Οδηγίες της Νυρεμβέργης
Στόχος: το παιδί με διαπολιτισμικές δεξιότητες

Δίνοντας στο παιδί τη δυνατότητα να αρχίσει σε μικρή ηλικία μια ξένη γλώσσα, του προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή ευκαιρία να έχει μια εξελικτική πορεία στην εκμάθησή της, να αναπτύξει δηλαδή συνολικά τη συναισθηματική, δημιουργική, κοινωνική, νοητική και γλωσσική του ικανότητα, συμπεριλαμβανομένης σε μεγάλο βαθμό και της διαπολιτισμικής επικοινωνιακής δεξιότητας.

Ένα παιδί που έχει διαπολιτισμικά ενδιαφέροντα και είναι ανοιχτό, μπορεί να εξελιχθεί σε έναν διαπολιτισμικό ομιλητή  [1] πράγμα το οποίο αποτελεί και στόχο του μαθήματος της ξένης γλώσσας σήμερα.

Το επίπεδο γλωσσομάθειας ενός σπουδαστή δεν συγκρίνεται πλέον μόνο με το επίπεδο γλωσσομάθειας των αυτοχθόνων ομιλητών, αλλά αξιολογείται η ικανότητά του να ανταποκρίνεται στις ποικίλες απαιτήσεις της διαπολιτισμικής επικοινωνίας. Στο μάθημα της ξένης γλώσσας πρέπει να δημιουργούνται και να ενεργοποιούνται κίνητρα στους μικρούς μαθητές και να προσφέρονται προγράμματα, τα οποία θα τους βοηθούν να γίνουν ανοικτοί και ανεκτικοί διαπολιτισμικοί ομιλητές. Η επαφή με την ξένη γλώσσα σε μικρή ηλικία πρέπει να κινεί το ενδιαφέρον για τη γλώσσα, να αυξάνει τη χαρά της εκμάθησής της και «να παρακινεί το παιδί να συνεννοηθεί και σε μια άλλη γλώσσα εκτός από τη δική του».
 

Οδηγία:

Η έναρξη εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας σε μικρή ηλικία θα έπρεπε αφενός να αποσκοπεί στην ανάπτυξη της γλωσσικής ικανότητας, αφετέρου όμως να βελτιώνει τις γενικές, διαπολιτισμικές δεξιότητες και γνωστικές στρατηγικές. 

Η ανάπτυξη γενικών δεξιοτήτων – όπως για παράδειγμα της δεξιότητας αυτοδιαχείρισης και των κοινωνικών δεξιοτήτων – δεν γίνεται ανεξάρτητα από την ανάπτυξη άλλων δεξιοτήτων και ως εκ τούτου αποτελεί ένα σημαντικό στόχο της διδασκαλίας ξένων γλωσσών σε μικρή ηλικία.

Στα πλαίσια του προγράμματος εκμάθησης ξένων γλωσσών σε μικρή ηλικία πρέπει να δοθεί έμφαση στην ανάπτυξη των παρακάτω γενικών δεξιοτήτων: 
  •  Δεξιότητες αυτοδιαχείρισης: Με τις επιδόσεις που έχει το παιδί στην ξένη γλώσσα και την επίγνωση που αποκτά,  ενισχύει το συναίσθημα της αυτοεκτίμησης, μαθαίνει να αξιολογεί και να εκτιμά τον εαυτό του και τον προσωπικό του ρόλο μέσα στην ομάδα και αναπτύσσει το θάρρος να ενεργεί.
  • Κοινωνικές δεξιότητες: η υγιής αυτοεκτίμηση έχει ως συνέπεια τη σαφή διαμόρφωση της εικόνας για τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Το παιδί αντιλαμβάνεται τη σημασία που έχει το κάθε μέλος της ομάδας προσωπικά,  μαθαίνει να εκτιμά τον κάθε ένα ξεχωριστά, εργάζεται στην ομάδα και αναπτύσσει ομαδικό πνεύμα. 
  • Συναισθηματικές δεξιότητες: Κατά τη συναναστροφή με τους άλλους,  το παιδί μαθαίνει να εκφράζει συναισθήματα, να αναγνωρίζει διαφορές και προβλήματα και μαθαίνει τρόπους, οι οποίοι ίσως οδηγούν και στη λύση των προβλημάτων.
  • Κινητικές δεξιότητες: Η κίνηση κατά τη διάρκεια της διδακτικής διαδικασίας είναι βασική ανάγκη του παιδιού, ενισχύει την ικανότητα πρόσληψης και συμβάλλει στην κινητική ανάπτυξη του παιδιού .
  • Νοητική δεξιότητα: Η ξένη γλώσσα γίνεται το μέσο για τη μετάδοση του περιεχομένου, είναι λιγότερο αυτοσκοπός. Το ξενόγλωσσο περιεχόμενο δίνει κίνητρο για σκέψεις και ενισχύει τη μνήμη. Αυτή η δεξιότητα αναπτύσσεται το νωρίτερο στην ηλικία των δέκα ετών περίπου.
  • Δημιουργικότητα: Ξένοι ήχοι και σύμβολα, όπως επίσης καινούργιο και ασυνήθιστο περιεχόμενο,  προκαλούν χαρά, κινούν την περιέργεια, δίνουν καινούργιες ιδέες και κίνητρα να δοκιμάσει κανείς νέες τεχνικές και μεθόδους.
  • Δεξιότητες προσοχής: Καινούργια ερεθίσματα ευαισθητοποιούν το παιδί για τον περίγυρο, για το  περιβάλλον του, για τις ανάγκες και αναγκαιότητες των συνανθρώπων του. Η ανάπτυξη και ενίσχυση της προσοχής έχει ως συνέπεια την αναγνώριση,  το σεβασμό και την εμπιστοσύνη.
Δεν υπάρχουν προς το παρόν εμπειρικά τεκμηριωμένες απόψεις, από τις οποίες θα προέκυπταν σαφή πρότυπα για τις γλωσσικές δεξιότητες, τις οποίες πρέπει να διαθέτουν τα παιδιά στην ηλικία των δέκα ετών περίπου.

Εξαιρείται το γεγονός, ότι τα παιδιά διαθέτουν την ικανότητα να μάθουν καλά την προφορά της ξένης γλώσσας καταβάλλοντας την ανάλογη προσπάθεια.

Θεωρείται δεδομένο ότι οι γλωσσικές δεξιότητες του μικρού μαθητή αναπτύσσονται πολύ διαφορετικά στους επιμέρους τομείς δεξιοτήτων. Αυτό εξαρτάται πιθανόν από τη βαρύτητα που δίνεται στο πρόγραμμα διδασκαλίας ξένης γλώσσας σε μικρή ηλικία και κυρίως στα πρώτα μαθήματα στο Δημοτικό, κυρίως στην ακουστική κατανόηση και την παραγωγή προφορικού λόγου. Στο Νηπιαγωγείο και την προσχολική εκπαίδευση βρίσκονται στο επίκεντρο οι προσληπτικές δεξιότητες –δηλαδή η ακουστική κατανόηση και η κατανόηση γενικότερα. Στο Δημοτικό προστίθενται όλο και περισσότερες παραγωγικές και διαδραστικές στρατηγικές και δραστηριότητες (παραγωγή προφορικού και γραπτού λόγου, γλωσσική αλληλεπίδραση).

Οδηγίες:
  • Ανεξάρτητα από το χρόνο έναρξης της εκμάθησης της ξένης γλώσσας, το κάθε παιδί πρέπει να έχει στο αρχικό στάδιο  στη διάθεσή του χρόνο να διεργασθεί τα γλωσσικά ερεθίσματα, χωρίς να του ασκείται πίεση να μιλήσει ή να διορθώνεται με ακατάλληλο τρόπο στις προσπάθειές του να μιλήσει.
  • Θα πρέπει να ενισχύσουμε την ιδιαίτερη ικανότητα του παιδιού στην προφορά στοχευμένα και με εντατικό τρόπο, κυρίως χρησιμοποιώντας αυθεντικό ακουστικό υλικό.
  • Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην κατάκτηση της γραφής στην ξένη γλώσσα.
  • Όσα διδάσκεται το παιδί για να αναπτύξει τις δεξιότητές του στην ξένη γλώσσα, πρέπει να ανταποκρίνονται ως προς το περιεχόμενο, τη γλώσσα και τη μεθοδολογία στις παιδικές ανάγκες για επικοινωνία.
Η ανάπτυξη των διαπολιτισμικών δεξιοτήτων κατά την εκμάθηση ξένων γλωσσών σε μικρή ηλικία περιλαμβάνει αφενός το παιδαγωγικό στοιχείο της κοινωνικής συναναστροφής με τους άλλους και αφετέρου το επικοινωνιακό στοιχείο της συνεννόησης μέσω της ξένης γλώσσας. Ακόμη και σ’ αυτό το πρώιμο στάδιο είναι δυνατόν και σκόπιμο να ευαισθητοποιηθούν τα παιδιά για διαπολιτισμικά θέματα με επιλεγμένο διδακτικό υλικό και δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα για: 
  • πληροφορίες για τη χώρα και τον πολιτισμό της γλώσσας-στόχου (π.χ. για γιορτές και έθιμα)
  • διδακτικό υλικό στο οποίο ο «ξένος» πολιτισμός παρουσιάζεται σε αντιπαράθεση με τον δικό τους. Μέσω αυτής της αντιπαράθεσης οξύνεται η παιδική αντίληψη (π.χ. καθημερινά αντικείμενα, τέχνη).
  • διδακτικό υλικό για την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης για τους ανθρώπους που προέρχονται από άλλο πολιτισμό.
  • καταστάσεις που είναι κοντά στην πραγματικότητα (παιγνίδια ρόλων), μέσω των οποίων εξασκείται η ικανότητά τους να ενεργούν σε διαπολιτισμικές περιστάσεις.     
Το παιδί γνωρίζει τον άλλο πολιτισμό, καθώς του παρουσιάζονται στην ξένη γλώσσα εικόνες, κείμενα ή εικονικές παραστάσεις. Βασική σημασία για τον τρόπο με τον οποίο το παιδί θα αντιληφθεί το ξένο έχει η ταυτόχρονη αντίληψη του οικείου, καθώς εντάσσοντας στο οικείο καινούργιες πληροφορίες και εντυπώσεις και συσχετίζοντάς τις μεταξύ τους, το παιδί βελτιώνει τις γνώσεις του.

Οδηγίες:

Το περιεχόμενο και οι μέθοδοι πρέπει να επιλεγούν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το παιδί να διατηρήσει την έμφυτή του περιέργεια για το καινούργιο, να τη διευρύνει και να ευαισθητοποιηθεί κατά την εκπαιδευτική διαδικασία για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το οικείο και το ξένο.

Το διδακτικό υλικό πρέπει να είναι επιλεγμένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το παιδί να μπορεί
  • να ανακαλύψει στο οικείο το ξένο και στο ξένο το οικείο.
  • να αποδεχθεί το ξένο ως ξένο.
  • να μάθει να διαχειρίζεται τις ανασφάλειες και τους φόβους του, οι οποίοι προκύπτουν από την επαφή με το ξένο.
Ο κάθε άνθρωπος μαθαίνει, ανάλογα με τις προσωπικές του κλίσεις, με διαφορετικό τρόπο και μπορεί να αναπτύξει τις δικές του τεχνικές και στρατηγικές εκμάθησης, οι οποίες μπορούν να ληφθούν ειδικά υπόψη στο μάθημα της γλώσσας.

Όταν το παιδί μαθαίνει με όλες του τις αισθήσεις,  σημαίνει ότι ενισχύει την αυτοαντίληψή του, παρατηρεί ακριβώς τον εαυτό του και τον τρόπο που μαθαίνει, ώστε να συνειδητοποιήσει πως μαθαίνει πιο αποτελεσματικά μια ξένη γλώσσα. ΄Οταν μάθουμε στο παιδί ότι υπάρχουν ποικίλες στρατηγικές εκμάθησης, μπορεί να αναγνωρίσει τις προτιμήσεις του και να διαμορφώσει αργότερα,  μόνο του,  τη διαδικασία και το ρυθμό εκμάθησης που θα ακολουθήσει.

Οι μαθησιακές στρατηγικές διευκολύνουν τη γνωστική διαδικασία στην ξένη γλώσσα και επηρεάζουν προφανώς θετικά τη στάση που έχει το παιδί απέναντι στην εκμάθηση και τη χρήση της ξένης γλώσσας. Ενθαρρύνεται η εκμάθηση και άλλων ξένων γλωσσών.

Οδηγίες:
  • Το περιεχόμενο του μαθήματος και οι μέθοδοι που θα χρησιμοποιηθούν στη διδασκαλία της ξένης γλώσσας σε μικρή ηλικία,  θα έπρεπε να επιλέγονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το κάθε παιδί να έχει τη δυνατότητα να μάθει να παρατηρεί τον ίδιο τον εαυτό του και τον προσωπικό τρόπο με τον οποίο μαθαίνει, να αναγνωρίζει σταδιακά το μαθησιακό του στιλ και να διαπιστώνει με ποιές αισθήσεις μαθαίνει πιο γρήγορα και με μεγαλύτερη επιτυχία.
  • Το παιδί πρέπει να αρχίσει νωρίς να εξασκεί βασικές στρατηγικές επικοινωνίας  (π.χ. ερωτήσεις, χειρονομίες,  γλώσσα του σώματος κλπ) και στρατηγικές απομνημόνευσης.
  • Το παιδί πρέπει να έχει την ευκαιρία να γνωρίσει και να δοκιμάσει βασικές τεχνικές, με τις οποίες σταδιακά θα μπορεί να μαθαίνει αυτόνομα. 
Η αναγνωστική δεξιότητα δεν πρέπει να ταυτίζεται με την ικανότητα ανάγνωσης. Το παιδί πρέπει να αναπτύξει αναγνωστική δεξιότητα ήδη από το σπίτι, πολύ πριν αρχίσει συνειδητά να αποκτά την ικανότητα ανάγνωσης. Όταν το παιδί ακούει να του διαβάζουμε παραμύθια και ιστορίες, να «διαβάζουμε» μαζί και να συζητάμε για βιβλία με εικόνες, τότε εξοικειώνεται με την ανάγνωση και τη γραφή, μαθαίνει να χαίρεται και να ενδιαφέρεται για το διάβασμα και προετοιμάζεται να γίνει στο μέλλον ανεξάρτητος αναγνώστης.

Όσο πιο συχνά έρχεται στο περιβάλλον του σε επαφή με τη γραφή, τόσο πιο εύκολα καταλαβαίνει τη χρηστικότητά της. Ως εκ τούτου, συνιστάται, το παιδί να έρχεται διαρκώς σε επαφή με γραπτά κείμενα από πολύ νωρίς, για παράδειγμα απ’ το Νηπιαγωγείο.

Στο μάθημα της ξένης γλώσσας σε μικρή ηλικία μπορούμε να εξελίξουμε αυτή τη διαδικασία. Όταν διαβάζουμε στα παιδιά σύντομα κείμενα, στόχος μας δεν είναι μόνο να κατανοήσουν το περιεχόμενο, αλλά να αναπτύξουν μια αίσθηση για στοιχεία αγωνίας ή να ανακαλύψουν τις ιδιαιτερότητες των διαφόρων τύπων κειμένων («μια φορά κι έναν καιρό...»).

Για την ευκολότερη εκμάθηση ξένης γλώσσας σε μικρή ηλικία, αποτελεί πλεονέκτημα ένα περιβάλλον στο οποίο:    
  • οι άνθρωποι, π.χ. γονείς ή μεγαλύτερα αδέλφια, αποτελούν για τα παιδιά πρότυπο αναγνώστη
  • υπάρχει μεγάλη ποικιλία γραπτού υλικού, στο οποίο το παιδί έχει ελεύθερη πρόσβαση
  • υπάρχουν βιβλία που διαβάζονται μεγαλόφωνα ή στα οποία το παιδί μπορεί να ανακαλύψει μόνο του πράγματα
  • υπάρχουν γωνιές για διάβασμα και γράψιμο στο σχολείο, π.χ. στο προσχολικό εκπαιδευτικό ίδρυμα και στο Δημοτικό
  • ενήλικες απαντούν,  όταν παρίσταται ανάγκη,  στις ερωτήσεις του παιδιού και το υποστηρίζουν έτσι στην εκμάθηση της ανάγνωσης.
Οδηγίες
  • Πριν αρχίσουν τα παιδιά να ασχολούνται πιο συστηματικά με τη γραφή της ξένης γλώσσας, θα πρέπει να έχουν εξοικειωθεί με τη γραφή της μητρικής τους γλώσσας.
  • Το περιβάλλον διαβίωσης του παιδιού θα έπρεπε να του παρέχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πρόσβαση στη γραφή, ώστε το παιδί να αναπτύξει νωρίς περιέργεια για τα βιβλία  (κ.α.) και γενικότερο ενδιαφέρον για την ανάγνωση. 


Πηγές
[1] Βλ. για παραδ. Zarate (1997); Krumm (2003); House (2008)

Περισσότερες πληροφορίες...