ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ

Bruno Ganz. Foto: Wikimedia Commons. Loui der Colli [CC BY-SA 3.0]
Bruno Ganz | Φωτ.: Wikimedia Commons. Loui der Colli [CC BY-SA 3.0]

Έλαμψε ως ουράνιο πλάσμα και σαν Χίτλερ, Φάουστ και Άμλετ, έκανε κινηματογραφική καριέρα και έγραψε ιστορία στο θέατρο. Λίγα λόγια για το θάνατο του μεγάλου ηθοποιού Bruno Ganz.

Τώρα είναι πλέον οριστικά στον Όλυμπο ο -και εν ζωή ακόμη ημίθεος- ηθοποιός Bruno Ganz. Η είδηση του θανάτου του το Σάββατο 16 Φεβρουαρίου ήταν ανάμεσα στις σημαντικότερες επισκιάζοντας το τέλος της Berlinale, στην οποία ο Ganz βρέθηκε πολλές φορές ως προσκεκλημένος. Στην τελετή απονομής των βραβείων, στο Μπερλινάλεπαλαστ, όλοι στην αίθουσα σηκώθηκαν χειροκροτώντας όταν η παρουσιάστρια Anke Engelke μνημόνευσε τον αποθανόντα, «τον Μπρούνο Γκαντς που βρίσκεται στον ουρανό πάνω από το Βερολίνο». Αλλά και εκτός των τειχών του Βερολίνου, εκείνη την ημέρα της θλίψης, ήταν σαν να τον έβλεπε κανείς μπροστά στα μάτια του έτσι όπως είχε εντυπωθεί στη μνήμη όλων στην ταινία του Wim Wenders «Τα Φτερά του Έρωτα»: ως άγγελο Ντάμιελ που κοίταζε από ψηλά την γκρίζα, σκοτεινή διχασμένη πόλη, με εκείνο το σοφό, καλόκαρδο βλέμμα, το γεμάτο κατανόηση και συγχώρεση για καθετί το ανθρώπινο – σε εκείνο τον εμβληματικό ρόλο ως ουράνιο ον που θέλει να γίνει επίγειο και άρα θνητό. Βέβαια, ο Bruno Ganz ως Ντάμιελ έγινε αντιθέτως από τότε, το 1987, αθάνατος.

Φυσικά και ο ουρανός πάνω από το Βερολίνο είναι πολύ μικρός για έναν τόσο σπουδαίο άνθρωπο, που αξίζει μια τιμητική θέση στο θέατρο του Ολύμπου. Εκεί θα συναντηθεί ξανά με τον Otto Sander, τον έτερο ήπιο άγγελο του Wenders και συνάδελφό του από παλιά στη βερολινέζικη Schaubühne, ο οποίος έφυγε πριν από αυτόν, ήδη το 2013. Παρήγορη είναι η σκέψη ότι οι δύο αυτοί χαρισματικοί γνώστες της ανθρώπινης ψυχής μάς κοιτούν από ψηλά, κρυφακούνε ό,τι λέμε και συγκατανεύουν.

Όταν πεθαίνει κάποιος σαν τον Bruno Ganz, η χώρα νιώθει ένα τράνταγμα που κλονίζει πολλούς, μια και ήταν ένας από τους ιδιοφυέστερους γερμανόφωνους καλλιτέχνες ηθοποιούς που είχε αναδείξει ο 20ός αιώνας. Ένας που είχε δώσει σε τόσο πολλούς ανθρώπους κάτι, που τους συγκίνησε, τους συντάραξε, τους ενέπνευσε και επιπλέον έγραψε ιστορία στο θέατρο. Ή, όπως πολύ σωστά το διατύπωσε ο Ομοσπονδιακός Πρόεδρος Frank-Walter Steinmeier: που «συνδιαμόρφωσε με καθοριστικό τρόπο το χαρακτήρα» της κουλτούρας μας. Ο Bruno Ganz, σύμφωνα με τον Steinmeier, κατείχε εκείνο το «μαγικό κλειδί που ξεκλειδώνει τη μεγάλη τέχνη».

Το γεγονός ότι ήταν ένας ηθοποιός εκ των αρίστων, το είχε αποδείξει, τρόπον τινά, και με τη βούλα, όντας κάτοχος του Δαχτυλιδιού του Ίφλαντ. Με το εν λόγω Δαχτυλίδι διακρίνεται ο εκάστοτε «σημαντικότερος» γερμανόφωνος καλλιτέχνης του θεάτρου – διά βίου. Ο Αυστριακός ηθοποιός Josef Meinrad είχε ορίσει το 1996 στη διαθήκη του τον Ganz ως νέο κάτοχο του Δαχτυλιδιού. Ο Ganz είπε κάποτε ότι το Δαχτυλίδι τον είχε «σταθεροποιήσει ψυχικά». Οι καλύτεροι είναι πάντοτε και αμφισβητίες – αμφισβητούν τον εαυτό τους και τον κόσμο.

«ΕΝΑΣ απο ΕΚΕΙΝΟΥΣ τους ΠΡΙΓΚΙΠΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ»

Ο Bruno Ganz, γεννημένος στις 22 Μαρτίου του 1941 στη Ζυρίχη, ένιωσε από νωρίς μια «ακατάλυτη θέληση να εκφραστεί», που τον έσπρωξε προς το θέατρο, παρόλο που το οικογενειακό του υπόβαθρο δεν συνηγορούσε καθόλου υπέρ μιας τέτοιας επιλογής. Ο πατέρας του ήταν εργάτης εργοστασίου, η μητέρα, Ιταλίδα, είχε διασχίσει πεζή τις Άλπεις και είχε έρθει στη Ζυρίχη για να εργαστεί εκεί ως οικιακή βοηθός. Ο γιος εγκατέλειψε το γυμνάσιο πριν από το απολυτήριο και αργότερα διέκοψε την εκπαίδευσή του στη δραματική σχολή. Ύστερα από κάποιους πρώτους μικρούς ρόλους στον κινηματογράφο της Ελβετίας έφυγε για τη Γερμανία. Εκεί  ξεκίνησε ως αρχάριος ηθοποιός στο Junges Theater του Γκαίτινγκεν και στη συνέχεια δοκίμασε την τύχη του στη Βρέμη όπου ο αυστηρός «στρατηγός» του θεάτρου Kurt Hübner εφεύρισκε εκ νέου το θέατρο με έναν νεαρό θίασο –ήταν η εποχή της εκκόλαψης του φοιτητικού κινήματος– και είχε κάνει ντόρο. Επρόκειτο για αυτό που αργότερα πέρασε στα χρονικά ως «στυλ της Βρέμης».

Ο Ganz απευθύνθηκε πρώτα στον Peter Zadek, ο οποίος τον βρήκε ενδιαφέροντα: τον θεώρησε «έναν από εκείνους τους πρίγκιπες του προλεταριάτου». Ύστερα, έπρεπε να περάσει και από τον διευθυντή του θεάτρου, τον Hübner, ο οποίος ήταν άρρωστος, εξ ου και ο νεαρός επίδοξος ηθοποιός πέρασε από οντισιόν στην κρεβατοκάμαρα του τελευταίου, μπροστά στο κρεβάτι του. Είχε διαλέξει –χαρακτηριστικό για τον Ganz, θα λέγαμε εκ των υστέρων– το ρόλο του πρίγκιπα του Χόμπουργκ. Αργότερα, ο Hübner θα σχολίαζε σχετικά: «Η όλη του συμπεριφορά ήταν τόσο ασυνήθιστη, το ίδιο και εκείνη η ιδιαίτερη αντίσταση που απέπνεε, όπως και το ότι πιο πολύ ψιθύριζε παρά μιλούσε, ο μισός γυρισμένος προς εμάς, ο μισός προς τον τοίχο, που με συνεπήρε». Αυτή ήταν η αρχή της καριέρας του ως ηθοποιού. Ο Hübner λίγο μετά κιόλας ανέθεσε στον 24χρονο το ρόλο του Άμλετ και το 1967 εκείνον του Μάκβεθ. Με τον αντισυμβατικό σκηνοθέτη Zadek υποδύθηκε τον Μόριτς Στήφελ στο «Ξύπνημα της Άνοιξης» του Wedekind και έναν παράξενα παραμορφωμένο Φραντς Μορ στους «Ληστές» του Schiller.

Tότε τα πάντα ήταν νέο ξεκίνημα και βίαιο ξέσπασμα, μια επίθεση στους παραδεδομένους, συνηθισμένους τρόπους να αισθάνεται και να βλέπει κανείς, η επινόηση του μοντέρνου «θεάτρου του σκηνοθέτη». Και ο Bruno Ganz βρισκόταν στην καρδιά αυτού του γίγνεσθαι, μαζί με την Edith Clever, τη Jutta Lampe, τον Michael König, τον Werner Rehm – όλους εκείνους τους γνωστούς ηθοποιούς-καλλιτέχνες, που το 1970 πήγαν μαζί με τον Peter Stein στο Βερολίνο και επανίδρυσαν τη Schaubühne.

Το ΜΕΓΑΛΟ ΒΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε προηγουμένως, το 1969, η σκηνοθεσία του έργου του Goethe «Τορκουάτο Τάσσο» από τον Stein στη Βρέμη, με τον Bruno Ganz στον ομώνυμο ρόλο – μια δουλειά που πολιτικοποίησε το θίασο και αποτέλεσε ορόσημο στο θέατρο. Αυτό που παρουσιάστηκε ήταν ο στοχασμός για τη σχέση εξουσίας και τέχνης, την οποία πραγματευόταν το έργο, με τον Ganz ως έναν εσωτερικά διχασμένο «παλιάτσο» (Stein) ανάμεσα στη δουλοπρέπεια και το αντιαυταρχικό επαναστατικό πνεύμα. Έναν καλλιτέχνη που η αυλή της Φερράρας κρατούσε κλεισμένο σε ένα «μαντρί» από πλεξιγκλάς, με μία γύψινη προτομή του Goethe στο τεχνητό γρασίδι. Ο θίασος του Stein έφυγε στη συνέχεια από τη Βρέμη, έπαιξε για μία σεζόν στο Schauspielhaus της Ζυρίχης, προτού κάνει το άλμα για το Βερολίνο – το οποίο σήμανε μια αλλαγή εποχής.

Στη Schaubühne υπό τη διεύθυνση του Peter Stein το θέατρο αντιμετωπιζόταν ως υπόθεση της ομάδας, η οποία ασκούσε την τέχνη αυτή με πολύ μεγάλη σοβαρότητα και ακρίβεια. Στον Ελβετό Bruno Ganz αυτός ο διεξοδικός τρόπος δουλειάς ταίριαζε πολύ, εξ ου και τον διατήρησε. Σε όλο του τον υποκριτικό βίο –και στον κινηματογράφο– προσέγγιζε τους ρόλους του μέσα από την ανάγνωση και μέσω μιας πνευματικής αποστασιοποίησης, διαβάζοντας και παρατηρώντας – λιγότερο μέσω της διαίσθησης και των διαδικασιών ταύτισης. Δεν ήταν ηθοποιός «μεθόδου». Ήταν όμως ένας εξαίρετος τεχνίτης, προικισμένος με μια συναισθηματική ευφυΐα που προσέδιδε στους χαρακτήρες του κάτι πολύ ανθρώπινο, συχνά εύθραυστο, μελαγχολικό, και τους άφηνε να κρατούν πάντα ένα μέρος τους ανεξιχνίαστο, σαν μυστικό. Απαράμιλλη ήταν η χαρακτηριστική, καθαρή φωνή του: εκείνη η μελωδική, βελούδινη χροιά, ο ζεστός ελβετικός τονισμός, τον οποίο ποτέ του ευτυχώς δεν μπόρεσε να αποβάλει εντελώς. Και, γενικά, η τέχνη της ομιλίας που κατείχε… Μπορούσε σαν ένας μουσικός του λόγου να κάνει τα κείμενα να ηχήσουν, ήταν ένας θαυμάσιος ερμηνευτής του Kleist και του Hölderlin. Από την άλλη, μπορούσε να μιλήσει με τσιριχτή, διαπεραστική φωνή όπως στον τρεμάμενο Χίτλερ του της «Πτώσης». Ο Otto Sander είπε κάποτε ότι, ακριβώς επειδή η μητρική γλώσσα του Ganz δεν ήταν τα γερμανικά, ήταν σαν να άρθρωνε κάθε φορά εκ νέου τη γλώσσα. Κάπου κάπου θύμωνε ο ίδιος για τη «διδακτική ομιλία» του, εννοώντας τη βαθιά παρόρμησή του να αρθρώνει τα κείμενα έτσι ώστε να ακούγεται και να γίνεται απόλυτα αντιληπτό το νόημά τους. Όποιος δει τη βιντεοσκοπημένη παράσταση του πλήρους «Φάουστ» [πρώτο και δεύτερο μέρος της τραγωδίας, χωρίς καμία περικοπή) που σκηνοθέτησε φιλόπονα ο Peter Stein το 2000 θα καταλάβει αμέσως τι εννοεί ο Ganz με αυτό – και θα υποκύψει φυσικά για άλλη μια φορά στη μαεστρία του.

Θρυλική έχει μείνει και η ερμηνεία του στο ρόλο του πρίγκιπα του Χόμπουργκ, εκείνου του θερμοκέφαλου όσο και ονειροπόλου Πρώσου από τον Τριακονταετή Πόλεμο , σε σκηνοθεσία του Stein, το 1972 στη Schaubühne. Ο Stein χρησιμοποίησε την εκδοχή του Botho Strauß,  αγαπημένος ηθοποιός του οποίου ήταν ο Ganz. Ως έναν από τους «τελευταίους εναπομείναντες ηθοποιούς που μπορούν να υποδυθούν ήρωες» τον χαρακτήρισε κάποτε εγκωμιάζοντάς τον και εκθειάζοντας την «αντρίκια χάρη του».

Ακόμη σημαντικότερος από τον Peter Stein ήταν για τον Bruno Ganz ο σκηνοθέτης Klaus Michael Grüber, ο οποίος πέθανε το 2008. Ο Grüber έχει στο θέατρο τη φήμη του ποιητικά ερμητικού (σκοπίμως μάλιστα) αριστοτέχνη του αργού ρυθμού. Το 1977 ο Grüber έστειλε τον αισθαντικό Ganz σε ένα «Χειμωνιάτικο Ταξίδι», στα ίχνη του Hölderlin μέσα από το παγερό Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου, σκηνοθέτησε μαζί του τον «Εμπεδοκλή» και τον «Άμλετ» και τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου –το 1986 στα Salzburger Festspiele–, όπου το κείμενο είχε διασκευάσει με γλωσσική δεινότητα ο Peter Handke και όπου ο Ganz βγήκε στη σκηνή ως «άνθρωπος των θλίψεων», αλυσοδεμένος, αν και σωματικά μόνο, γιατί γλωσσικά θα πρέπει να ήταν η απόλυτη απελευθέρωση. Το 1972 ήδη, είχε κάνει το ντεμπούτο του στα Salzburger Festspiele, ως γιατρός –θα μπορούσαμε να πούμε και καλλιτέχνης του λόγου στο νεκροτομείο– στην πρεμιέρα του έργου του Thomas Bernhard «Ο αδαής και ο τρελός» («Der Ignorant und der Wahnsinnige»), σε σκηνοθεσία Claus Peymann. Για το ρόλο αυτό του απονεμήθηκε ο τίτλος του «ηθοποιού της χρονιάς». Ο Bernhard το 1974 τού αφιέρωσε το έργο του «Die Jagdgesellschaft» («Η κυνηγετική λέσχη») με τη φράση: «Για τον Bruno Ganz, ποιον άλλο;»

Ποιον άλλο παρά τον Bruno Ganz θα έβαζε ο Eric Rohmer στο πλευρό της ευαίσθητης Edith Clever ως κόμη στην ταινία του «Η Μαρκησία του Ο» (1976); Και ποιος άλλος θα δάνειζε στους σκηνοθέτες του νέου γερμανικού κινηματογράφου το αστεία τσαλακωμένο του πρόσωπο που διατηρούσε ταυτόχρονα εκείνη την αιθέρια γοητεία; Ο Ganz έκανε για πολύ καιρό και τα δύο, και κινηματογράφο και θέατρο, μόλις την τελευταία 15ετία αποσύρθηκε από το σανίδι. Η τελευταία του εμφάνιση στο θέατρο ήταν το 2012, στην παράσταση «Le Retour» (Η Επιστροφή) που υπέγραφε ο σκηνοθέτης Luc Bondy στο Παρίσι. Το σύγχρονο θέατρο των αυτοανακηρυγμένων σκηνοθετών-δραματουργών του είχε «ξεγλιστρήσει», όπως έλεγε χαρακτηριστικά.

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

Αντιθέτως, στον κινηματογράφο, μετά τον θεαματικά ρεαλιστικό Χίτλερ στην ταινία του Oliver Hirschbiegel «Η Πτώση» (2004), γινόταν διεθνώς όλο και πιο περιζήτητος ως ηθοποιός. Έκανε ταινίες με τον Jonathan Demme, τον Francis Ford Coppola, τον Stephen Daldry και τελευταία και με τον Lars von Trier. Για το ρόλο του Χίτλερ, ωστόσο, δέχτηκε και κριτική για το «μικρόβιο του μεγάλου ηθοποιού». Πόσο θεμιτό είναι να υποδύεται κανείς τον Χίτλερ «ανθρώπινα»; Δεν αγγίζει ο ακραίος νατουραλισμός τα όρια της παρωδίας;

Ο ρόλος αυτός κατάτρυχε για πολύ καιρό τον Ganz -ενώ δεν είναι καν χαρακτηριστικός ρόλος της φιλμογραφίας του, η οποία, ξεκινώντας από τον κορνιζοποιό στον «Αμερικανό Φίλο» του Wenders (1977), περνώντας από τον αρχηγό της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Διώξεως του Εγκλήματος Horst Herold στο «Σύμπλεγμα Baader Meinhof» (2008), και φτάνοντας ως τον παππού της Χάιντι στην ομότιτλη ταινία (2015) ή τον ηλικιωμένο Σίγκμουντ Φρόυντ  στην κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Robert Seethaler Der Trafikant (The Tobacconist, 2018), έχει τόσο σημαντικό εύρος. Στον κινηματογράφο αρχικά τον Bruno Ganz και για μεγάλο διάστημα, μονοπωλούσαν κυρίως εκείνοι οι σκεπτόμενοι σκηνοθέτες των βαθιών νοημάτων, και αντίστοιχα οι παράξενοι, λιγάκι αλαφροΐσκιωτοι ήρωες, επειδή ακριβώς τα κατάφερνε τόσο καλά να υποδύεται έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε άλλες σφαίρες, ιδιόρρυθμα γοητευτικό και κάπως θλιμμένο, όπως ο σερβιτόρος στην ωραία ταινία του Silvio Soldini «Ψωμί και τουλίπες» (2000).

Ο χαμηλών τόνων Ελβετός έπαιζε κάθε τόσο με πολύ συγκινητικό τρόπο ρόλους μελλοθάνατων, είτε ήταν ο καταδικασμένος από την ασθένειά του σε θάνατο συγγραφέας στο «Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, είτε ο γκουρού της ζωής Tiziano Terzani με τη λευκή γενειάδα στην ταινία «Das Ende ist mein Anfang» (The End is My Beginning) ή ο άρρωστος με καρκίνο σύζυγος της Senta Berger στο «Satte Farben vor Schwarz» (Colors in the Dark). Το Σάββατο 16 Φεβρουαρίου, τις πρώτες πρωινές ώρες, υπέκυψε στον καρκίνο, στη Ζυρίχη. Ήταν 77 ετών.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στη «Süddeutsche Zeitung» στις 17 Φεβρουαρίου 2019.