Η μεγάλη κρίση Άφησαν την κρίση πίσω τους

Philipp Brinkmann
Philipp Brinkmann | Philipp Brinkmann privat

Αρκετοί νέοι άνθρωποι στην Αθήνα και τα περίχωρα στήνουν από ανάγκη μια νέα επιχείρηση στο Διαδίκτυο. Οι 3.000 Έλληνες του κλάδου έχουν αυτή τη στιγμή μεγαλύτερο τζίρο απ’ ό,τι η βιομηχανία ελαιόλαδου. Δημιουργικότητα εν μέσω κρίσης – πώς γίνεται; Στην Ελλάδα πάντως ακμάζει η απογείωση νέων επιχειρηματιών, διαπιστώνει η Christiane Schlötzer.
 

Καλύτερο σημείο από αυτό δεν γίνεται. Ποιος έχει χρήματα για τέτοιο χώρο; Δίπλα στην πλατεία Συντάγματος, τρία λεπτά με τα πόδια από τη Βουλή. 1.600 τετραγωνικά νοίκιασε ο Philipp Brinkmann για την εταιρεία του Travelplanet24. «Προ κρίσης δεν θα μπορούσαμε να το κάνουμε», λέει ο 33χρονος. Ο νεαρός επιχειρηματίας πληρώνει 10 ευρώ το τετραγωνικό για αυτή τη θέση στο «φιλέτο» της πόλης – ο προκάτοχός του πλήρωνε 25. Όσο δραματική ήταν η πτώση των ενοικίων στο κέντρο της Αθήνας, άλλο τόσο ραγδαία υπήρξε η εξέλιξη της εταιρείας του Brinkmann – απλώς ακολούθησε αντίθετη πορεία: σταθερά ανοδική.Το 2011 ο τζίρος της Travelplanet24 ήταν ακόμη 37 εκατ. ευρώ, το 2012 ήταν 98 εκατ. ευρώ και το 2013 έφτασε τα 200 εκατ. ευρώ. Ο Brinkmann –με σκούρα σγουρά μαλλιά και περιποιημένο μούσι– είναι περήφανος για την επιτυχία του. «Καταλάβαμε παρ’ όλα αυτά ότι πλέον θα πρέπει να αναπτυχθούμε με πιο αργούς ρυθμούς» λέει ο διευθυντής της εταιρείας, που έχει μητέρα Ελληνίδα και Γερμανό πατέρα.

Πώς είναι δυνατή η ανάπτυξη εν μέσω κρίσης;

Ελληνική εταιρεία που γνωρίζει αλματώδεις ρυθμούς ανάπτυξης παρά την κρίση; Πώς γίνεται; Ο Brinkmann απασχολεί 160 ως επί το πλείστον νεαρούς συνεργάτες - το 2011 ήταν μόνο 45. Η εταιρεία διαθέτει αεροπορικά και ακτοπλοϊκά εισιτήρια μέσω Διαδικτύου. Σε 15 χώρες και γλώσσες – μεταξύ των οποίων τούρκικα και ρώσικα. Στα τέλη του 2013 ο Brinkmann απέσπασε το χρυσό βραβείο "E-volution" για τη στρατηγική επέκτασης της εταιρείας του στην Ελλάδα. Υπήρξαν και άλλοι που προ δεκαετίας ανακάλυψαν ότι η Ελλάδα και οι γειτονικές της βαλκανικές χώρες δεν είχαν ουσιαστικά παρουσία στο Διαδίκτυο. Σύντομα συνέρρευσαν σε αυτό το κενό της αγοράς μερικοί νέοι με περιπετειώδη διάθεση. «Ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός, αλλά μας βοήθησε να γίνουμε ανταγωνιστικοί και σε διεθνές επίπεδο» λέει ο Brinkmann.Στο μεταξύ ο πρωτοπόρος στον τομέα της τεχνολογίας στεγάζει και μια νέα επιχείρηση. Το προσωπικό του το αναζητά μέσω Headhunter, καθώς θεωρεί πως έχει εξαντλήσει την αναζήτηση καλών προγραμματιστών και ειδικών στο μάρκετινγκ Διαδικτύου στην Ελλάδα. Ο Brinkmann προσπαθεί ως εκ τούτου να φροντίζει τους συνεργάτες του με μικρές επιπλέον παροχές: ένα γυμναστήριο, ένα καφέ-μπαρ και γραφεία λουσμένα στο φως δίνουν μια νότα από Silicon-Valley στην Ελλάδα.

«Οι Γερμανοί φίλοι μου απορούν που δουλεύω στην Αθήνα» λέει η Christina Wimmer, 32 ετών, που έχει αναλάβει το μάρκετινγκ των Γερμανών πελατών στην Travelplanet24. «Εμένα πάλι μου αρέσει εδώ» λέει η νεαρή γυναίκα από τη Νυρεμβέργη. «Οριζόντιες ιεραρχίες, πολλές νέες ιδέες και ύστερα… ο καιρός». Τουλάχιστον ο τελευταίος μπορεί κάλλιστα να συγκριθεί με τον καλιφορνέζικο – έστω και αν δεν είναι όλο το χρόνο έτσι.

Χωρίς το άνοιγμα στη διεθνή αγορά, δεν τα καταφέρνει κανείς

Πολλοί θα ήθελαν να μιμηθούν αυτό που κατάφερε ο Brinkmann. Η Βίκυ Κολοβού, 46 ετών, γνωρίζει την ιντερνετική σκηνή της Αθήνας από τα πρώτα δειλά της βήματα. Την Κολοβού τη συναντά κανείς σε ένα μικρό καφέ, όπου συχνάζουν καλλιτέχνες. Ξαφνικά άνοιξαν πολλές καινούργιες καφετέριες στην Αθήνα. «Υπερβολικά πολλές» σχολιάζει η Κολοβού. Συμβουλεύει τους νέους που θέλουν να ανοίξουν μια επιχείρηση αντί να ψήνουν καπουτσίνο να κατεβάσουν κάποια ιδέα για το Διαδίκτυο. Εξού και η ίδια είναι συνιδρύτρια του Mobile Monday Athens (www.momoath.com), μιας πλατφόρμας για καινοτόμους επιχειρηματίες. Η Ελλάδα διαθέτει «μεγάλο επιστημονικό δυναμικό», λέει με περηφάνια η σχεδιάστρια ιστοτόπων. Ωστόσο, προσθέτει, «από πολλούς απόφοιτους πανεπιστημίων λείπει το επιχειρηματικό πνεύμα και η ικανότητα συνεργασίας». Γι’ αυτό, η Κολοβού συμμετείχε στην ίδρυση του CoLab, του πρώτου συνεργατικού χώρου για start-up επιχειρήσεις στην Αθήνα.Εκεί είχε και το Taxibeat το πρώτο του γραφείο. Σήμερα η εταιρεία του 47χρονου Νίκου Δρανδάκη έχει ξεπεράσει προ πολλού το στάδιο του αυτοσχεδιασμού. Το Taxibeat, που ιδρύθηκε το 2011, εν μέσω της κρίσης, συγκέντρωσε πρόσφατα επενδυτικό κεφάλαιο τριών εκατ. ευρώ από την Hummingbird Ventures στο Λονδίνο, για περαιτέρω επέκταση. Το Taxibeat λειτουργεί ήδη στο Παρίσι, το Ρίο ντε Τζανέιρο, το Σάο Πάολο και την Πόλη του Μεξικού – ενώ η Κωνσταντινούπολη είναι ο επόμενος στόχος. Πρόκειται για πόλεις στις οποίες το να βρεις μια καλή υπηρεσία ταξί δεν είναι αυτονόητο.

Η εταιρεία δημιουργήθηκε ακριβώς λόγω αυτής της έλλειψης. Μια καλοκαιρινή βραδιά του 2010, ο Δρανδάκης έψαχνε απεγνωσμένα για ταξί σε ένα προάστιο της Αθήνας. Η εφαρμογή του smartphone ενημερώνει πλέον τους πελάτες όχι μόνο για τα διαθέσιμα ταξί, αλλά και για τις αξιολογήσεις των οδηγών. Όποιος πάλι θέλει να αυξήσει την πελατεία του μέσω Taxibeat, πρέπει να προσφέρει περισσότερα απ’ ό,τι οι ανταγωνιστές του, όπως για παράδειγμα Wi-Fi μέσα στο ταξί. Η ελληνική εφημερίδα «Καθημερινή» έγραφε πρόσφατα ότι το Taxibeat «άλλαξε πιο ουσιωδώς τον κλάδο [των ταξί] από τη μνημονιακή “απελευθέρωσή” του».

Οι επιτυχημένες διαδικτυακές εταιρείες στην Ελλάδα δεν βασίζονται μόνο στην περιορισμένη τοπική αγορά. Κανένας από τους δημιουργικούς επιχειρηματίες δεν θα κατάφερνε να επιβιώσει πέρα από ένα πρώτο στάδιο αν δεν έστρεφε το βλέμμα στο εξωτερικό. Αυτό που προσφέρει ο Στάθης Κουτσόγιωργος, 38 ετών, το αγαπούν οι οπαδοί του ραδιοφώνου από το Ρίο ντε Τζανέιρο ως τη Ρώμη, γιατί η εταιρεία του τους δίνει τη δυνατότητα να φτιάξουν το δικό τους πρόγραμμα με τη βοήθεια ενός εικονικού ραδιοφωνικού στούντιο στο Διαδίκτυο. Η κονσόλα είναι προσβάσιμη 24 ώρες το 24ωρο σε όλο τον κόσμο. Ραδιόφωνο με τη χρήση υπολογιστικού νέφους (cloud), με παραγωγούς που μπορεί να «κλείσει» κανείς μέσω Facebook, παγκόσμια διάδραση, διαφημιστικά τζινγκλς που οι χρήστες μπορούν να κατεβάσουν. Το φθηνότερο πακέτο του «κάν’ το μόνος σου»- ραδιοφώνου δεν κοστίζει παρά λίγα ευρώ.

Εντυπωσιακά πολλές ελληνικές νέες διαδικτυακές εταιρείες βρίσκουν πρόσφορο έδαφος διείσδυσης σε αγορές των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών. Ο 32χρονος Βασίλης Τσέτσος, για παράδειγμα, ιδρυτής της εταιρείας Mobics, ενός τεχνοβλαστού του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ανέπτυξε ένα σύστημα πυρανίχνευσης, που λειτουργεί και με απλές κάμερες συνδεδεμένες σε έναν κεντρικό διακομιστή. Τους αλγόριθμους τους σκαρφίστηκαν οι άνθρωποι της Mobics. Στο πλαίσιο ενός ερευνητικού προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου η πρόταση της εταιρείας διακρίθηκε ανάμεσα σε 30 άλλες ανταγωνιστικές, ανέπτυξε ένα σύστημα απεικόνισης των τρεχουσών συνθηκών του μεταφορικού δικτύου της ισπανικής πόλης Santander. Εκείνο που εντυπωσίασε περισσότερο τον Τσέτσο, ωστόσο, ήταν όταν απευθύνθηκαν στην εταιρεία κάποιοι φανατικοί παίκτες της «ρακέτας θαλάσσης» - ενός αθλήματος που είναι δημοφιλές όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο Ισραήλ και τη Βραζιλία. Οι ρακέτες είναι ξύλινες και το μπαλάκι εκσφενδονίζεται σαν σφαίρα. «Απλά δεν υπήρχε όργανο που να μετρά με ακρίβεια την ταχύτητα της μπάλας» λέει ο Τσέτσος. Η Mobics σχεδίασε ένα και τώρα ελπίζει να το καταστήσει επιτυχημένο εξαγώγιμο προϊόν.

Η Mobics στεγάζεται σε ένα ανακαινισμένο δικηγορικό γραφείο. Τα τρία μεγάλα ονόματα του κλάδου – η Globo, η Viva και η Upstream – έχουν από καιρό αποκτήσει δικές τους εταιρικές έδρες. Μεγάλη ώθηση έδωσαν στην Globo οι εφαρμογές κινητών τηλεφώνων που λειτουργούν σε κοινά κινητά χωρίς τα χαρακτηριστικά ενός smartphone. Για αυτές τις εφαρμογές υπάρχει παγκοσμίως ένα αξιοσημείωτο ενδιαφέρον. Η εταιρεία είναι στο μεταξύ εισηγμένη στο χρηματιστήριο του Λονδίνου.

Πολλά ταλέντα…

Η Viva, μια άλλη πρωτοπόρος ελληνική επιχείρηση, εξασφάλισε στην αρχή κέρδη με την τηλεφωνία μέσω Ίντερνετ. Ο ιδρυτής της 39χρονος Χάρης Καρώνης, που έχει σπουδάσει ηλεκτρολόγος-μηχανικός, σχεδίασε ήδη όταν έκανε τη στρατιωτική του θητεία την ιστοσελίδα των ενόπλων δυνάμεων. Η ιστοσελίδα υπάρχει ακόμα. Αργότερα, ανέπτυξε το σύστημα e-ticket της ελληνικής αεροπορικής εταιρείας Aegean. «Αγαπώ την Ευρώπη» λέει ο Καρώνης και τα βάζει με εκείνους που «έβγαλαν έξω από την Ελλάδα όλα τους τα χρήματα», αντί να τα επενδύσουν. «Εμείς υποστηρίζουμε τη χώρα μας» λέει ο επιχειρηματίας. Ο ακούραστος εφευρέτης είναι περήφανος και για το σύστημα ηλεκτρονικών πληρωμών του, «η ευρωπαϊκή απάντηση στο Paypal», το οποίο προσφέρει η Viva. Μάλλον περίεργη είναι μέχρι σήμερα η διεκπεραίωση της πώλησης ηλεκτρονικών εισιτηρίων για εκδηλώσεις. Άλλη μια υπηρεσία που έχει σχεδιάσει ο Καρώνης. Επειδή όμως στην Ελλάδα απαιτείται ακόμη ένα είδος υπογραφής του διοργανωτή, σε ένα σκοτεινό δωμάτιο της εταιρείας Viva βρίσκονται εκατοντάδες μικρά μηχανήματα που «υπογράφουν» κάθε εισιτήριο. Εδώ φαίνεται σαν το παλαιό γραφειοκρατικό κράτος να μην αντέχει τόση τεχνολογία…Λίγο έξω από την πόλη, προς το αεροδρόμιο, έχει την έδρα της η εταιρεία Upstream. Η εγγύτητα με το αεροδρόμιο δεν είναι τυχαία. Η ελληνική εταιρεία κάνει το 99% του τζίρου της εκτός συνόρων. Η Upstream αναλαμβάνει το μάρκετινγκ εταιρειών τηλεφωνίας στη Βραζιλία, την Ιταλία και τη Νιγηρία. Η εταιρεία έχει πελάτες στο Ντουμπάι, τη Σιγκαπούρη και τις ΗΠΑ – αλλά οι περισσότεροι προγραμματιστές της βρίσκονται στην Ελλάδα. «Έχουμε δημιουργήσει μια δεξαμενή ανθρώπων επιπέδου Silicon Valley σε ένα μέρος που είναι κατά 1/3 φθηνότερο απ’ ό,τι η Καλιφόρνια» λέει ο συνιδρυτής της εταιρείας και διευθύνων σύμβουλος Μάρκος Βερέμης (40 ετών). «Και οι άνθρωποί μας είναι πολύ πιστοί συνεργάτες». Πολλοί από αυτούς που δουλεύουν στην εταιρεία του Βερέμη ήταν πριν στην Αμερική. Ήθελαν όμως να γυρίσουν κάποτε στην Ελλάδα. Ο Βερέμης διατηρεί και ένα γραφείο στο Ρέντγουντ Σίτυ της Καλιφόρνια. «Εκεί η αγορά είναι πολύ πιο σκληρή».

Ο Βερέμης προωθεί επίσης νεότερες εταιρείες, όπως τη νεοφυή Workable, μια διαδικτυακή επιχείρηση που βοηθά στην επιλογή προσωπικού. Πρόσφατα η Workable προσέλκυσε κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (Venture Capital). «Πριν από πέντε χρόνια όλοι θα σκέφτονταν ότι αστειεύεσαι αν έλεγες ότι θα το κατάφερνε αυτό κάποτε μια ελληνική διαδικτυακή εταιρεία» ισχυρίζεται ο Βερέμης. 3.000 άνθρωποι απασχολούνται ήδη στον κλάδο των διαδικτυακών επιχειρήσεων στην Ελλάδα, λέει, με τζίρο 700 εκατ. ευρώ το χρόνο. «Ο τζίρος τους ξεπερνά δηλαδή αυτόν του ελαιόλαδου». Κατά τον Βερέμη, η άνθηση του συγκεκριμένου κλάδου είναι «αποτέλεσμα της κρίσης». Πριν από την κρίση, το ελληνικό κράτος ανέθετε έργα σε λίγες μόνο μεγάλες εταιρείες, συνεχίζει. «Εκεί δεν χρειαζόταν ποιότητα».

Η κρίση μπορεί να πυροδοτεί τη δημιουργικότητα, αλλά έχει κάνει και πολλά πράγματα εξαιρετικά δύσκολα. «Ούτε στην Ακτή του Ελεφαντοστού δεν δέχονταν εγγυητικές επιστολές από ελληνικές τράπεζες» λέει ο Βερέμης. «Από το 2012 και μετά η κατάσταση έχει βελτιωθεί». Ο φόβος για το Grexit, την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη, έχει ξεπεραστεί, εξηγεί. «Η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να είναι φτωχή χώρα – έχουμε πολλά ταλέντα», είναι η άποψή του.