Γρήγορη πρόσβαση:
Απευθείας μετάβαση στο περιεχόμενο (Alt 1)Απευθείας μετάβαση στη δευτερεύουσα πλοήγηση (Alt 3)Απευθείας μετάβαση στην κύρια πλοήγηση (Alt 2)

Hannes Meyer
Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΟΥ BAUHAUS

Schweizer Staedtebauer bei den Sowjets, magazine cover
Στο πλαίσιο της έκθεσης BAUHAUS IMAGINISTA. Collected Research ο καθηγητής Thomas Flierl θα δώσει μία διάλεξη για τον αρχιτέκτονα, πολεοδόμο και διευθυντή της σχολής Bauhaus Hannes Meyer,. | Φωτ. (λεπτομέρεια): © Hans Schmidt Estate, gta Archiv / eth Zürich

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΟΥ BAUHAUS, HANNES MEYER, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΕ ΝΑ ΞΕΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΑΧΕΣ ΧΑΡΑΚΩΜΑΤΩΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΥΣΗ.

του Thomas Flierl

Για τους Σοβιετικούς παραήταν μοντέρνος, για τη Δύση παραήταν κομμουνιστής – ο ίδιος θεωρούσε ότι κινούνταν στα όρια ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς. Ο Ελβετός Hannes Meyer ανήκει στους πρώτους εκπροσώπους του μοντερνισμού στο χώρο της αρχιτεκτονικής.

Σε στιγμές καμπής της ζωής του, ο Hannes Meyer πάντα έκανε λόγο για τη «βαθιά αίσθηση ότι ανήκει στην Ελβετία» - γεγονός πολύ ενδιαφέρον. «Πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του ότι είμαι ένας άνθρωπος δύο πολιτισμών και μού προκαλεί φυσική ευχαρίστηση να μεταπηδώ από τα γαλλικά στην ελβετική διάλεκτο και αντίστροφα». Σε κάποιο άλλο σημείο, ο γεννημένος το 1889 στη Βασιλεία αρχιτέκτονας αυτοχαρακτηρίζεται «διασταύρωση Αλαμαννού και Ουγενότου». Δύο χρόνια πριν από το θάνατό του το 1954, έφερε παρ’ όλα αυτά αντιμέτωπη την Αμερικανίδα αρχιτέκτονα Kay Kulmala με την άβολη ερώτηση: «Πού ανήκω τελικά;». Μια ερώτηση εσωτερικής αναζήτησης, που δεν αναφερόταν μόνο σε τόπους ή σε χώρες, αλλά μαρτυρούσε μια συνολική απώλεια προσανατολισμού.

Από πού να ξεκινήσει κανείς θέλοντας να αναπαραστήσει μια επαγγελματική και προσωπική πορεία που πέρασε μέσα από την πολύπαθη ιστορία του 20ού αιώνα;

Πολιτικες ιντριγκες

Το 1927 ο Hannes Meyer διορίστηκε από τον Walter Gropius επικεφαλής του Τμήματος Αρχιτεκτονικής στη Σχολή Bauhaus στο Ντέσσαου και μόλις ένα χρόνο μετά διάδοχος του τελευταίου στη θέση του διευθυντή. Ωστόσο, ήδη το 1930, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το εκπαιδευτικό ίδρυμα λόγω μιας πολιτικής ίντριγκας, κάτι που έμελλε να έχει σοβαρότερες επιπτώσεις από εκείνες που ίσως φαντάζεται κανείς πως επιφέρει η απώλεια μιας θέσης.

Το Bauhaus, το οποίο οι εθνικοσοσιαλιστές έκλεισαν οριστικά το 1933 στο Βερολίνο, παρέμεινε και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου αντικείμενο ιδεολογικών μαχών χαρακωμάτων και πολιτικών διενέξεων. Στις ΗΠΑ είχε αποδοθεί στον Walter Gropius η ερμηνευτική πρωτοκαθεδρία σχετικά με το Bauhaus, από το οποίο υποτίθεται ότι είχε γεννηθεί το Διεθνές Στυλ και μαζί με αυτό η αισθητική σφραγίδα της ελεύθερης Δύσης. Αντιθέτως, η Ανατολή πολεμούσε το Bauhaus ως «κοσμοπολίτικο». Κατά συνέπεια, ο Hannes Meyer βρισκόταν ανάμεσα σε δύο κόσμους: στη Δύση είχε εξοστρακιστεί ως κομμουνιστής από την ιστορία του Bauhaus και στην Ανατολή είχε δυσφημιστεί ως υπέρμαχος ενός αστικού φορμαλισμού εξαιτίας του ριζοσπαστικού φανξιοναλισμού του στο Bauhaus. Στον Τύπο της ΛΔΓ τον «παρουσίαζαν ως έναν εθισμένο στις ΗΠΑ σκλάβο του ιμπεριαλισμού», διαπίστωνε συγκλονισμένος το 1952. «Αυτό σαφώς θα ωφελήσει τον κύριο Gropius!»

Βέβαια, ο Meyer, προτού αναλάβει το νεοσύστατο τμήμα Αρχιτεκτονικής στο Bauhaus του Ντέσσαου την 1η Απριλίου του 1927, κατέστησε απολύτως σαφείς τις προγραμματικές του αρχές στον Walter Gropius: «Η βασική τάση της διδασκαλίας μου θα είναι απολύτως λειτουργική-συλλογική-κατασκευαστική». Στο μανιφέστο του «Die neue Welt» («Ο νέος κόσμος»), που συνέταξε το 1926, διαπίστωνε ότι η νεότερη τεχνολογία είχε απελευθερώσει «την τοπικιστική μας αίσθηση», «το προσδεδεμένο στη γη πνεύμα μας». Τα σχέδια του Meyer και του [Hans] Wittwer για το κτίριο της Petersschule στη Βασιλεία και για το Παλάτι των Εθνών στη Γενεύη είναι χαρακτηριστικά εκείνης της περιόδου.

Συμπλεγμα καταγωγης

Στο Ντέσσαου, ωστόσο, ο Meyer άλλαξε στάση. Το προγραμματικό του κείμενο με τίτλο «Bauhaus und Gesellschaft» («Bauhaus και κοινωνία») των αρχών του 1929 κατέληγε στις εξής πυκνές φράσεις: «Εν τέλει, κάθε μορφή που πλάθουμε εξαρτάται από τη μοίρα του τοπίου, που για τον ντόπιο είναι ιδιαίτερο και μοναδικό, και επομένως το έργο του είναι προσωπικό και συνδεδεμένο με τον τόπο του. Όταν σε έναν μετακινούμενο πληθυσμό λείπει αυτό το σύμπλεγμα της πατρίδας, το έργο του εύκολα θα γίνει στερεοτυπικό και τυποποιημένο. Η αρχιτεκτονική είναι μια συνειδητή εμπειρία του τοπίου, όπως αυτό καθορίζεται από τη μοίρα. Ως δημιουργοί πραγματώνουμε το πεπρωμένο του τοπίου». Οι κατοικίες με πρόσβαση από στεγασμένο εξώστη (Laubenganghäuser) στο Ντέσσαου-Ταίρτεν και, κυρίως, το κτίριο της σχολής της Γενικής Γερμανικής Συνομοσπονδίας κοντά στο Βερολίνο, που παραδόθηκε τον Μάιο του 1930 (και τα δύο κτίρια συμπεριλήφθηκαν το 2017 στον κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO),δείχνουν την εφαρμογή της νέας στάσης σχετικά με την αρχιτεκτονική. Ο Meyer εδώ προέκρινε όχι κάποιο «ύφος Bauhaus», αλλά μια εφ’ όλης της ύλης ανάλυση της αποστολής της αρχιτεκτονικής: Η ενσωμάτωση των οικοδομικών στοιχείων στο τοπίο και η οργάνωση της μάθησης και της συμβίωσης της κοινότητας χαρακτηρίζουν τη σχολή του. «Το αποτέλεσμα: όχι ομόκεντρη συσσώρευση οικοδομικών όγκων, αλλά αποκεντρωτική αραίωση των αρχιτεκτονικών μερών». Η πολύμορφη αρχιτεκτονική λύση που έδωσε ο Meyer για αυτό το κοινοτικό κτίριο αναιρεί τη θέση ότι το Bauhaus υπήρξε πηγή όλης της μετέπειτα μονοτονίας ενός κοινωνικού μοντερνισμού. Σε συνεργασία με τον Wittwer και τους φοιτητές του, ο Meyer χάραξε ένα νέο δρόμο για το Bauhaus μετά τον Gropius.

Παρ’ όλα αυτά, η αξιοσημείωτη αυτο-διόρθωση του Meyer πέρασε εντελώς απαρατήρητη μέσα στον δημόσιο θόρυβο που ξέσπασε μετά την άμεση απόλυσή του από τη θέση του διευθυντή του Bauhaus το καλοκαίρι του 1930. Ο Meyer είχε αναγνωρίσει ότι οι δυνατότητες του Bauhaus «είχαν ξεπεραστεί κατά το πολλαπλάσιο από τη φήμη του» και ότι είχε εντατικοποιηθεί η σχέση προς τη βιομηχανία, ενώ ο όγκος αναθέσεων των εργαστηρίων (φωτιστικά Kandem, ταπετσαρίες Bauhaus) είχε γνωρίσει τεράστια αύξηση. Ο δεύτερος διευθυντής του Bauhaus προσανατολίστηκε στις ανάγκες της μάζας και όχι στα αγαθά πολυτελείας, εγκατέλειψε την οδό της ακριβής προκατασκευής στη δόμηση κατοικιών και «χαλάρωσε» την περιοριστική θεώρηση της «ενότητας τέχνης και τεχνολογίας».

Η πολιτική ίντριγκα εναντίον του Hannes Meyer καθυστέρησε ομολογουμένως κατά δεκαετίες την απαραίτητη αυτοκριτική του Bauhaus και του μοντερνισμού και ώθησε τον ίδιο, που εκείνη τη χρονική στιγμή έτρεφε ακόμη απολύτως αριστερές-σοσιαλιστικές και συνεταιριστικές ιδέες, να ταχθεί οριστικά στο πλευρό των κομμουνιστών. Μετά την απόλυσή του, απευθύνθηκε στη σοβιετική πρεσβεία στο Βερολίνο και τον Οκτώβριο του 1930 μετεγκαταστάθηκε μαζί με έναν πιστό στον κύκλο σπουδαστών του Bauhaus στη Μόσχα.

Φυγη για τη Μοσχα

Ο Hannes Meyer έγινε καθηγητής στο Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, εργάστηκε σε διάφορα συνδικάτα κατασκευαστικών έργων  και αργότερα στην Ακαδημία Αρχιτεκτονικής. Στη Μόσχα προσχώρησε στη στρατευμένη και μαχητική Ένωση των Προλετάριων Αρχιτεκτόνων (Vopra). Πασχίζοντας για αναγνώριση,υιοθέτησε το ρόλο του μάρτυρα της «φασιστικοποίησης» του Bauhaus και της Γερμανίας, προσυπογράφοντας τη λανθασμένη επιθετική στρατηγική της Κομιντέρν και τη σοσιαλφασιστική θέση  του Στάλιν. Επιβεβαίωσε ότι ένα «κόκκινο Bauhaus» θα μπορούσε να υπάρξει μόνο εάν τασσόταν άμεσα στην υπηρεσία της κομμουνιστικής ανάληψης της εξουσίας στη Δύση ή στην υπηρεσία της «σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη Σοβιετική Ένωση». Είναι πιθανό ο Meyer να μην είχε αντιληφθεί τα πολιτικά δεδομένα στο πλαίσιο των οποίων δρούσε – τα ναρκισσιστικά πλήγματα τυφλώνουν τον άνθρωπο.

Κι αυτό επειδή η κριτική του κονστρουκτιβισμού και του Neues Bauen (Νέα Αρχιτεκτονική) σύντομα έπαψε να έχει μόνο ιδεολογικό χαρακτήρα και συνδέθηκε με την αξίωση του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού στο πλαίσιο «εθνικών παραδόσεων». Με την πολυγλωσσία του και τη ζωή του ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς, ήταν αδύνατον για τον Meyer να αποδεχθεί την ιδέα μιας σοβιετικής ομοιόμορφης κουλτούρας στο πολυεθνοτικό κράτος, όπου θα κυριαρχούσε η σύλληψη της «Μεγάλης Ρωσίας». Έτσι, το 1935 ήρθε σε σύγκρουση και με τη σοβιετική διοίκηση του χώρου της αρχιτεκτονικής. Υποστήριζε μαζί με άλλους, οι οποίοι το πλήρωσαν ακριβά, την ιδέα μιας αρχιτεκτονικής που θα ήταν «κομμουνιστική στο περιεχόμενο και τοπική στη μορφή» – αντί της λύσης του Στάλιν: «σοσιαλισμός στο περιεχόμενο, εθνικισμός στη μορφή». Ο Meyer έχασε τις θέσεις που κατείχε στην Ένωση Αρχιτεκτόνων και στην Ακαδημία. Απωθήθηκε έτσι για δεύτερη φορά από το χώρο της αρχιτεκτονικής. Αν στο Ντέσσαου τον είχαν κατηγορήσει ότι ενθάρρυνε τις κομμουνιστικές επιδιώξεις των σπουδαστών, τώρα του καταλόγιζαν ότι επιχειρηματολογούσε τοπικιστικά, ακόμη και φασιστικά.

Μια διέξοδο προσέφερε στον Meyer η Κομιντέρν. Η Μόσχα κρατούσε γερά τα ηνία του μηχανισμού της Τρίτης Διεθνούς ο οποίος είχε παγκόσμια δράση. O Meyer προσχώρησε στη Μόσχα στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελβετίας και το 1935-36 έλαβε μια «εξαιρετική θεωρητική εκπαίδευση», που του έδωσε τη δυνατότητα να μεταβεί στο «αγωνιστικό μέτωπο της Δύσης». Έπειτα από ένα ταξίδι με προγραμματισμένες διαλέξεις στη Δυτική Ευρώπη στις αρχές του 1936, έφυγε μαζί με τη γυναίκα του Lena Bergner το καλοκαίρι του 1936 από τη Σοβιετική Ένωση με μία ειδική αποστολή. Ωστόσο, τα σχέδια να ιδρυθεί στην Ισπανία ένα Ινστιτούτο Πολεοδομίας απέτυχαν λόγω του πραξικοπήματος Φράνκο. Ο Meyer πήγε για τρία χρόνια στην Ελβετία, όπου έδινε διαλέξεις, τελούσε χρέη αγγελιοφόρου για τους εθελοντές στον Ισπανικό Εμφύλιο και συντόνισε παρασκηνιακά το 1937 τη δημιουργία του μετέπειτα Κόμματος Εργασίας.  

Ως αρχιτέκτονας εκείνη την περίοδο κατόρθωσε να υλοποιήσει ένα μόνο εγχείρημα: το συνεταιριστικό Ίδρυμα Φιλοξενίας Παιδιών στο Μύμλισβιλ (1938-39) – όπως διευκρίνισε ο ίδιος αργότερα, με «τα τοπικά χειροτεχνικά και αρχιτεκτονικά μέσα μιας κοινότητας του Ιούρα», μέσω «της χαρακτηριστικής για τα ελβετικά δεδομένα σύνθεσης παραδοσιακών οικοδομικών μεθόδων και τυποποιημένων αρχιτεκτονικών στοιχείων». Το κτίριο του Ιδρύματος, που μετωπικά δεν είναι ποτέ ολόκληρο ορατό, αποκαλύπτει «στον ανοικτό σε εξωτερικά ερεθίσματα επισκέπτη τις αρχιτεκτονικές χάρες του ως μια διαδοχή εμπειριών στο χώρο και στα συμφραζόμενα του τοπίου».

«Επικεφαλης της Κομιντερν για το Μεξικο»

Η δραστηριότητά του για την Κομιντέρν τον οδήγησε εν τέλει στο Μεξικό, γεγονός που δεν έμεινε κρυφό από το FBI. Η ημερήσια εφημερίδα της Βέρνης «Der Bund» αποκάλυψε το καλοκαίρι του 1942 στους αναγνώστες της ότι η Ελβετία έχει «την αμφίβολη τιμή να διαθέτει στο Μεξικό τον επικεφαλής της Κομιντέρν». Η εφημερίδα έγραφε ότι επρόκειτο για έναν αρχιτέκτονα οι διασυνδέσεις του οποίου προς τη σοβιετική μυστική υπηρεσία ήταν αδιαμφισβήτητα αποδεδειγμένες και τον οποίο η μεξικανική αστυνομία θεωρεί υπαίτιο για τη δολοφονία του Τρότσκι. Εκείνη τη χρονική στιγμή, ο Meyer είχε αναλάβει, έπειτα από πρόσκληση της κυβέρνησης του Μεξικού, τη διεύθυνση του νεοσύστατου Ινστιτούτου Αστικής Ανάπτυξης και Σχεδιασμού στην Πόλη του Μεξικού. Η αστυνομική έρευνα απάλλαξε, βέβαια, τον Meyer από την κατηγορία συμμετοχής του  στη δολοφονική επίθεση. Ωστόσο, αυτό δεν είχε ως αποτέλεσμα να επέλθει ηρεμία στη ζωή του Meyer.

Επιπλέον, στο Μεξικό ήρθε σε αντιπαράθεση με την εκεί ομάδα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (ΚΚΓ), γεγονός που είχε πολλές συνέπειες. Η διένεξη κλιμακώθηκε μετά την άφιξη το 1942 στο Μεξικό του Paul Merker, ο οποίος ανέλαβε την αρχηγία της εξόριστης ομάδας του ΚΚΓ. Στον γερμανικό σοβινισμό και τις προσπάθειες του Merker να τον κάνει «πατριώτη δικό τους» ο Meyer, ως Ελβετός, αντέδρασε και μάλιστα μετά βδελυγμίας. Μετά τη διάλυση της Κομιντέρν το 1943 από τον Στάλιν, ο Meyer αποκλείστηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα του Μεξικού με υποκίνηση του Merker. Είχε και πάλι εξοβελιστεί από ένα πεδίο δράσης του, αυτή τη φορά από την πολιτική σκηνή. Άρχισε να εργάζεται ως ιδιώτης αρχιτέκτονας και ανέλαβε τη διοικητική διοίκηση  του Γραφιστικού Εργαστηρίου του Λαού. Δεν ήθελε να συμβάλει στην ανάπτυξη μιας κουλτούρας της εξόριστης (μεγάλης) Γερμανίας, αλλά στην προώθηση μιας στρατευμένης μεξικανικής γραφιστικής τέχνης που θα βασιζόταν στον εγχώριο πολιτισμό.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Ελβετός φλέρταρε με την ιδέα να πάει στη σοβιετική ζώνη κατοχής, στην πρώην Σχολή Bauhaus στο Ντέσσαου ή κάποια άλλη ανώτατη σχολή σχεδιασμού. Όμως οι διενέξεις της εξορίας δεν είχαν ξεχαστεί. Ο Meyer βρέθηκε σε μια παράδοξη θέση. Σε πολιτικό επίπεδο, μετά την επιστροφή του στην Ευρώπη, είχε επανενταχθεί στο ελβετικό Κόμμα, ενώ υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας (ΕΣΚΓ) είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για εκείνον, ειδικά εν όψει των ερευνών που σχεδιάζονταν εναντίον του μέλους του Πολίτμπιρο της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΣΚΓ Paul Merker. Όταν ο τελευταίος συνελήφθη στο Ανατολικό Βερολίνο, ενώ ταυτόχρονα εκτελέστηκαν άλλοι εμιγκρέδες του Μεξικού στη δική-παρωδία της Πράγας, ο Meyer επέδειξε μια αποκρουστική χαρά για το ότι «ξεβρομίζει επιτέλους αυτός ο βούρκος».

Από πλευράς αρχιτεκτονικής πολιτικής, εκείνη την εποχή ίσχυε ακόμη η σοβιετική ετυμηγορία εναντίον του, εναντίον του Bauhaus και της Νέας Αρχιτεκτονικής. Στο Ανατολικό Βερολίνο ο ισχυρός άνδρας του ΕΣΚΓ Walter Ulbricht επέκρινε το κτίριο της Σχολής της Γερμανικής Συνομοσπονδίας ως «κοσμοπολίτικη αρχιτεκτονική», ενώ ο αρχιτέκτονας Hermann Henselmann εντόπιζε τον «αντιδραστικό χαρακτήρα του κονστρουκτιβισμού» στο Bauhaus. Γι’ αυτόν το λόγο, ο Meyer απέφυγε από τότε και στο εξής να επιστρέψει στη «χώρα των νεκρών ψυχών», όπως ο ίδιος έγραψε.

Απορριψη

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Hannes Meyer επισκεπτόταν συχνά τη βόρεια Ιταλία. Η σύνδεση του αντάρτικου κινήματος και του νεορεαλισμού που έβρισκε εκεί τον έκανε να νιώθει στο στοιχείο του. Ωστόσο, οι επαγγελματικές προσδοκίες του δεν εκπληρώθηκαν ούτε σε αυτή την περίπτωση. Η απόπειρά του να παρουσιάσει το «κόκκινο Bauhaus» ή δικές του δουλειές στην Τριενάλε του Μιλάνου απέτυχε. Το σχέδιο να διοριστεί σε ένα από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα του Τορίνου ναυάγησε, όπως και η ανάθεση για την ανέγερση ενός «Παλατιού του Πολιτισμού» στην Τεργέστη.
Στις πικρές εμπειρίες του ανήκε προφανώς και η απόρριψη που δέχτηκε από το Σύνδεσμο Ελβετών Αρχιτεκτόνων. Όταν, τέλος, ο μακροχρόνιος πολιτικός έμπιστός του και γενικός γραμματέας του Κόμματος Εργασίας Léon Nicole έχασε τα ερείσματά του στο κόμμα, κόπηκε και το τελευταίο νήμα που τον συνέδεε με το χώρο. Με την όψιμη νηφαλιότητά του, ο Meyer σχολίασε τη διαδικασία ως εξής: «Μετά την εμπειρία του Μεξικού πραγματικά δεν με εκπλήσσει πλέον τίποτα, και θεωρώ ότι το πιο έξυπνο που έχω να κάνω είναι να υπηρετήσω ακαταπόνητα και περισσότερο από ποτέ το αρχιτεκτονικό λειτούργημα και τη μούσα της αρχιτεκτονικής».

Η βιογραφία του Meyer μάς επιτρέπει να φανταστούμε το βαθμό στον οποίο η ενέργειά του εξαντλήθηκε από το «βίο του ως αρχιτέκτονα σε ξένες χώρες», την πάλη μεταξύ των διαφόρων πολιτικών κατευθύνσεων και τις μυστικές δραστηριότητες, αλλά και το λόγο για τον οποίο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν μπόρεσε να ξαναβρεί την επαφή με τον επαγγελματικό του χώρο στην Ευρώπη. Έτσι, ο δεύτερος διευθυντής του Bauhaus χάθηκε σχεδόν ολότελα στη λήθη. Για την Ανατολή παραήταν μοντέρνος, για τη Δύση παραήταν κομμουνιστής.

Η ελβετική εμπειρία «τοπικών ιδιαιτεροτήτων όσον αφορά τις αναλογίες στην αρχιτεκτονική» που βίωσε ο Meyer, όπως ήταν οι «αναλογίες της περιοχής του Ιούρα», που στον καιρό του είχε χρησιμοποιήσει για τον οικισμό Φράιντορφ κοντά στη Βασιλεία, τον βοήθησε στην αναζήτηση ενός δρόμου ώστε να ξεπεράσει το δίλημμα ανάμεσα στο λειτουργικό σχέδιο και στην αρχιτεκτονική παράδοση.  Ο τοπικισμός και οι εμπειρίες του από τα συνεταιριστικά σχήματα ήταν οι δύο διορθωτικοί παράγοντες  στον Meyer – έναντι του αφηρημένου, καθοδηγούμενου από τις δυνάμεις της αγοράς μοντερνισμού, αλλά και έναντι της αφηρημένης κοινωνικοποίησης (Vergesellschaftung) και της επιβολής της εκ των άνω, μέσω του κράτους. Τη δεκαετία του 1970, μια νέα Αριστερά ήρθε πάλι σε στενότερη επαφή με τον Meyer, και στην Ανατολή γνώρισε μια πρώτη επανένταξη ως αρχιτέκτονας. Ωστόσο, μόλις μετά τον Ψυχρό Πόλεμο αρχίζει να διαφαίνεται, ακόμη και στην αποτυχία, η αυθεντικά ελβετική συμβολή του Meyer σε έναν συνειδητοποιημένο μοντερνισμό.
 

Thomas Flierl

Thomas Flierl Thomas Flierl | © privat Ο Thomas Flierl είναι ιστορικός της Αρχιτεκτονικής και ζει στο Βερολίνο. Το βιβλίο που συνυπογράφει με τον Philipp Oswalt «Hannes Meyer und das Bauhaus. Im Streit der Deutungen» [«Ο Hannes Meyer και το Bauhaus. Αντικρουόμενες ερμηνείες»] έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Spector Books, Λειψία, €38.

Thomas Flierl στο Goethe-Institut Athen