Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΩΜΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΚΩΜΜΑ, ΧΙΟΥΜΟΡ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΜΑΣΤΟΡΙΑ

Για το μυθιστόρημά του «Verteidigung der Missionarsstellung» («Μια υπεράσπιση της ιεραποστολικής στάσης») ο Wolf Haas τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Βρέμης.
Για το μυθιστόρημά του «Verteidigung der Missionarsstellung» («Μια υπεράσπιση της ιεραποστολικής στάσης») ο Wolf Haas τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Βρέμης. | Φωτ. (λεπτομέρεια): © Lukas Beck

Η χιουμοριστική λογοτεχνία υποτιμάται στη Γερμανία, διαμαρτύρονταν δυο Γερμανοί συγγραφείς σε ένα βιβλίο του 2013. Στο μεταξύ όμως τα πράγματα φαίνεται πως έχουν αλλάξει.

Ήταν, αν θέλετε, μια πολεμική: Το 2013 οι συγγραφείς Jakob Hein και Jürgen Witte εξέδωσαν το βιβλίο Deutsche und Humor. Geschichte einer Feindschaft (Οι Γερμανοί και το χιούμορ. Η ιστορία μιας έχθρας). Σε αυτό εξαπολύουν δριμύ κατηγορώ εναντίον της γερμανικής λογοτεχνικής σκηνής. «Μέχρι σήμερα η κωμική λογοτεχνία δεν έχει αναγνωριστεί σχεδόν ποτέ με τη μορφή κάποιου σοβαρού βραβείου», γράφουν και συνεχίζουν λέγοντας ότι η χιουμοριστική τέχνη υποτιμάται συστηματικά. Στο στόχαστρο της κριτικής τους οι πολιτιστικές στήλες του Τύπου και οι επιτροπές των βραβείων λογοτεχνίας.
 
Στα 60 χρόνια που απονέμεται το βραβείο «Georg Büchner» υπήρξαν μεν πολλοί νικητές «που άθελά τους επέδειξαν μια κωμική πλευρά, αλλά το πολύ τρεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν συνειδητά χιουμοριστικοί συγγραφείς», διαβάζουμε στο βιβλίο. Ακόμη και μεταξύ των υποψήφιων έργων για το Γερμανικό Βραβείο Βιβλίου, που θεσπίστηκε το 2005, έχουν βρεθεί ως τώρα «τρία μονάχα χιουμοριστικά βιβλία», γράφουν οι Hein και Witte.

«είναι ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟ ΠΟΣΟ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ της ΚΩΜΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ»

Ήταν δικαιολογημένο αυτό το παράπονο; Και εισακούστηκε άραγε; Όπως και να ’χει, το λογοτεχνικό έτος 2015 συνέβη κάτι εντελώς απροσδόκητο: Ο Frank Witzel, αν και σίγουρα δεν είναι ένας κατεξοχήν χιουμοριστικός συγγραφέας, βραβεύτηκε ωστόσο για το βιβλίο του Die Erfindung der Roten Armee Fraktion durch einen manisch depressiven Teenager im Sommer 1969 (Η επινόηση της «Φράξιας Κόκκινος Στρατός» από έναν μανιοκαταθλιπτικό έφηβο το καλοκαίρι του 1969), ένα έργο που προκάλεσε αίσθηση καθώς ξέφευγε από την πεπατημένη – άκρως πειραματικό από άποψη γλώσσας και δομής και με έντονο το κωμικό στοιχείο.
 
Επρόκειτο για την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα; Γιατί η κριτική των Hein und Witte δεν ήταν βέβαια εντελώς αβάσιμη. Γεγονός που πιστοποιείται και από τις δηλώσεις κάποιου εναντίον των οποίων στρέφονταν τα πυρά αυτής της κριτικής, του Uwe Wittstock. Κριτικός καθιερωμένος στο χώρο, υπεύθυνος λογοτεχνίας για το ειδησεογραφικό περιοδικό Focus και συχνά μέλος κριτικών επιτροπών, ο Wittstock επιβεβαίωσε ότι το κλίμα στις αίθουσες διαβουλεύσεων των κριτών είναι μάλλον σφιγμένο. «Είναι εντυπωσιακό πόσο μεγάλες αντιστάσεις υπάρχουν εναντίον της κωμικής τέχνης» είπε. Έτσι ‒σύμφωνα με τον Wittstock‒ σε μια συζήτηση μεταξύ των κριτών για το Γερμανικό Βραβείο Βιβλίου, ακούστηκε για παράδειγμα η άποψη ότι ένα έργο που αρέσει στο ευρύ κοινό δεν μπορεί παρά να είναι κακή λογοτεχνία.

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΑΝ είναι ΘΕΜΙΤΟ ΝΑ ΓΕΛΑ ΚΑΝΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΧΙΤΛΕΡ

Ο Wittstock ομολογεί ότι ο ίδιος είχε ανέκαθεν μια αδυναμία στους συγγραφείς με επιθετικό χιούμορ. Μάλιστα υποστήριξε με σθένος την απονομή του Βραβείου «Bertold Brecht» της πόλης του Άουγκσμπουργκ στον χιουμοριστικό ποιητή, σκιτσογράφο και ζωγράφο Robert Gernhardt, ο οποίος πέθανε το 2006. «Δεν ήταν εύκολο να “περάσει” αυτό» θυμάται ο Wittstock.
 
Με αυτά τα δεδομένα, ήταν μάλλον αναμενόμενο το ότι ένα από τα πιο επιτυχημένα μυθιστορήματα του 2012 δεν πήρε ούτε ένα βραβείο. Ο λόγος για το Er ist wieder da (Είναι και πάλι εδώ) του Timur Vermes, μια σάτιρα με θέμα τον Χίτλερ. Ο Vermes εμφανίστηκε από το πουθενά όσον αφορά τα λογοτεχνικά πράγματα. Ως τότε έγραφε μόνο για σκανδαλοθηρικές φυλλάδες και περιοδικά, ενώ παράλληλα δούλευε ως ghost writer. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πόσο απρόθυμα ασχολήθηκε το κατεστημένο της λογοτεχνικής κριτικής με το μυθιστόρημά του.
 
Χρειάστηκαν τρεις μήνες και η εκτόξευση του βιβλίου στην κορυφή της λίστας ευπώλητων του Spiegel, ώσπου να του χαρίσει εντέλει την προσοχή της η Frankfurter Allgemeine Zeitung. Ή μήπως να αναγκαστεί να το κάνει; Στο μεταξύ, σε κάθε γωνιά της χώρας συζητιόταν το αν είναι ηθικά θεμιτό να γελά κανείς για, ή ακόμα και με τον Χίτλερ. Πράγμα που ήταν ένα κατόρθωμα του σκανταλιάρη συγγραφέα, το πνευματώδες και υπόγειο χιούμορ του οποίου κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει.

όταν ΟΙ ΚΡΙΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΦΑΙΔΡΥΝΟΥΝ ΤΟ ΤΟΠΙΟ

Πέραν αυτού, ο Vermes είχε γράψει ένα μυθιστόρημα που, παράλληλα με τις πολλές προσεγγίσεις που επέτρεπε, μπορούσε να διαβαστεί και ως σάτιρα της γερμανικής κοινωνίας των αρχών της δεκαετίας του 2000. Ωστόσο, αυτή του η πτυχή τις πιο πολλές φορές επισκιαζόταν πλήρως από την έμμονη προσήλωση στον Χίτλερ.
 
Περιστασιακά το λογοτεχνικό τοπίο φαιδρύνουν οι ίδιοι οι κριτικοί λογοτεχνίας. Ο συν-διευθυντής των λογοτεχνικών επιφυλλίδων της εβδομαδιαίας εφημερίδας Die Zeit Adam Soboczynski, για παράδειγμα, προσχώρησε στις τάξεις των συγγραφέων. Ήδη το 2006 αντιμετώπισε με σκωπτικό πνεύμα τη «διπλή ζωή» του ως Πολωνού δημοσιογράφου που ζει κι εργάζεται στη Γερμανία. Για τα κείμενά του, που κινούνται μεταξύ ρεπορτάζ και λογοτεχνίας, τιμήθηκε με βραβεία. Το 2015 παρουσίασε το πρώτο του πραγματικό μυθιστόρημα, με τίτλο Fabelhafte Eigenschaften (Εξαίσιες ιδιότητες) – μια σατιρική, αυτοσαρκαστική θεώρηση της γερμανικής πολιτιστικής βιομηχανίας και των πρωταγωνιστών της.

«ΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΕΧΟΥΝ ΕΝ ΠΟΛΛΟΙΣ ΑΡΘΕΙ»

Ο Rainer Moritz, κριτικός λογοτεχνίας ο οποίος διευθύνει το Σπίτι της Λογοτεχνίας στο Αμβούργο, δεν βλέπει πλέον λόγο να μιλά κανείς για περιφρόνηση της κωμικής λογοτεχνίας. «Σίγουρα υπήρξε κάτι τέτοιο για κάποιο διάστημα, αλλά οι περιορισμοί του παρελθόντος έχουν εν πολλοίς αρθεί. Σήμερα, τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά για τη χιουμοριστική λογοτεχνία», λέει και αναφέρει ως παραδείγματα την απονομή του Βραβείου «Ingeborg Bachmann» στον Tilman Rammstedt το 2008 και την περίπτωση του Wolf Haas, που το 2013 έλαβε το Λογοτεχνικό Βραβείο της Βρέμης και το 2016 θα τιμηθεί με το Διεθνές Βραβείο Σάτιρας και Χιούμορ «Jonathan Swift».
 
Άρα λοιπόν πώς έχουν τα πράγματα όσον αφορά την αποδοχή του κωμικού στοιχείου στον γερμανικό λογοτεχνικό χώρο; Φαίνεται πως η κατάσταση έχει αλλάξει. Το κύριο αίτημα των Hein και Witte, το να γίνεται δηλαδή διάκριση αποκλειστικά ανάμεσα στην καλή και την κακή τέχνη, και όχι ανάμεσα στη σοβαρή και την κωμική, ίσως ικανοποιηθεί πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι φανταζόταν κανείς.