάλλον αν ο νέος αυτός είχε μεγαλώσει στους κόλπους μιας μειονότητας. Έτσι το θέμα δεν συζητήθηκε. Ο πατέρας μου είχε αποφασίσει ότι θα σπουδάσω οικονομικά, τελεία και παύλα.

Όταν δεν μπορεί να φέρει αντίρρηση στον πατέρα του για την επιλογή των σπουδών του, η επόμενη «γραμμή άμυνας» ενός νέου είναι να γίνει κακός φοιτητής. Κι εγώ ήμουν κακός φοιτητής. Ναι μεν γράφτηκα στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών της Κωνσταντινούπολης, αλλά απέφυγα κάθε επαφή με αυτό. Πέρασαν δύο χρόνια ώσπου να καταλάβει ο πατέρας μου ότι δεν έπαιρνα στα σοβαρά τις σπουδές μου. Παρ’ όλα αυτά, δεν το έβαλε κάτω – μου πρότεινε να πάω να σπουδάσω στη Βιέννη.

Εγώ συμφώνησα αμέσως. Εξακολουθούσα μεν να μη θέλω να σπουδάσω οικονομικά, αλλά ήθελα διακαώς να φύγω από την Κωνσταντινούπολη. Όχι από την ίδια την πόλη, που τόσο αγαπούσα, αλλά από την ελληνική μειονότητα. Ζούσα μέσα σε μια διαρκή αντίφαση. Από τη μια μεριά, η πολυπολιτισμική, κοσμοπολίτικη Κωνσταντινούπολη, από την άλλη η κλειστή, συντηρητική ελληνική μειονότητα. Με αυτή την αντίφαση δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ. Το ταξίδι μου από την Κωνσταντινούπολη στη Βιέννη ήταν συνάμα ένα ταξίδι από την Ανατολή στη Δύση. Από μια κοσμοπολίτικη πόλη ανατολίτικου χαρακτήρα βρέθηκα σε μια πόλη που έφερε τη σφραγίδα της ιστορίας και του πολιτισμού της Αυστροουγγρικής Μοναρχίας

Η ανακάλυψη της Ευρώπης

Εκείνο που ανακάλυψα στην πραγματικότητα δεν ήταν μόνο η Βιέννη, αλλά όλη η Ευρώπη. Ξεκίνησα με τη Βουδαπέστη και την Πράγα και ύστερα γύρισα τη Γερμανία. Γιατί όχι το Παρίσι, τη Ρώμη, ή το Λονδίνο, θα ρωτήσετε ίσως. Η απάντηση είναι απλή: εξαιτίας της γλώσσας. Όταν έφυγα από την Πόλη ήμουν τρίγλωσσος. Μιλούσα εξίσου καλά, και έγραφα, ελληνικά, γερμανικά και τούρκικα. Στη Βιέννη, όπως και φεύγοντας από εκεί για άλλους τόπους, ήθελα επί δύο χρόνια να μιλάω και να ακούω μόνο γερμανικά. Ακόμη και σήμερα δεν ξέρω γιατί. Ίσως να είχα ταυτίσει τη σχέση μου με τη Βιέννη και την κεντρική Ευρώπη με τη γερμανική γλώσσα.

Ορισμένοι αναγνώστες που έχουν διαβάσει τα άρθρα μου για την κρίση στην Ευρώπη απορούν για ποιο λόγο θεωρώ τόσο σημαντικό να κατανοήσουμε τους διάφορους πολιτισμούς της Ευρώπης. Είμαι ένα παιδί που προέρχεται από μεικτό γάμο. Ταυτόχρονα όμως είμαι και ένα παιδί του μεικτού γάμου των πολιτισμών. Με αυτό τον πολιτισμικό μεικτό γάμο δεν θα τα έβγαζα πέρα χωρίς τη γερμανική γλώσσα. Και ξέρω πόσο βαθιά επηρέασαν αυτοί οι πολιτισμοί το χαρακτήρα μου, τον τρόπο σκέψης μου και την άποψή μου για τον κόσμο. Ξεγέλασα τον πατέρα μου με τις σπουδές οικονομικών. Ήταν ένα ψέμα ανάλογο ίσως μ’ εκείνο για το οποίο σήμερα κατηγορούν τους Έλληνες. Ωστόσο, ακόμη και το ψέμα αξίζει μια ευκαιρία στο βαθμό που δημιουργεί εναλλακτικές δυνατότητες. Αυτό δύσκολα γίνεται κατανοητό σήμερα σε μια Ευρώπη της ενιαίας οικονομικής πολιτικής χωρίς εναλλακτικές.