ΧΟΡΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ IKANOTHTA ΚΑΙ ΜΟΡΦΗ

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Vermögende Körper. Zeitgenössischer Tanz zwischen Ästhetik und Biopolitik» του Stefan Apostolou-Hölscher (Transcript, Bielefeld 2015).
Το εξώφυλλο του βιβλίου «Vermögende Körper. Zeitgenössischer Tanz zwischen Ästhetik und Biopolitik» του Stefan Apostolou-Hölscher (Transcript, Bielefeld 2015). | © Transcrip Verlag

Ο σύγχρονος χορός δέχεται συχνά κριτική για την αυτοαναφορικότητά του και για το γεγονός ότι παραλείπει τον άμεσο συσχετισμό  με τον βιωματικό κόσμο της εξωκαλλιτεχνικής πραγματικότητας. Στη σημαντική μελέτη του, ο Stefan Apostolou-Hölscher διερευνά την ιστορική εξέλιξη των αναφορών στην πραγματικότητα και της αισθητικής στο χορό. Κατά τον συγγραφέα, το κενό που παρουσιάζει ο χορός σε σχέση με τον πραγματικό κόσμο, είναι πολύ παλαιότερο και ξεκινά ήδη με τον Ζαν Ζωρζ Νοβέρ, ιδρυτή του ballet d’action ή μπαλέτου δράσης.

Πριν ο χορός αρχίσει να εξελίσσεται στην αυτόνομη μορφή τέχνης που ονομάζουμε μπαλέτο, στη Γαλλία του 18ου αιώνα, είχε εκπληρώσει -κατά την περίοδο πριν από την απολυταρχία – μία πρωτίστως πολιτική αποστολή: την επιβολή πειθαρχίας στην αριστοκρατική κοινωνία και την αποτύπωση της απολυταρχικής δομής εξουσίας την οποία διεκδικούσε η αριστοκρατία. Υπό αυτή την έννοια, το μπαλέτο ήταν ένα «μόρφωμα εξουσίας και γνώσης», το οποίο εκμεταλλευόταν με πολύ προφανή και κατά κάποιον τρόπο άγαρμπο τρόπο το σώμα και την εξύψωσή του στη χορευτική κίνηση – κατ’ επέκταση δε, και την υποταγή του σώματος σε ένα χορογραφικό καθεστώς. Αντιδρώντας σε αυτόν τον αμιγώς λειτουργικό και περιορισμένο σε πολιτικές πτυχές ρόλο, ο Ζαν Ζωρζ Νοβέρ διατύπωσε στα μέσα του 18ου αιώνα το αισθητικό μοντέλο του μπαλέτου δράσης. Το μοντέλο αυτό σηματοδοτεί την αρχή μιας περιόδου αλλαγών που είχαν ως αποτέλεσμα ο χορός να ενταχθεί για πρώτη φορά στο χώρο των καλών τεχνών.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ 

Στις Επιστολές για το χορό και τα μπαλέτα, που εξέδωσε το 1760, ο Νοβέρ εκφράζει την ανάγκη να προσανατολιστεί ο χορός στην ίδια τη ζωή, στην «αλήθεια του ζωντανού στοιχείου», και όχι αποκλειστικά και μόνο στη δεξιοτεχνία. Εκείνο που προκαλεί εντύπωση είναι η παράδοξη απαίτηση - από μια σημερινή σκοπιά- για «φυσικότητα» στον έλεγχο του σώματος και η κυρίαρχη θέση που έδωσε ο Νοβέρ στη δράση, δηλαδή σε μια εξελισσόμενη πλοκή στο πνεύμα μιας αφήγησης. Κατά τον Νοβέρ, τα χαρακτηριστικά της τέχνης του χορού δεν έπρεπε πλέον να είναι η αλληγορία και ο συμβολισμός, το πομπώδες ύφος και η μεγαλοπρέπεια, αλλά η «φυσική αλήθεια» ως αλληλουχία ενεργειών, ως «μπαλέτο δράσης». 

Stefan Apostolou-Hölscher: Vermögende Körper. Zeitgenössischer Tanz zwischen Ästhetik und Biopolitik. Bielefeld: Transcript 2015 Stefan Apostolou-Hölscher: Vermögende Körper. Zeitgenössischer Tanz zwischen Ästhetik und Biopolitik. Bielefeld: Transcript 2015 | © Transcrip Verlag Ωστόσο, αυτή η «φυσική αλήθεια» δεν ισοδυναμεί εδώ με το ρεαλισμό στην αναπαράσταση. Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, ο καλλιτέχνης καλείται να «βοηθήσει» τη φύση μέσω της επιλογής, της έμφασης, της συμπύκνωσης, της απόδοσης συνοχής στην κίνηση, ακόμη και μέσω της ακινησίας. Για να το κάνει αυτό, πρέπει να βασιστεί στο «γούστο» και τη «χάρη». Όμως, ειδικά αυτές οι δύο ιδιότητες που πρέπει να χρησιμοποιήσει ως γνώμονα δεν μπορούν να διδαχθούν, ακριβώς όπως και η σωματική καταλληλότητα για το επάγγελμα του χορευτή δεν είναι κάτι που μπορεί να αποκτηθεί μέσω της εξάσκησης. Ναι μεν ο χορευτής πρέπει να μπορεί να στέκεται με «σιγουριά» και «ομορφιά», αλλά αυτό είναι ένα φυσικό χάρισμα και όχι το αποτέλεσμα κάποια εκπαίδευσης.
 
Άλλωστε, ακόμη πιο σημαντική από την καλλιτεχνικά δεδομένη μορφή της μίμησης είναι η μίμηση της ικανότητας που έχει η ίδια η φύση ως natura naturans (φύουσα φύση) να γεννά διαρκώς νέες μορφές. Με άλλα λόγια, η φύση είναι το πρότυπο της μίμησης που πρέπει να μιμηθεί ο καλλιτέχνης. Ωστόσο, μια τέτοια αντίληψη της φυσικότητας ως αντικειμένου μίμησης είναι μια αισθητική αξίωση και άρα μια αμιγώς καλλιτεχνική και όχι «φυσική» έννοια. Αυτή η γόνιμη εν προκειμένω αντίφαση οδηγεί τελικά στο ερώτημα του πώς το «φυσικό» σώμα αποκτά μια «τεχνητή» υπόσταση, πώς μετατρέπεις τα σώματα «σε κάτι» το οποίο αυτά δεν είναι «εκ φύσεως».

Ο ΚΕΝΟΣ ΧΩΡΟΣ της ΤΕΧΝΗΣ 

Αυτό ακριβώς το ερώτημα είναι το σημείο αφετηρίας για την ανάλυση του Stefan Apostolou-Hölscher, ο οποίος στο βιβλίο του Vermögende Körper [Ικανά σώματα], που κυκλοφόρησε το 2015 από τις εκδόσεις Transkript, περιγράφει την ιδιάζουσα αυτή «τεχνητοποίηση» της φύσης, η οποία παραμένει πάντα αινιγματική. Δημιουργείται ένας «κενός χώρος», στον οποίο δεν ισχύουν πλέον ως πρότυπα οι λυρικές ή ακαδημαϊκές συμβάσεις, αλλά η ίδια η υπέρβαση των προτύπων γίνεται στην ουσία το πρότυπο. Ωστόσο, για το τι σημαίνει αυτό δεν υπάρχει ορισμός. Ο χορευτής, όπως και ο καλλιτέχνης, υπόκεινται σε κάποιο υπερφυσικό και μυστηριώδες καθεστώς ελέγχου που δεν ανάγεται σε κάποια συγκεκριμένη αρχή, εκτός από εκείνη της «φυσικότητας» – «εκείνο το στοιχείο της φυσικότητας […] που είναι έμφυτο σε όλους τους ανθρώπους [... και] οσάκις εκδηλώνεται, χαρακτηρίζεται τόσο από τη μεγάλη του δύναμη όσο και από την αλήθεια του», όπως γράφει ο Νοβέρ.
 
Στη ν κατοπινή εξέλιξη αυτού του μοντέλου, έχουμε πάντα να κάνουμε –κατά τον Apostolou-Hölscher–, με «το αποτέλεσμα [ή τα αποτελέσματα] ρυθμιστικών κανόνων για την παραγωγή και την πρόσληψη του χορού, οι οποίοι προσδιόριζαν κάθε τόσο εκ νέου και με διαφορετικό τρόπο τη σχέση ανάμεσα στη χορογραφία ως μορφή και το χορό ως δραστηριότητα». Κι αυτό επειδή στην τέχνη οι διάφορες μορφές δεν προκύπτουν τυχαία και, κυρίως, δεν στερούνται σκοπού: οι μορφές που γεννιούνται κάθε φορά έχουν συγκεκριμένη χρήση – στην περίπτωση του Νοβέρ και του μπαλέτου δράσης, χρησιμοποιήθηκαν σε παραστάσεις χορού. Βέβαια, στην πορεία, καθεμία από τις μορφές αυτές συγκεκριμενοποιείται αναγκαστικά με βάση το σώμα και τις πράγματι «απεριόριστες» δυνατοτήτές του.

ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΗ ΖΩΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΜΟΡΦΗ ΖΩΗΣ  

Με βάση αυτό το ιστορικό υπόβαθρο, ο Apostolou-Hölscher αναπτύσσει τις παρατηρήσεις του σχετικά με τη βιοπολιτική διάσταση του χορού, ως μιας μορφής τέχνης που καθορίζει τη σωματική ικανότητα, η οποία πάντα αποκαλύπτει λιγότερες από τις πραγματικές δυνατότητες του σώματος: η «ζωντανή δραστηριότητα των σωμάτων ως εκδήλωση των εγγενών ικανοτήτων τους» προκαλεί σε αυτά «μια απροσδιόριστη ζωτικότητα, που δεν μπορεί να πραγματωθεί σε μια συγκεκριμένη μορφή ζωής» [εδώ η «μορφή ζωής» χρησιμοποιείται με τη φιλοσοφική της έννοια]. Η ίδια η χορογραφία όμως είναι μια τέτοια «συγκεκριμένη μορφή ζωής». Πάνω σε αυτό το οξύμωρο σχήμα δουλεύουν, όπως λέει ο Apostolou-Hölscher, και οι σύγχρονοι καλλιτέχνες, από την Yvonne Rainer ως την Mette Ingvartsen, και από τον Jérôme Bel ως την Ivana Müller.
 
Ο διαρκώς επανεμφανιζόμενος ερμητισμός, το δυσεπίλυτο πρόβλημα του ανοίκειου χαρακτήρα του χορού, που φαίνεται να εχθρεύεται τη μορφή και τη συγκεκριμενοποίηση, απηχεί επομένως ένα είδος απελευθέρωσης: την αποδέσμευση του μπαλέτου από τον αμιγώς αυλικό ρόλο του ως συμβόλου εξουσίας. Παρ’ όλα αυτά, επειδή ακριβώς η ελευθερία ποτέ δεν μπορεί να λάβει συγκεκριμένη μορφή, κατά τον Apostolou-Hölscher, πρέπει, ακόμη και σήμερα, να υπάρχει πάντα εκείνη η απόσταση ανάμεσα στο χορό και τη μορφή – μια απόσταση που πιθανότατα μόνο ο παρατηρητής μπορεί να γεφυρώσει.

 
Stefan Apostolou-Hölscher, Vermögende Körper. Zeitgenössischer Tanz zwischen Ästhetik und Biopolitik,Transcript, Bielefeld 2015, 395 σελίδες.