Οδηγίες της Νυρεμβέργης
Επιλογή γλώσσας και γλωσσική ακολουθία

Πολλοί παράγοντες καθορίζουν ποιές ξένες γλώσσες θα μάθουν οι πολίτες μιας χώρας. Οι πολιτικές, οικονομικές, πολιτιστικές και κοινωνικές συνθήκες μιας χώρας, οι διεθνείς της σχέσεις, όπως επίσης η ένταξή της σε τοπικά και παγκόσμια δίκτυα, καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό την προσφορά προγράμματων ξένων γλωσσών, αλλά και τη γλωσσική ακολουθία, τη σειρά δηλαδή με την οποία θα διδαχθούν οι ξένες γλώσσες. Ως πρώτη ξένη γλώσσα στη γλωσσική ακολουθία συνήθως καθιερώνεται εκείνη, η οποία έχει τη μεγαλύτερη «χρησιμότητα» -προς το παρόν τα Αγγλικά ως παγκόσμια Lingua franca.

Αν όμως τεθεί ως στόχος η εκμάθηση τουλάχιστον δύο σύγχρονων ξένων γλωσσών, όπως συμβαίνει στην Ευρώπη στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πολυγλωσσίας, τότε,  στην επιλογή της πρώτης ξένης γλώσσας,  πρέπει να ληφθεί πιο σοβαρά από πριν υπόψη ο ρόλος που θα διαδραματίσει αυτή στην εκμάθηση των άλλων ξένων γλωσσών. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την επαφή με την πρώτη ξένη γλώσσα στη στοιχειώδη, προσχολική ή πρωτοβάθμια εκπαίδευση, καθότι αυτή πρέπει να αποτελέσει την πύλη πρόσβασης για τις επόμενες ξένες γλώσσες [1].

Οι γονείς στην πλειονότητά τους αξιώνουν τα Αγγλικά ως πρώτη γλώσσα, πιστεύοντας ότι είναι εύκολη η εκμάθησή της και επειδή, ως παγκόσμιο μέσο επικοινωνίας, διασφαλίζει στα παιδιά τους θετικές προϋποθέσεις για τη μελλοντική τους εκπαιδευτική και επαγγελματική πορεία. Παραβλέπουν όμως το γεγονός ότι οι πραγματικές ανάγκες κινητικότητας διαμορφώνονται ως επί το πλείστον σε τοπικό επίπεδο, όπου είναι απαραίτητες τελείως διαφορετικές γλώσσες από ότι τα Αγγλικά, καθώς επίσης το γεγονός ότι τα Αγγλικά, στην πρώτη θέση της γλωσσικής ακολουθίας, μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά το κίνητρο και τη διάθεση για την εκμάθηση και άλλων ξένων γλωσσών.

Αν αντιθέτως το παιδί διδαχθεί στην αρχή μια άλλη ξένη γλώσσα με τρόπο που ανταποκρίνεται στην ηλικία του, μπορεί να αποκτήσει μια θετική άποψη γι’ αυτή την ξένη γλώσσα και τον αντίστοιχο πολιτισμό. Σ’ αυτή την περίπτωση θα μπορούσε ν’ αρχίσει τα Αγγλικά αργότερα, μετά από τρία με τέσσερα χρόνια περίπου, αλλά κάπως πιο εντατικά, ώστε να κατορθώσει σε κάθε περίπτωση να φτάσει και στα Αγγλικά στο επιθυμητό επίπεδο [2].

Από άποψη γλωσσικής πολιτικής, η αρχή της τοπικής πολυγλωσσίας [3] επηρεάζει σημαντικά την απόφαση για την επιλογή της πρώτης ξένης γλώσσας και των γλωσσών που θα ακολουθήσουν. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται οι ατομικές επικοινωνιακές και μαθησιακές ανάγκες του παιδιού, ακόμη και σε σχέση με τους μελλοντικούς του προσωπικούς και επαγγελματικούς στόχους και φιλοδοξίες. Ως εκ τούτου προκύπτει η ανάγκη μιας μεγαλύτερης ποικιλίας και ελαστικότητας στη διαμόρφωση προγραμμάτων εκμάθησης και γλωσσικής ακολουθίας σε μικρή ηλικία, ώστε να αναπτυχθεί η πολυγλωσσία των παιδιών σε τοπικό επίπεδο.
 

Οδηγίες:

  • Τα προγράμματα εκμάθησης ξένων γλωσσών πρέπει να είναι τόσο ποικίλα, ώστε να δίνεται στα παιδιά η δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα σε πολλές γλώσσες.
  • Η σειρά με την οποία θα επιλεγούν οι γλώσσες δεν πρέπει να είναι καθορισμένη και η επιλογή να γίνεται με γνώμονα την προσωπική και τοπική πολυγλωσσία.
  • Η πρώτη ξένη γλώσσα πρέπει να βελτιώνεται συνεχώς.
  • Οι γονείς θα πρέπει να ενημερώνονται συστηματικά από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για τις συνέπειες που έχει η επιλογή της όποιας πρώτης ξένης γλώσσας και των γλωσσών που θα ακολουθήσουν.
  • Αν επιλεγούν τα Αγγλικά ως πρώτη ξένη γλώσσα, τότε πρέπει να παίξουν έναν ιδιαίτερο ρόλο στον τρόπο εκμάθησης και άλλων ξένων γλωσσών και να ανοίξουν το δρόμο για την εκμάθησή τους.


Πηγές
[1] Βλ. Legutke (2006)
[2] Μερικές μελέτες αποδεικνύουν μάλιστα, ότι οι μαθητές αυτής της  „ανάποδης“ ακολουθίας γλωσσών έχουν μεγαλύτερη επιτυχία τόσο στην πρώτη ξένη γλώσσα όσο και στα Αγγλικά ως δεύτερη ξένη γλώσσα (βλ. Orešič  2002)
[3] Βλ. Gehrmann (2007, 2009)