10 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΥΦΕΣΗ «ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΗΡΧΕ ΚΡΙΣΗ»

Κερδισμένοι ή χαμένοι: Έχει σταθεροποιηθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα ή απειλείται με την επόμενη οικονομική κρίση;
Κερδισμένοι ή χαμένοι: Έχει σταθεροποιηθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα ή απειλείται με την επόμενη οικονομική κρίση; | Φωτ. (λεπτομέρεια): © picture alliance / empics / Georgie Gillard

Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η Γερμανία βγήκε φαινομενικά αλώβητη από την οικονομική κρίση. Περισσότερα από δέκα χρόνια μετά την αρχή της παγκόσμιας ύφεσης ωστόσο, οι ειδικοί εξακολουθούν να προειδοποιούν για μεγάλους κινδύνους. 

Ενώ χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Ιταλία παλεύουν μέχρι σήμερα με τις καταστροφικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης του 2008/2009, η γερμανική οικονομία φαίνεται να τα πηγαίνει εξαιρετικά καλά. Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν αυξάνεται συνεχώς από το 2010, η ανεργία είναι χαμηλή και οι εξαγωγές γνωρίζουν άνθηση. Ακόμη και στο αποκορύφωμα της κρίσης, τα γερμανικά κρατικά ομόλογα ήταν περιζήτητα.

Το 2011, η βρετανική οικονομική επιθεώρηση The Economist έγραφε για την καγκελάριο Μέρκελ σχολιάζοντας την καλή αυτή οικονομική κατάσταση: «Η Άγκελα στη Χώρα των Θαυμάτων». Ωστόσο, οι οικονομικοί αναλυτές βλέπουν λιγότερο ρόδινη την κατάσταση. Επισημαίνουν, μεταξύ άλλων, ότι η κρίση κόστισε ακριβά στη Γερμανία, λόγω των δισεκατομμυρίων που διοχετεύτηκαν στη διάσωση των τραπεζών. Στα τέλη του 2015, το επιστημονικό συμβούλιο του Γερμανού υπουργού Οικονομικών προειδοποιούσε για το ενδεχόμενο νέας οικονομικής κρίσης, σημειώνοντας ότι οι γερμανικές τράπεζες δεν είχαν διαφύγει οριστικά τον κίνδυνο. Στους συντάκτες της συγκεκριμένης επιστολής ανήκε και ο οικονομολόγος, ειδικός σε τραπεζικά θέματα και διευθυντής του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ για την Έρευνα των Κοινών Αγαθών στη Βόννη, Martin Hellwig, ο οποίος στη συνέντευξη που ακολουθεί εξηγεί γιατί τα πράγματα δεν είναι καλά για τις τράπεζες.
 
Κύριε Hellwig, στα τέλη του 2017 οι επικεφαλής των σημαντικότερων κεντρικών τραπεζών και εποπτικών αρχών υπέγραψαν τη νέα, παγκοσμίως ισχύουσα συμφωνία για τους τραπεζικούς κανόνες Βασιλεία ΙΙΙ. Στόχος του κανονιστικού αυτού πλαισίου είναι οι τράπεζες να μπορούν να ανακτούν τη σταθερότητά τους σε περιόδους κρίσης. Είναι ασφαλής ο οικονομικός κόσμος σήμερα;


Λιγότερο επισφαλής ίσως, αλλά όχι ασφαλής. Εάν ύστερα από ένα ατύχημα αλλάξουμε το όριο ταχύτητας για τη μεταφορά χημικών από τα 150 στα 140 χλμ./ώρα, θα έχουμε μειώσει τον κίνδυνο, αλλά δεν θα μπορούμε ακόμη να μιλάμε για ασφάλεια.
 
Τι ακριβώς εννοείτε;


Το υψηλό χρέος των τραπεζών ήταν καθοριστικός παράγοντας στην κρίση. Όταν έχεις υψηλό χρέος δεν είναι δύσκολο να φτάσεις στην πτώχευση. Το 2007 το χρέος των μεγάλων τραπεζών είχε φτάσει το 96-98% του ισολογισμού, ενώ οι ίδιοι πόροι ήταν στο 2-4%. Σήμερα το χρέος είναι στο 93-96%. Αυτό εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό ποσοστό, σε βαθμό ανευθυνότητας.
 
Η συμφωνία Βασιλεία III ορίζει ότι μελλοντικά οι τράπεζες –ανεξαρτήτως μεγέθους– θα πρέπει να έχουν περίπου 8-13% ίδια κεφάλαια και επομένως δεν θα μπορούν να δημιουργούν τόσο μεγάλα χρέη όπως πριν. Είναι αρκετό αυτό το όριο; Ή ποιο ποσοστό ιδίων κεφαλαίων θα ήταν το πλέον ενδεδειγμένο;

Το 20-30%. Τότε οι ζημίες δεν θα απειλούσαν άμεσα την ίδια την ύπαρξη των τραπεζών και ο κίνδυνος μετάδοσης στο σύστημα θα ήταν εμφανώς μικρότερος.
 
Οι τράπεζες ισχυρίζονται ότι η ρύθμιση είναι εξαιρετικά περίπλοκη και πολύ ακριβή. Και ότι αυτό τις εμποδίζει στη χορήγηση δανείων.


Μπορεί να είναι εξαιρετικά περίπλοκη, αλλά σε αυτό συνέβαλαν οι ίδιες. Όσο για το «πολύ ακριβή», αυτό ισχύει για τις τράπεζες, όχι όμως συνολικά για την κοινωνία. Για τις τράπεζες το χρέος φαίνεται φθηνό, επειδή επωμίζονται μέρος μόνο του κόστους του. Τα δισεκατομμύρια της διάσωσης από τα χρήματα των φορολογούμενων ανήκουν σε αυτό το κόστος του υψηλού χρέους. Αλλά οι τράπεζες συμπεριφέρονται σαν να μην υπήρχε η κρίση.
 
Τα ομόσπονδα κρατίδια του Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν και του Αμβούργου πούλησαν στα τέλη του Φεβρουαρίου την τράπεζα δημοσίου δικαίου HSH Nordbank, που βρίσκεται εδώ και χρόνια σε κρίση, για ένα δισεκατομμύριο ευρώ. Θεωρείτε πως ήταν μια οικονομικά συμφέρουσα συμφωνία;


Το αν ήταν οικονομικά συμφέρουσα συμφωνία δεν μπορώ να το κρίνω, μια και δεν γνωρίζω το συμβόλαιο. Από το 2004, τα δύο κρατίδια ξόδεψαν συνολικά 17 δισ. ευρώ για  τη διάσωση της τράπεζας. Εάν τώρα έλαβαν ένα δισεκατομμύριο, το κόστος εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό.

Ο καθηγητής Martin Hellwig διετέλεσε ως το 2017 διευθυντής του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ για την Έρευνα των Κοινών Αγαθών στη Βόννη. Ο οικονομολόγος ήταν από το 1998 ως το 2004 πρόεδρος της ανεξάρτητης Επιτροπής Μονοπωλίων στη Γερμανία και είναι μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομίας και Ενέργειας. Ο καθηγητής Martin Hellwig διετέλεσε ως το 2017 διευθυντής του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ για την Έρευνα των Κοινών Αγαθών στη Βόννη. Ο οικονομολόγος ήταν από το 1998 ως το 2004 πρόεδρος της ανεξάρτητης Επιτροπής Μονοπωλίων στη Γερμανία και είναι μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομίας και Ενέργειας. | Φωτ. (λεπτομέρεια): © picture alliance / dpa Ποιο ήταν το συνολικό κόστος της οικονομικής κρίσης για τους Γερμανούς φορολογούμενους; 

Αν τα συνυπολογίσω όλα, το ποσό ανέρχεται σε 70-80 δισ ευρώ. Αυτό σημαίνει περισσότερο απ’ ό,τι σε κάθε άλλη χώρα που δεν βρισκόταν η ίδια στην καρδιά της κρίσης.
 
Σε αντίθεση με τα γερμανικά ιδρύματα, οι αμερικανικές τράπεζες σημειώνουν πάλι κέρδη δισεκατομμυρίων. Κερδοσκοπούν για άλλη μια φορά;

Ίσως. Αλλά στις ΗΠΑ έγιναν πολύ πιο ριζικές εκκαθαρίσεις απ’ ό,τι εδώ. Πολλές τράπεζες έκλεισαν ή άλλαξαν χέρια. Αυτό διευκόλυνε τις υπόλοιπες να κερδίσουν χρήματα.
 
Ενώ αυτό δεν συνέβη στην Ευρώπη;

Ακριβώς. Εδώ βγήκαν σχετικά λίγες τράπεζες από την αγορά. Και στα λογιστικά βιβλία εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά ληξιπρόθεσμα δάνεια, γύρω στα 800 δισεκατομμύρια στην ευρωζώνη, κυρίως επιχειρηματικά δάνεια στην Ιταλία. Αλλά και τα ναυτιλιακά δάνεια των γερμανικών τραπεζών είναι ένα πρόβλημα.
 
Στην περίπτωση των ληξιπρόθεσμων δανείων, ο οφειλέτης είναι υπερήμερος, δεν μπορεί να αποπληρώσει εμπρόθεσμα το δάνειό του. Σε ποια κατάσταση βρίσκονται σήμερα τα γερμανικά ιδρύματα;

Πραγματικά αποδοτικές είναι μόνο οι εγχώριες δραστηριότητες με τους καταθέτες και τις επιχειρήσεις. Αυτές βρίσκονται σταθερά στα χέρια των ταμιευτηρίων και των πιστωτικών συνεταιρισμών. Η βάση αυτή λείπει στις μεγάλες τράπεζες και τις τράπεζες των ομόσπονδων κρατιδίων.
 
Τα ταμιευτήρια και οι τράπεζες συνεταιριστικής οργάνωσης ειδικεύονται σε ιδιώτες πελάτες και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες των μεγάλων τραπεζών στον συγκεκριμένο τομέα, πιστεύετε ότι θα υπάρξουν περαιτέρω επιβαρύνσεις για τους δημόσιους προϋπολογισμούς;


Βλέπω τρία μεγάλα προβλήματα. Αφενός εκκρεμούν ακόμη δισεκατομμύρια παλαιά χρέη στα λογιστικά βιβλία. Αφετέρου οι τράπεζες εξακολουθούν να μην είναι κερδοφόρες, επειδή με τα χαμηλά επιτόκια δεν εξασφαλίζουν περιθώρια κέρδους. Τρίτον, μια αύξηση των επιτοκίων, εάν έρθει, θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα, για παράδειγμα σε τράπεζες που αυτή τη στιγμή χορηγούν στεγαστικά δάνεια με πολύ μικρά επιτόκια και μια περίοδο σταθερού επιτοκίου 10-20 ετών. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό οι κεντρικές τράπεζες να κινηθούν προσεκτικά ως προς το συγκεκριμένο θέμα.