Η Γενια Υ στην Ελλαδα Μπορουν οι Millennials να σωσουν την οικονομια;

Η ομάδα του Taxibeat
Η ομάδα του Taxibeat | © Taxibeat

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των σημερινών Ελλήνων στην ηλικιακή ομάδα 18-37 ετών. Η θέση τους στην αγορά εργασίας, που δοκιμάζεται από την ελληνική κρίση. Η «έκρηξη» των startups, τα success stories των νέων που μετέτρεψαν την καινοτόμο ιδέα τους σε επιχείρηση, αλλά και το brain drain των καλύτερων στο εξωτερικό. 

Η Ιωάννα Φωτοπούλου στην ηλικία των 27 ετών έχει ήδη πετύχει πράγματα που πολλοί συνομήλικοί της δεν θα πρόφταναν να κάνουν ούτε στη διπλάσια ηλικία. Έχει κερδίσει διεθνή βραβεία και υποτροφίες για την κοινωνική της δράση, έχει στήσει από το μηδέν startup εταιρείες, έχει προλάβει να αποτύχει αλλά και να διακριθεί. Με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη, σήμερα εργάζεται ως σύμβουλος επιχειρήσεων στην Αθήνα και είναι συνιδρύτρια της Simple Rocks, πλατφόρμας που παρέχει υπηρεσίες διαδικτυακού μάρκετινγκ.

Η Ιωάννα είναι ένα «φωτεινό» παράδειγμα της γενιάς των Ελλήνων Millennials, όρο που χρησιμοποιούν οι κοινωνιολόγοι, οι πολιτικοί και τα μίντια διεθνώς, ώστε να περιγράψουν όσους έχουν γεννηθεί μεταξύ 1980 και 2000 και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Οι νέοι αυτής της γενιάς καταφτάνουν με όλα τα εφόδια. Διαθέτουν καλές σπουδές, ταξιδεύουν, έχουν αυξημένες τεχνολογικές δεξιότητες, παρακολουθούν συνδρομητική τηλεόραση, είναι διαρκώς συνδεδεμένοι σε πλατφόρμες που τους επιτρέπουν να επικοινωνούν σε πολλαπλά επίπεδα. «Παρατηρώ  πως υπάρχει μια γενικευμένη τάση στους Millennials -παγκοσμίως, όχι μόνο στην Ελλάδα - να κάνουν δουλειές που έχουν θετικό κοινωνικό αντίκτυπο. Το πρότυπο έχει φύγει από το να βρω μια δουλειά και να βγάζω πολλά χρήματα. Οι Millennials θέλουμε χρήματα, αλλά οι περισσότεροι από εμάς θέλουμε αυτά τα χρήματα να είναι καθαρά και μακριά από ενέργειες με άσχημο περιβαλλοντικό ή ανθρωπιστικό αντίκτυπο», λέει η Ιωάννα Φωτοπούλου.

Την ίδια στιγμή, ειδικά στην Ελλάδα που διανύει τον έβδομο χρόνο κρίσης, πολλοί Millennials παραμένουν αποκλεισμένοι από την αγορά εργασίας. Εργάζονται σε θέσεις αναντίστοιχες με τα προσόντα τους ή αναγκάζονται να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό. Μπορούν οι Έλληνες Millennials να αποτελέσουν τη λύση για τη σωτηρία της ελληνικής οικονομίας;
«Ίσως δεν καταφέρουν να αποκτήσουν ποτέ ένα ιδιόκτητο σπίτι ή θα αργήσουν να αγοράσουν το δικό τους αυτοκίνητο, όμως αυτό σημαίνει ότι δεν θα επιφορτιστούν με τα δάνεια και τα χρέη που κουβαλούν οι μεγαλύτερες γενιές», σημειώνει η Δήμητρα Δημητρακοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. «Η συγκεκριμένη γενιά είναι αυτή που θα παράγει και θα καταναλώνει, άρα οφείλουμε να προσδοκούμε ότι θα είναι το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Προς το παρόν, βέβαια, δυσκολεύεται τόσο πολύ να παράξει, άρα και να καταναλώσει, εξαιτίας της οικονομικής στασιμότητας. Η κατάσταση φαίνεται πως θα αργήσει να αλλάξει», σημειώνει η ίδια.

Η «ΑΝΟΙΞΗ» ΤΩΝ STARTUPS

Η γενιά των Millennials έχει ταυτιστεί με τις startup, εταιρείες που αναπτύσσονται κατά κανόνα με βάση το Διαδίκτυο, ξεκινούν ως καινοτόμες ιδέες και έχουν στοιχεία εξωστρέφειας και δυνατότητες ταχείας ανάπτυξης. Σήμερα στην Ελλάδα εκτιμάται ότι υπάρχουν περίπου 1.000 startups - είτε στο στάδιο σχεδιασμού είτε στα πρώτα βήματα της υλοποίησης. Η 27χρονη Ιωάννα Φωτοπούλου έχει συμμετάσχει στην ίδρυση τριών. «Είναι ένα trend της εποχής μας, μια νέα μόδα», λέει. «Εγώ αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στην τρίτη εταιρία μου. Η πρώτη απέτυχε παταγωδώς. Η δεύτερη πήγε καλά μέχρι που την πούλησα, καθώς δεν είχα κάτι άλλο να μάθω και δεν είχα τα μέσα εγώ μόνη μου να την φτάσω πιο ψηλά. Η τρίτη πλέον εταιρία με επιβραβεύει κάθε μέρα για όλες αυτές τις αποτυχίες, που τις υπέμεινα καρτερικά, διότι ήξερα ότι θα μάθω και θα γίνω καλύτερη. Πρέπει να μιλάμε για την αποτυχία. Όσο περισσότερο έχει αποτύχει κάποιος στην ζωή του, τόσο πιο ψηλά θα φτάσει στο επόμενο εγχείρημα», σημειώνει η ίδια.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο το Bloomberg δημοσίευσε άρθρο με τίτλο-παρότρυνση: Millennials - You Can’t Afford a Startup. Time to Get a Job. Ο Πάνος Ζαμάνης, συνιδρυτής της Ελληνικής Ένωσης Startup Επιχειρήσεων, επισημαίνει ότι το άρθρο αναφέρεται στην αμερικανική οικονομία, όπου οι νέοι απόφοιτοι των μεγάλων πανεπιστημίων, αντί να δημιουργήσουν startups, προτιμούν να εργαστούν σε μεγάλες πολυεθνικές με υψηλούς μισθούς. «Δεν θεωρώ ότι αφορά στην ελληνική πραγματικότητα, καθώς εδώ οι ικανοί δεν έχουν πολλές επιλογές όταν η ανεργία είναι πάνω από 50% στους νέους», σημειώνει ο κ. Ζαμάνης.
Ο ίδιος διαφωνεί με την ταύτιση της νεοφυούς και της νεανικής επιχειρηματικότητας – «πρέπει να συνδυάζεται η κοινοτόμος σκέψη με την πείρα», λέει – και στέκεται στη συμβολή της ελληνικής κρίσης για την ανάπτυξη των startups. «Η κρίση ανάγκασε τους δημιουργικούς ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν ότι η λύση δεν βρίσκεται στην ασφάλεια του Δημοσίου, που για πολλά χρόνια ήταν το όνειρο κάθε Έλληνα, αλλά στην αναζήτηση του επιχειρηματικού ρίσκου, αρκεί αυτό να αφορά  πραγματικά καινοτόμες ιδέες», σημειώνει. «Σήμερα νομίζω ότι είμαστε στο στάδιο που ονειρευόμασταν όσοι ασχολούμαστε με τις νεοφυείς επιχειρήσεις εδώ κι χρόνια. Έχει σχεδόν παγιωθεί η αντίληψη ότι η επιχειρηματικότητα είναι η λύση τόσο στα προσωπικά οικονομικά προβλήματα όσο και στην ανάγκη της χώρας να γίνει ανταγωνιστική», λέει.

TA SUCCESS STORIES ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Πράγματι, από την ελληνική κρίση έχουν βγει «διαμάντια». Ένα από αυτά είναι το Taxibeat, εφαρμογή στο κινητό με την οποία μπορείς να καλέσεις ταξί. Η πιο εμβληματική ελληνική startup ιδρύθηκε το 2011, ενώ προ ημερών ανακοινώθηκε η εξαγορά της από τη My taxi, θυγατρική του γερμανικού κολοσσού της Daimler, έναντι ποσού που φέρεται να ξεπέρασε τα 40 εκατ. ευρώ. Ο ιδρυτής του Taxibeat, Νίκος Δρανδάκης είναι 50άρης, όμως ο μέσος όρος ηλικίας των εργαζομένων στην εταιρεία είναι τα 28 χρόνια.
Ρωτήσαμε τη Φοίβη Προσαλίκα, διευθύντρια ανθρώπινου δυναμικού του Taxibeat, αν οι Millennials θα μπορούσαν να είναι η λύση για τη σωτηρία της οικονομίας της Ελλάδας. «Ναι. Η γενιά των Millennials βγήκε στην αγορά εργασίας με τα δεδομένα της κρίσης και δεν χρειάστηκε να χάσει κάτι που έχτισε. Χτίζει ξανά κάτι από το μηδέν και είναι πιο συνειδητοποιημένη. Κάποια χρόνια πριν ζούσαμε με ουτοπικά δεδομένα, τα οποία όμως τώρα έχουν πάρει το πραγματικό τους μέγεθος», λέει η κ. Προσαλίκα. «Η γενιά των Millennials έχει άμεση πρόσβαση στο Διαδίκτυο. Μπορεί να ενημερώνεται και να εξελίσσεται χωρίς επιπλέον κόστος. Μπορεί να συναναστρέφεται άτομα από όλο τον κόσμο και να ανταλλάσσει ιδέες», προσθέτει.

Το Taxibeat δεν είναι το μοναδικό success story μεταξύ των ελληνικών startups. Ενδεικτικά μόνο, η Antcor, εταιρεία λογισμικού στην Πάτρα, εξαγοράστηκε από την ελβετική u-blox, η Avocarrot, με αντικείμενο το mobile advertising, εξαγοράστηκε από την Glispa Global Group, η AbZorba Games πουλήθηκε στην Greentube, αυστριακή εταιρεία ιντερνετικών παιχνιδιών. Λίγα χρόνια νωρίτερα, η ελληνική Bug Sense είχε εξαγοραστεί από τη Splunk, και βέβαια η e-food.gr από τη γερμανική Delivery Hero.

Τα ηλεκτρικά ποδηλάτα του Elektronio Τα ηλεκτρικά ποδηλάτα του Elektronio | @Elektronio Ένα λαμπρό παράδειγμα ελληνικής startup από Millennials είναι το εκ Θεσσαλονίκης Elektronio, όπως ονόμασαν οι Παντελής Ζάρκος και Άννα Χλιούρα την εταιρεία κατασκευής χειροποίητων ηλεκτρικών ποδηλάτων.
Το Elektronio βραβεύθηκε σε διαγωνισμούς καινοτομίας, όμως ο δρόμος δεν ήταν εύκολος. «Όταν η εκκίνηση μιας εταιρείας συμπίπτει με την κρίση και όλα τα αρνητικά της επακόλουθα,  πρέπει να πιστεύεις πολύ σε αυτό που κάνεις για να πάρεις θάρρος να το ξεκινήσεις. Επίσης, χρειάζεται να αφοσιωθείς, να οπλιστείς με υπομονή και επιμονή, ενώ αντιλαμβάνεσαι ότι έχεις πολύ λιγότερα περιθώρια λάθους σε ένα δυσμενές περιβάλλον», σημειώνει η Άννα Χλιούρα.
Τη ρωτώ αν πριν από το Elektronio είχαν σκεφτεί να αναζητήσουν δουλειά στο εξωτερικό. «Μπορεί σε κάποιους να φαντάζει ιδεατό να μεταναστεύσουν και να ζήσουν σε μία χώρα με καλύτερες παροχές, οικονομικές απολαβές και βιοτικό επίπεδο, αλλά δε σημαίνει ότι είναι τόσο εύκολο να επιχειρήσεις κάτι από το μηδέν σε ένα άγνωστο περιβάλλον και συνήθως ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό», απαντά.
«Οπότε ειλικρινά δεν το σκεφτήκαμε να φύγουμε έξω, επειδή μπορεί να βρίσκαμε μία δουλειά, αλλά δεν θα δουλεύαμε για να διαδώσουμε το όραμα του Elektronio. Η διάθεσή μας να μείνουμε στην Ελλάδα με τον τρόπο ζωής που αγαπούμε, υπερνίκησε τις δυσκολίες».

Η ΔΙΑΡΡΟΗ «ΚΑΛΩΝ ΜΥΑΛΩΝ»

Το brain drain είναι το πιο βαρύ τίμημα της ελληνικής κρίσης. Τα τελευταία πέντε χρόνια υπολογίζεται ότι έφυγαν για δουλειά στο εξωτερικό περισσότεροι από 200.000 νέοι υψηλής μόρφωσης, αριθμός που αντιστοιχεί στο 5% του εργατικού δυναμικού της χώρας.
Ο Αστέριος Σαμαρίνας, 31 ετών, εργάζεται ως μηχανικός υπολογιστών σε εταιρεία στο Λουξεμβούργο. Μετά το Μάστερ που έκανε στη Γαλλία, διαπίστωσε ότι ήταν πολύ δύσκολο να δουλέψει στην Ελλάδα. «Οι ελληνικές εταιρείες ζητούν πείρα τριών ετών. Υπήρχαν θέσεις junior και έρχονταν για συνέντευξη άτομα με προϋπηρεσία δέκα ετών», λέει. Κι έτσι έφυγε στο εξωτερικό. Εργάστηκε για δύο χρόνια σε εταιρεία Πληροφορικής στην Αυστρία και σήμερα βρίσκεται στο Λουξεμβούργο. «Η αρχή ήταν δύσκολη, όπως για τον καθένα σε μια ξένη χώρα. Υπάρχει υψηλός ανταγωνισμός, αλλά και αξιοκρατία. Θα ήθελα να μείνω τουλάχιστον για την επόμενη διετία», λέει ο Αστέριος.

Ο Απόστολος Πόταρης, 27 ετών, ζει στο Άμστερνταμ όπου εργάζεται στο marketing πολυεθνικής. Μετά τις σπουδές Marketing στην ΑΣΣΟΕ έκανε μεταπτυχιακό στην Ολλανδία, όπου βεβαιώθηκε ότι η κουλτούρα και οι ευκαιρίες της χώρας τού ταίριαζαν. «Βλέπω ότι δεν έχω την ίδια ζωή με τους φίλους μου, που έκαναν αντίστοιχες σπουδές, όμως έμειναν στην Ελλάδα και είτε δεν αμείβονται καλά είτε εργάζονται ατελείωτες ώρες» σημειώνει. «Η δουλειά μου και το επίπεδο ζωής στην Ολλανδία μού επιτρέπουν να κάνω πράγματα που δεν θα έκανα στην Ελλάδα, για παράδειγμα δύο μεγάλα ταξίδια κάθε χρόνο εκτός Ευρώπης».

Από την έρευνα για τους Έλληνες Millennials προκύπτει μία γλυκόπικρη γεύση. Δεν κουβαλούν τις αμαρτίες της προηγούμενης γενιάς, όμως ταλαιπωρούνται από τις επιπτώσεις αυτών των αμαρτιών. Την ίδια στιγμή καλούνται να στήσουν τη ζωή τους «από το μηδέν», κάτι που φαντάζει ταυτόχρονα αποθαρρυντικό, αλλά και πρόκληση. Το πιο αντιπροσωπευτικό εύρημα από τις δεκάδες έρευνες που προσπαθούν να περιγράψουν τους Millennials, προκύπτει από την κοινή δημοσκόπηση της εταιρείας ερευνών αγοράς Harris Poll και του online καταστήματος πώλησης εισιτήριων Eventbrite:
οκτώ στους δέκα θα προτιμούσαν να ξοδέψουν χρήματα για μια εμπειρία, παρά για κάποιο υλικό αγαθό.