Θεατρο και κοινωνια Φαρμακονησι ή Το δικιο του νερου

Φαρμακονήσι ή Το δίκιο του νερού
© Αλίκη Ευαγγελινού

Στις 20 Ιανουαρίου 2014 βυθίστηκε δίπλα σε ένα ξερονήσι του Αιγαίου μεταξύ Σάμου και Κω, μια λέμβος που μετέφερε μετανάστες από τη Τουρκία στην Ελλάδα. Μέχρι σήμερα αγνοούνται 13 άνθρωποι, και πέντε βρέθηκαν νεκροί. Ο Έλληνας σκηνοθέτης Ανέστης Αζάς ανέλαβε να μετατρέψει σε θεατρικό πρότζεκτ μία από τις πιο ντροπιαστικές ιστορίες της εποχής μας, ή οποία έκτοτε έχει συχνά επαναληφθεί και απασχολεί εντωμεταξύ ολόκληρη την Ευρώπη.

Πόσο ρατσιστές είμαστε ως λαός και πόσο ρεαλιστική είναι η εικόνα από τα γεγονότα που γίνονται στην περιοχή; Το Φαρμακονήσι, ένα άνυδρο νησάκι, που στα 4 τετραγωνικά χιλιόμετρα της έκτασής του αφθονούν οι αγροαρουραίοι, με πληθυσμό δέκα κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, ήρθε ξαφνικά στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Γυναίκες και παιδιά βρήκαν τον θάνατο όταν ανατράπηκε το μικρό βαρκάκι που τους μετέφερε από την Τουρκία σε ελληνικό έδαφος.
Η ιστορία του ναυαγίου στο Φαρμακονήσι δεν είναι όμως και τόσο απλή. Διεθνείς οργανώσεις, εταίροι της Ελλάδας στην Ε.Ε. και ο ευρωπαϊκός Τύπος ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση να πραγματοποιήσει ανεξάρτητη έρευνα τόσο για τις συνθήκες του ναυαγίου στο Φαρμακονήσι όσο και για τις παράνομες επαναπροωθήσεις μεταναστών στην Τουρκία από τους Έλληνες φύλακες των θαλάσσιων συνόρων.

Ο φακός πάνω στο θεσμικό ρατσισμό

Ο σκηνοθέτης Ανέστης Αζάς, έχοντας κατά νου να κάνει μια παράσταση με θέμα την εισροή προσφύγων στην Ευρώπη, διάβασε στον Τύπο την απόφαση που καταδίκαζε ως μοναδικό υπεύθυνο για το ναυάγιο στο Φαρμακονήσι έναν εικοσάχρονο Σύριο σε 125 χρόνια φυλάκιση. «Εμένα μου κίνησε την περιέργεια» λέει, «το τι συνέβη στην πραγματικότητα. Έτσι ξεκινήσαμε με τη Μάρθα Μπουζιούρη, κοινωνική ανθρωπολόγο, ηθοποιό και βασική συνεργάτιδά μου σε αυτό το πρότζεκτ, να κάνουμε μια αναλυτική έρευνα για να δούμε τι συμβαίνει στ’ αλήθεια. Προέκυψε από την έρευνα αυτή μια παράσταση του «θεάτρου ντοκουμέντο», που ονομάζεται «Φαρμακονήσι ή Το δίκαιο του νερού» και παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου στα τέλη Ιουλίου 2015. «Θεματικά», εξηγεί ο Ανέστης Αζάς, «κινείται γύρω από την προβληματική του σύγχρονου προσφυγικού ζητήματος, γύρω από αυτό που συμβαίνει αυτήν τη στιγμή, κυρίως στο Αιγαίο, με αυξημένη τη ροή των προσφύγων, και το πώς γίνεται η διακίνησή τους από εμάς».
Αυτή η ροή των προσφύγων ήταν κάτι που απασχολούσε τον Ανέστη Αζά τα τελευταία χρόνια. Τη θεωρεί κομβικό για τον πολιτισμό μας, για το πού βρισκόμαστε ως κοινωνία. «Κάναμε, λοιπόν», λέει, «μια έρευνα πεδίου επιστημονικού και δημοσιογραφικού χαρακτήρα, με ανθρώπους από οργανώσεις και νομικούς οι οποίοι συμμετέχουν στην προσφυγή που έχει γίνει στο Στρασβούργο, και συγκεντρώσαμε υλικό που ξεπερνάει τις 1.000 σελίδες. Επίσης, κάνοντας έρευνα γι' αυτή την ιστορία, άρχισα ν' ακούω κι άλλες αφηγήσεις. Για παράδειγμα, και από τις συνεντεύξεις που κάναμε και από τις εκθέσεις που έγιναν φαίνεται ότι η Ελλάδα εκείνο το διάστημα, παραβιάζοντας τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για τους πρόσφυγες, έκανε παρανόμως επαναπροωθήσεις. Οπότε, αυτό το δυστύχημα στο Φαρμακονήσι αυτομάτως τοποθετείται σε άλλο πλαίσιο. Έχοντας αυτά στα χέρια μας, κάναμε μια προσπάθεια θεατρικής ανασύστασης της ιστορίας επί σκηνής. Ο δικός μου στόχος δεν είναι να πούμε μια ιστορία για τη δυστυχία και τον πόνο του μετανάστη – γιατί αυτό έγινε στα ΜΜΕ – αλλά να εστιάσουμε στο δικό μας θεσμικό ρατσισμό».
 

Μια λέμβος αλήθειας μέσα στις αφηγήσεις

Ο Ανέστης Αζάς κινείται και εργάζεται σε δύο χώρες, τη Γερμανία και την Ελλάδα. «Όταν ακούς να αφηγούνται με άλλον τρόπο αυτά που γνωρίζεις, αναρωτιέσαι πόσο κοντά στην πραγματικότητα βρίσκονται όλα τα υπόλοιπα. Έτσι, προσπάθησα να οργανώσω μια δική μου αφήγηση για τους μετανάστες, κατανοώντας πρώτα τη γεωπολιτική κατάσταση. Αυτήν τη στιγμή, στη Μέση Ανατολή διεξάγεται ένας πόλεμος που πιθανώς οι ιστορικοί του μέλλοντος θα περιγράψουν ως τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Επίσης, χωρίς αμφιβολία, ζούμε τη μεγαλύτερη προσφυγική κρίση από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οπότε τίθεται το θέμα του κατά πόσο εμείς, ως κοινωνία, είμαστε ώριμοι να βοηθήσουμε, κατά πόσο έχουμε ηθικό καθήκον να σώσουμε ανθρώπους που φτάνουν εδώ επειδή έχουν ξεφύγει από έναν πόλεμο ή αναζητούν μια καλύτερη ζωή.
Εγώ εστιάζω στο πώς λειτουργεί η δική μας πολιτεία. Πιστεύω ότι έχουμε έναν εξαιρετικά προβληματικό μηχανισμό απονομής δικαιοσύνης, μια ξενοφοβική δικαιοσύνη. Θεωρώ ότι αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα. Το να μπεις ή να βγεις παράνομα από τη χώρα είναι κακούργημα, για παράδειγμα».

Στην παράσταση ακούγονται πολλά για τις πολιτικές του οικοδομήματος που λέγεται «Ευρώπη». Η Ελλάδα με τα μεγαλύτερα προβλήματα και τα λιγότερα μέσα για να αντιμετωπίσει κάθε ανθρωπιστική κρίση είναι συγκριτικά σε χειρότερη κατάσταση. Η διακινδύνευση ή η απειλή των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν είναι κάτι που απασχολεί τη ελληνική πολιτεία. Πρόκειται όμως για ένα θέμα που αφορά όλη την Ευρώπη, ανεξάρτητα από το πόσο προνομιούχες ή όχι είναι οι κοινωνίες της. Και υπάρχει η ζοφερή πρόβλεψη ότι το πρόβλημα αυτό θα γιγαντωθεί και θα οξυνθεί μέσα στα επόμενα χρόνια, καθώς οξύνεται και η αιτία που το προκαλεί. Σε ένα περιβάλλον, λοιπόν, που ορίζεται κυρίως από αφηγήσεις, ο Ανέστης Αζάς επιχειρεί να δώσει τη δική του ως εναλλακτική: «Ο λόγος που με ενδιαφέρει το θέατρο-ντοκουμέντο είναι γιατί ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα δεν βασίζεται μόνο στη δική μας εμπειρία αλλά, συχνότατα, και στις αφηγήσεις από τις οποίες περιβαλλόμαστε. Σε αυτό το περιβάλλον θέλω να βρω και να προτείνω τη δική μου υποκειμενική κατασκευή της πραγματικότητας. Το είδος αυτό του θεάτρου – πλάι στο θέατρο των σκηνοθετών που πάντα υπάρχει και πάντα μας αρέσει να βλέπουμε – δημιουργεί αυτήν τη στιγμή ένα έντονο ρεύμα σε όλη την Ευρώπη. Για μένα είναι ο τρόπος να συζητήσω την πολιτική μέσα από την τέχνη. Όπως, επίσης, επιδιώκω να υπάρχει υψηλό επίπεδο στους ανθρώπους που ασχολούνται με αυτό το είδος θεάτρου, στους ερευνητές, επιστήμονες και τους  ανθρώπους από διαφορετικούς χώρους και με διαφορετική αντίληψη, που έρχονται να συμπληρώσουν κάθε φορά το ψηφιδωτό μιας εικόνας που λέγεται "παράσταση"».