«Το Ρολόι» - Part 1 Κοινή μνήμη κατά του Νεοναζισμού

«Το Ρολόι» - Part 2 Κοινή μνήμη κατά του Νεοναζισμού

Ο Έλληνας Βασίλης Παπαθεοδώρου και ο Γερμανός Daniel Höra
Ο Έλληνας Βασίλης Παπαθεοδώρου και ο Γερμανός Daniel Höra | Foto: Giorgos Mavropoulos / Daniel Höra
Ο Έλληνας Βασίλης Παπαθεοδώρου και ο Γερμανός Daniel Höra
Ο Έλληνας Βασίλης Παπαθεοδώρου και ο Γερμανός Daniel Höra | Foto: Giorgos Mavropoulos / Daniel Höra

Ο Έλληνας Βασίλης Παπαθεοδώρου και ο Γερμανός Daniel Höra, ο καθένας στη χώρα του πολυδιαβασμένος και πολιτικά αφυπνισμένος συγγραφέας νεανικών βιβλίων, συνέθεσαν από κοινού μια ιστορία σε δυο μέρη για τη διαδικτυακή Πύλη του Ινστιτούτου μας. Το διήγημα πραγματεύεται την συνάντηση δυο νέων ανθρώπων κατά την διάρκεια της Κατοχής, μέσα από την οποία καθίσταται σαφής η σπουδαιότητα της πληροφόρησης γύρω από τον κίνδυνο του Εθνικοσοσιαλισμού ακόμα και 70 χρόνια μετά.

ΤΟ ΡΟΛΟΪ - Μέρος α’
του Daniel Höra

Αθήνα, 1943. Η πόλη βρίσκεται υπό γερμανική κατοχή. Σε μια γειτονία στρατιώτες της Βέρμαχτ παίρνουν όλους τους άνδρες από 14 ετών και πάνω και τους πηγαίνουν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής για εκτέλεση, στα πλαίσια «αντιποίνων». Σε ένα σπίτι βρίσκουν τον πατέρα. Ένας 18χρονος Γερμανός στρατιώτης ψάχνει τα δωμάτια. Κάπου βρίσκει ένα αγόρι μικρότερό του, περίπου δεκατεσσάρων. Του κάνει νόημα να μη ακούγεται καθόλου, θέλει προφανώς να τον γλιτώσει. Πριν φύγει του δίνει το ρολόι του στο οποίο είναι χαραγμένος ένας αγκυλωτός σταυρός, ίσως το παιδί μπορεί να το ανταλλάξει με κάτι φαγώσιμο.

Το αγόρι έμεινε ξαπλωμένο κάτω από το κρεβάτι και περίμενε το θάνατο. Ίσα που ένιωθε το σφυγμό του, λες κι η καρδιά του προετοιμαζόταν και αυτή για το τέλος που πλησίαζε από στιγμή σε στιγμή και δοκίμαζε πώς θα ήταν σε λίγο, που δε θα χτυπούσε πια.

Το αγόρι άκουγε το σαματά που γινόταν δίπλα, στο καθιστικό. Άκουγε διαταγές σε μια ξένη γλώσσα, φωνές, ξύλο, την κραυγή του πατέρα του κι ύστερα για μια στιγμή ησυχία, σαν κάποιος να είχε χαμηλώσει τον ήχο. Μετά άκουσε πάλι τη φωνή του πατέρα του. Στην αρχή σιγανή, ύστερα όλο και πιο δυνατή. «Βρωμόσκυλα!» φώναξε πολλές φορές. Ύστερα το αγόρι άκουσε ένα σούρσιμο και ζάρωσε ακόμα πιο πολύ κάτω από το κρεβάτι. Κατάλαβε ότι οι Γερμανοί στρατιώτες έσερναν τώρα τον πατέρα του έξω από το σπίτι, για να τον πάνε στην Καισαριανή, κι ότι το σούρσιμο ερχόταν από τις σόλες των παπουτσιών του, που γλιστρούσαν πάνω στα σανίδια καθώς τον έβγαζαν έξω.

Ύστερα ο ήχος έσβησε. Από το διάδρομο ακούστηκε ακόμη μια σύντομη στιχομυθία, διαταγές που οι άντρες ούρλιαζαν και μια πνιχτή κραυγή, σαν κάποιος να κρατούσε ένα μαντίλι μπρος στο στόμα του.

Το αγόρι περίμενε. Ίσως και να ’χαν φύγει. Και για μια μικρή, απειροελάχιστη στιγμή είχε την ελπίδα ότι ίσως κι όλος ο πόλεμος να είχε φύγει. Μες στο σπίτι είχε απλωθεί σιγή, ακούγονταν μονάχα οι χτύποι του μεγάλου ρολογιού στο καθιστικό. Θυμήθηκε που παλιά αφουγκραζόταν τα βράδια τους χτύπους του ρολογιού, όταν περίμενε να γυρίσει ο πατέρας από τη δουλειά. Πώς μετρούσε τα δευτερόλεπτα, ύστερα τα λεπτά και πώς άκουγε το κλειδί στην κλειδαριά κι ύστερα ο πατέρας του έμπαινε στο σπίτι.

Το αγόρι έκλαψε σιγανά. Ο πατέρας δε θα ξαναγύριζε στο σπίτι. Οι Γερμανοί θα του φύτευαν μια σφαίρα πίσω στο κεφάλι, στην Καισαριανή. Ο πατέρας του θα έπεφτε με το πρόσωπο στο χώμα, αλλά αυτό δε θα το ’νιωθε πια, γιατί τότε θα ήταν ήδη νεκρός. Ο πατέρας του, ο ρολογάς. Ο πατέρας του που επισκεύαζε ρολόγια και μαζί μ’ αυτά θαρρείς και το χρόνο, που τώρα είχε γίνει άνω κάτω.

Γιατί δεν μπορούσε ο πατέρας να γυρίσει πίσω τα ρολόγια; Πίσω, ως τότε πριν τον πόλεμο. Ως τότε που ζούσε ακόμη η μητέρα. Ως τότε που ήταν ακόμη μια οικογένεια. Προτού να έρθει η πείνα που σκότωσε τελικά τη μάνα του.

Τι είχε γίνει με το χρόνο; Γιατί έκανε τώρα τα παλαβά του και άφηνε όλο τον κόσμο να υποφέρει;
Το αγόρι άκουσε το ρολόι να χτυπά. Είχε έρθει η ώρα να συρθεί έξω απ’ την κρυψώνα του. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να βγει από το σπίτι, προτού έρθουν να τον πάρουν κι αυτόν. Οι Ναζήδες δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να σκοτώσουν ακόμη κι ένα δεκατετράχρονο αγόρι σαν τον ίδιο. Τη σήμερον ημέρα όλοι ήταν ύποπτοι για αντίσταση κατά της γερμανικής Κατοχής. Στο μυαλό των Ναζί ήταν ύποπτο ακόμη και να υπάρχεις, σκέφτηκε το αγόρι. 

Γλίστρησε στο διάδρομο, πέρασε μπροστά από την ανοιχτή πόρτα του καθιστικού και στάθηκε. Η καρδιά του χτυπούσε τώρα ακανόνιστα, σαν να σκόνταφτε, σαν ένα ρολόι που είχε απορυθμιστεί. Εκεί, μπροστά από το τραπέζι με τα παμπάλαια χαλασμένα ρολόγια, που τόσο αγαπούσε ο πατέρας του, καθόταν ο θάνατος. Είχε γυρισμένη την πλάτη στο αγόρι και έδειχνε πολύ διαφορετικός απ’ ό,τι τον περίμενε. Μάλιστα το αγόρι απογοητεύτηκε λιγάκι. Τον είχε φανταστεί πιο ψηλό. Πιο τρομακτικό, πιο εντυπωσιακό. Αυτό που καθόταν εκειδά όμως έμοιαζε με ένα αδύνατο παλικαράκι που έπλεε μες στη στολή του. Το αγόρι προχώρησε στις μύτες των ποδιών του. Η εξώπορτα δεν ήταν μακριά. Μπορούσε να την ανοίξει αθόρυβα, να γλιστρήσει έξω και να κρυφτεί στη σοφίτα. Όμως λίγο πριν φτάσει ως εκεί, ένα σανίδι έτριξε. Το αγόρι μαρμάρωσε και κοίταξε τρομαγμένο προς το καθιστικό. Ο θάνατος γύρισε αργά, κράταγε ένα πιστόλι στο χέρι και σημάδεψε το αγόρι. Αυτό έκλεισε τα μάτια. Θα άκουγε άραγε τον κρότο; Ή μήπως η σφαίρα ήταν πιο γρήγορη από τον ήχο; Το ’νιωθες άραγε άμα πέθαινες;
Ύστερα από λίγο το αγόρι άνοιξε τα μάτια. Γιατί δεν του έριχνε ο θάνατος; Αφού όλοι οι Γερμανοί έριχναν σ’ όλους. Σε όλους τους Έλληνες άντρες από δεκατεσσάρων και άνω. Από εκδίκηση και γι’ αντίποινα για την αντίσταση που τους έκαναν. Άρα το αίμα του ήταν κάτι σαν νόμισμα. Ίσως όμως μπορούσαν να τον σκοτώσουν κι αυτόν μόνο στην Καισαριανή. Έτσι όπως πάει κανείς τα χρήματα στην τράπεζα, από συνήθειο. Άλλωστε όλα τα πράγματα έχουν τη σειρά τους.

Τώρα ο θάνατος είπε κάτι στη γλώσσα του δείχνοντας τα ρολόγια. Το αγόρι δεν καταλάβαινε. «Ρολόγια» είπε τώρα στα σπασμένα ελληνικά του ο σπυριάρης θάνατος, που ίσα που περνούσε το αγόρι στην ηλικία. Το αγόρι έγνεψε, «ναι, ρολόγια», είπε.

«Ο πατέρας μου…», αλλά μετά σταμάτησε. Έτσι κι αλλιώς ο άλλος δε θα τον καταλάβαινε.

«Εγώ» είπε ο θάνατος, κι έδειξε τον εαυτό του κι ύστερα τα ρολόγια. Τι ήθελε να πει ο Γερμανός; Ότι έλεγχε το χρόνο; Έτσι όπως οι Γερμανοί έλεγχαν ένα κομμάτι της Ελλάδας;

Ο θάνατος πήρε τώρα ένα μικρό κατσαβίδι που ήταν ακουμπισμένο στο τραπέζι και έκανε μια κίνηση σαν να βίδωνε κάτι σ’ ένα παλιό ρολόι. Ύστερα έδειξε το αγόρι. Αυτό είπε άλλη μια φορά: «Ο πατέρας μου».

«Α!» έκανε ο θάνατος σαν να κατάλαβε.

Το αγόρι είχε μπερδευτεί. Ο θάνατος επισκεύαζε και ρολόγια στον ελεύθερό του χρόνο; Και σαν πότε να το ’κανε αυτό; Αφού είχε τόση δουλειά να σκοτώνει και να κατακτά ξένες χώρες.

Ο Γερμανός έβγαλε κάτι από το σακάκι του. Ήταν ένα μεγάλο γυαλιστερό ρολόι, που κρεμόταν σαν άγκυρα από μια μακριά αλυσίδα και κατέληγε στην τσέπη του στρατιώτη. Στο καπάκι του έλαμπε ένας αστραφτερός αγκυλωτός σταυρός. Ο Γερμανός άνοιξε το καπάκι και κράτησε το ρολόι προς το μέρος του αγοριού. Ήταν ακριβό – αυτό το καταλάβαινε το αγόρι.

Το αγόρι δεν τολμούσε να πάρει στα χέρια του το ρολόι, όμως ο άλλος το κράταγε ακόμα στην ανοιχτή παλάμη του και είπε: «Για φαΐ!»

Το αγόρι δεν κοτούσε να το πάρει. Τότε ο άλλος πήρε το χέρι του αγοριού, του έβαλε το ρολόι στην παλάμη και του έκλεισε τα δάχτυλα γύρω απ’ το ρολόι. «Για φαΐ» επανέλαβε. Το αγόρι έμεινε να κοιτά το χέρι του, που αγκάλιαζε το πολύτιμο ρολόι. Του ήρθε στο νου ένα κλειστό κοχύλι, που έκρυβε μέσα του ένα μαργαριτάρι.

Ύστερα ο Γερμανός σηκώθηκε. Ίσα που ξεπερνούσε το αγόρι στο μπόι. Έσιαξε τη στολή του, φύλαξε το πιστόλι του, που το είχε αφήσει στο τραπέζι, και στράφηκε στο αγόρι. Για μια στιγμή κοιτάχτηκαν στα μάτια. Μετά ο θάνατος βάδισε προς την εξώπορτα, το αγόρι τον ακολούθησε, σαν να ξεπροβόδιζε έναν επισκέπτη. Με το χέρι στην ανοιχτή κιόλας πόρτα, ο θάνατος έκανε μια χειρονομία που έδειχνε πως ήταν κουρασμένος και ήθελε να πάει να κοιμηθεί. Ύστερα έβαλε το δάχτυλο στα χείλη κάνοντας νόημα στο αγόρι να κάνει ησυχία. Μετά έφυγε. Το αγόρι άκουσε ακόμη τα βήματά του να αντηχούν στη σκάλα, και τον ήχο τους να σβήνει σιγά σιγά. Μετά όλα ησύχασαν, εκτός από τους σιγανούς χτύπους του ρολογιού.

Ο Daniel Höra γεννημένος και μεγαλωμένος στο Αννόβερο, ζει τώρα στο Βερολίνο. Έκανε διάφορες δουλειές, από ταξιτζής και μεταφορέας μέχρι αποθηκάριος. Μετά από σπουδές στην Ιστορία και την Κοινωνιολογία δούλεψε πολλά χρόνια ως συντάκτης του δελτίου ειδήσεων σε μεγάλο τηλεοπτικό κανάλι. Μετά το 2011 επικεντρώνεται αποκλειστικά στη συγγραφή. Το νεανικό μυθιστόρημα «Καφετί Χώμα» που κυκλοφόρησε το 2012, επισημαίνει την επαγρύπνηση που πρέπει να υπάρχει απέναντι σε υποβόσκουσες ακροδεξιές τάσεις. Το βιβλίο εντωμεταξύ ανήκει στη διδακτέα σχολική ύλη της Γερμανίας.

Με πρόσκληση του Goethe-Institut Θεσσαλονίκης, ο Βασίλης Παπαθεοδώρου και ο Daniel Höra συναντήθηκαν στην 11η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης και συζήτησαν με μαθητές για το θέμα: «Προσοχή Βία!»
 

Ο Έλληνας Βασίλης Παπαθεοδώρου και ο Γερμανός Daniel Höra, ο καθένας στη χώρα του πολυδιαβασμένος και πολιτικά αφυπνισμένος συγγραφέας νεανικών βιβλίων, συνέθεσαν από κοινού μια ιστορία σε δυο μέρη για τη διαδικτυακή Πύλη του Ινστιτούτου μας. Το διήγημα πραγματεύεται την συνάντηση δυο νέων ανθρώπων κατά την διάρκεια της Κατοχής, μέσα από την οποία καθίσταται σαφής η σπουδαιότητα της πληροφόρησης γύρω από τον κίνδυνο του Εθνικοσοσιαλισμού ακόμα και 70 χρόνια μετά.

ΤΟ ΡΟΛΟΪ - Μέρος β’
του Βασίλη Παπαθεοδώρου

Αθήνα 2012
Κάθονταν ο ένας απέναντι από τον άλλον. Αμίλητοι. Το ΑΓΟΡΙ και ο ΘΑΝΑΤΟΣ του τότε, ο Έλληνας κι ο Γερμανός του τώρα. Δυο αδύναμα γεροντάκια που κοίταζε το ένα το άλλο, έντονο βλέμμα παρά την ηλικία, καστανά μάτια, γαλάζια μάτια, μάτια που μιλούσαν. Δεν είχαν και πολλά να πουν ή ίσως να είχαν να πουν τα πάντα. Κανείς δεν ήξερε από πού να αρχίσει. Ίσως από κείνη τη μέρα, την τελευταία μέρα που ο ένας θα ήταν το ΑΓΟΡΙ και ο άλλος ο ΘΑΝΑΤΟΣ. Από τη στιγμή που ξαναγεννήθηκαν. Από τη μέρα που κανείς τους πλέον δε θα ήταν ο ίδιος.

Δίπλα τους στο σαλόνι η τηλεόραση έπαιζε χωρίς ήχο, πρόβαλε εικόνες για τις εκλογές που θα γίνονταν σε λίγες μέρες. Ένα ρεπορτάζ έδειχνε χέρια που χαιρετούσαν ναζιστικά, αγκυλωτούς σταυρούς, τατουάζ, κοντοκουρεμένα μαλλιά, μεγάλα μπράτσα. Πανό που έγραφαν «Ζήτω η Ελλάδα!». Όπως και τότε ίσως. «Ζήτω η Γερμανία».

Ο εγγονός του Γερμανού προσπαθούσε να γεμίσει το κενό, μιλώντας και στις δύο γλώσσες εναλλάξ, εξηγώντας πώς, μετά από αναζητήσεις χρόνων, κατάφερε να εντοπίσει τον Έλληνα, πώς έπεισε τον παππού του να κάνει αυτό το ταξίδι σε αυτή την ηλικία, πώς αποφάσισε ο ίδιος να σπουδάσει αρχαιολογία. Ήταν η γέφυρα μεταξύ δυο άγνωστων ανθρώπων, δυο ανθρώπων που δεν ήταν φίλοι, ούτε εχθροί, ούτε καν γνωστοί, αλλά που είχαν ξαναγεννηθεί μαζί, πριν από 70 χρόνια. Ίσως και να αισθάνονταν σαν αδέλφια μεταξύ τους, από αυτά που τα είχε χωρίσει ο Πόλεμος και βρίσκονται χρόνια μετά, χωρίς να έχουν τι να πουν, και προσπαθώντας να καταλάβει ο ένας τον άλλον μέσα από τα μάτια.

«Ξέρετε, ο παππούς μου πάντα σας σκεπτόταν και σας ανέφερε… Ήθελε να σας γνωρίσει».

Ο Έλληνας χαμογέλασε.

«Ευχαριστώ», είπε. Και μετά από λίγες στιγμές παύσης, «μετάφρασέ το, σε παρακαλώ. Πες του, τον ευχαριστώ».

Ο εγγονός χαμογέλασε και γύρισε προς τον παππού του για να του μεταφράσει. Ο Γερμανός έκανε μια κίνηση με το χέρι του και τον σταμάτησε.

«Ευχαριστώ…εγώ», είπε σε σπαστά ελληνικά.

Για τα επόμενα λεπτά δεν ακουγόταν τίποτα άλλο στο σαλόνι, παρά μόνο τα φλυτζάνια του καφέ που τα ακούμπαγαν στο πιατάκι τους. Και το ρυθμικό χτύπημα του ρολογιού «Τικ-τακ. Τικ-τακ. Ένα δευτερόλεπτο, δέκα λεπτά, είκοσι μήνες, εβδομήντα χρόνια.

«Ρολόγια! Τα ρολόγια!», είπε ο Γερμανός και γέλασε. Και μαζί μ’ αυτόν, χωρίς να κοιτάξει προς τον τοίχο, γέλασε κι ο Έλληνας. «Ναι, τα ρολόγια». Ο εγγονός δεν κατάλαβε.

Ξαφνικά ο Έλληνας ανασηκώθηκε από την πολυθρόνα του, σαν να είχε ξεχάσει κάτι. Έκανε νεύμα στον Γερμανό να τον ακολουθήσει. Ο τελευταίος σηκώθηκε από τον καναπέ με τη βοήθεια του εγγονού του.

«Με συγχωρείτε, είναι λίγο ακατάστατα εδώ μέσα», είπε ο Έλληνας για να δικαιολογηθεί. «Εγώ έχω το δικό μου δωμάτιο, το σπίτι είναι του γιου μου, ζούμε εδώ τέσσερα άτομα, είναι η νύφη μου κι ο εγγονός μου ακόμα», ήταν σαν να μονολογούσε στο διάδρομο προς το δωμάτιο του εγγονού του. Κατόπιν στράφηκε στον νεαρό Γερμανό.

«Δυστυχώς δεν είναι σαν και εσάς», είπε στο νεαρό αρχαιολόγο, αφήνοντάς τον απορημένο.

Στο τέρμα του διαδρόμου άνοιξε την πόρτα ενός δωματίου δεξιά. Κοντοστάθηκε.

«Ίσως είναι καλύτερα να περιμένετε για λίγο, δε θα αργήσω», είπε σαν να είχε μετανιώσει για την αρχική του παρόρμηση να τους φωνάξει να τον ακολουθήσουν.

Ο Έλληνας μπήκε μέσα στο δωμάτιο του εγγονού του και άνοιγε τα συρτάρια του γραφείου του.

«Κάπου εδώ το έχει βάλει…», μονολογούσε.

Από την μισάνοιχτη πόρτα ο Γερμανός κι ο νεαρός έριξαν μια ματιά στο δωμάτιο. Διέκριναν κάποιες αφίσες στον τοίχο. Ήταν ο Χίτλερ, εικόνες από διακριτικά των SS, σβάστικες. Ο ηλικιωμένος Γερμανός έσπρωξε την πόρτα να ανοίξει. Έκανε ένα βήμα προς τα μέσα κοιτώντας κατάπληκτος το δωμάτιο. Γερμανικά κράνη του 2ου Παγκοσμίου, σιδηρογροθιές, γκλομπς, ο χάρτης της ναζιστικής Ευρώπης, σημαίες…

Ένιωσε τα μάτια του να τσούζουν.

«Εδώ είναι, το βρήκα», άκουσε τον Έλληνα να λέει, ανοίγοντας ένα κουτί. Στο χέρι του κρατούσε κάτι. Ήταν ένα ρολόι. Ήταν το ρολόι.

Το ΑΓΟΡΙ πλησίασε τον ΘΑΝΑΤΟ. Του έπιασε το χέρι και του έβαλε στην παλάμη το χρυσό ρολόι με τον αγκυλωτό σταυρό.

«Αυτό είναι δικό σου», του είπε κοιτώντας τον στα μάτια.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ όμως περιεργαζόταν το δωμάτιο, τις αφίσες, τα αντικείμενα, τα όπλα. Τα γαλανά μάτια του ζωντάνεψαν, σαν σα έβγαζαν σπίθες.

Το ΑΓΟΡΙ ακολούθησε το βλέμμα του στο δωμάτιο.

«Λυπάμαι… είναι παιδί», προσπάθησε να δικαιολογηθεί.

«Κι εμείς είμασταν παιδιά τότε», απάντησε ο ΘΑΝΑΤΟΣ κοφτά.

Πήρε το παλιό ρολόι και το έφερε μπροστά στα μάτια του. Το κοίταξε για μια τελευταία φορά, μετά από 70 χρόνια και το πέταξε στο πάτωμα. Άρχισε να το πατά με όλη του τη δύναμη, γυαλάκια και μικροσκοπικά εξαρτήματα πετάγονταν στο δωμάτιο.

Το ΑΓΟΡΙ κοίταξε αρχικά τον ΘΑΝΑΤΟ απορημένο. Κατόπιν ο Έλληνας άρχισε να χαμογελά στο Γερμανό.

«Σ’ αυτήν την ηλικία, είναι το μόνο ίσως που μπορώ να κάνω πια», είπε ο Γερμανός με μια μελαγχολία στη φωνή του.

Ο εγγονός του μετέφρασε.

«Έχεις κάνει ήδη πάρα πολλά… για μένα», είπε ο Έλληνας με έναν κόμπο στη φωνή του.

Ο νεαρός Γερμανός μετέφρασε και μετά έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω, βγαίνοντας από το δωμάτιο. 

Είδε τους δυο ηλικιωμένους ανθρώπους να αγκαλιάζονται και να κλαίνε στα βουβά, προτού κλείσει από σεβασμό την πόρτα, για να τους αφήσει μόνους τους.
 

Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου είναι απόφοιτος της Γερμανικής Σχολής Αθηνών και σπούδασε κατόπιν μεταλλουργός και χημικός μηχανικός, ενώ έκανε και μεταπτυχιακά στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Για το νεανικό του μυθιστόρημα «Στη διαπασών» διακρίθηκε το 2010 με το Κρατικό Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου. Το βιβλίο αυτό χρησιμοποιείται από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου ως διδακτικό υλικό στην μετεκπαίδευση εκπαιδευτικών.


Με πρόσκληση του Goethe-Institut Θεσσαλονίκης, ο Βασίλης Παπαθεοδώρου και ο Daniel Höra συναντήθηκαν στην 11η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης και συζήτησαν με μαθητές για το θέμα: «Προσοχή Βία!»