Οδηγίες της Νυρεμβέργης
Αξιολόγηση

Αν οι εκπαιδευτικοί και διδάσκοντες θέλουν να κάνουν υπεύθυνα τη δουλειά τους, τότε πρέπει να παρακολουθούν τις γνωστικές διαδικασίες της εκμάθησης ξένης γλώσσας σε μικρή ηλικία, να τις τεκμηριώνουν και να προβληματίζονται διαρκώς γι’ αυτές. Έτσι θα αναγνωρίζουν τις ιδιαίτερες κλίσεις και τα ενδιαφέροντα του κάθε παιδιού και θα τα βοηθούν να τα αναπτύξουν. Αλλά και οι γονείς και κυρίως τα ίδια τα παιδιά πρέπει να ασχολούνται όσο το δυνατόν πιο συνειδητά με την ξένη γλώσσα, ώστε σιγά-σιγά να είναι σε θέση να κατευθύνουν τη διαδικασία εκμάθησης μόνα τους και να τη χρησιμοποιούν για τους προσωπικούς τους σκοπούς.

Κατά κανόνα ο εκπαιδευτικός ή ο διδάσκοντας παρακολουθεί διαρκώς και τεκμηριώνει τη μαθησιακή διαδικασία του παιδιού ή το παιδί μαθαίνει όλο και περισσότερο να αξιολογεί τις επιδόσεις του μόνο του.

Στην πρώτη περίπτωση τα παιδιά ενημερώνονται για το γλωσσικό τους επίπεδο και δέχονται υποδείξεις πως να το βελτιώσουν. Η συνομιλία με το διδάσκοντα, η αίσθηση ότι αναγνωρίζονται και επιβραβεύονται ακόμη και οι μικρές επιτυχίες, τους παρέχουν κίνητρα να συνεχίσουν να μαθαίνουν. Υπάρχουν τεκμηριωμένες απόψεις για τις γνωστικές στρατηγικές που ευνοούν ιδιαίτερα τη διαδικασία εκμάθησης της γλώσσας.

Από την άλλη πλευρά, όταν τα παιδιά μαθαίνουν να παρατηρούν τον εαυτό τους, διεργάζονται συνειδητά τη διαδικασία εκμάθησης και μαθαίνουν σταδιακά να την καθορίζουν μόνα τους. Μια τέτοια διαπίστωση του επιπέδου γλωσσομάθειας ενισχύει την αυτοπεποίθηση και βοηθά στην ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Οι διδάσκοντες, αξιολογώντας τα αποτελέσματα, βλέπουν την επιτυχία αλλά και την αποτυχία της μεθοδολογίας-διδακτικής που εφαρμόζουν στην πράξη. Επιμέρους γραπτά και ασκήσεις του παιδιού δείχνουν τη γλωσσική και κοινωνική του ανάπτυξη. Ο σχεδιασμός του μαθήματος και η υλοποίησή του μπορούν να καθορισθούν σε μεγάλο βαθμό από τα αποτελέσματα της αξιολόγησης.

Ο προσδιορισμός του επιπέδου γνώσεων μέσω της αυτοαξιολόγησης δίνει και στους γονείς πληροφορίες για τη μαθησιακή πρόοδο του παιδιού τους και μάλιστα από την οπτική γωνία του παιδιού. Έτσι τους είναι ευκολότερο να αποδεχθούν και να υποστηρίξουν και την άποψη του διδάσκοντος. Ημερολόγια προόδου τα οποία συμπληρώνουν τα παιδιά στο σπίτι και διακοσμούν για παράδειγμα με φωτογραφίες ή σκίτσα της οικογένειας ή του σπιτιού τους, δίνουν στο παιδί και στους γονείς τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν με διακριτικό τρόπο τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα. Από την άλλη πλευρά δίνουν στο διδάσκοντα έμμεσα πληροφορίες για το περιβάλλον του παιδιού, γεγονός που διευκολύνει την ελεύθερη συντροφική συναναστροφή.

Αν η διαδικασία μάθησης τεκμηριωθεί από την αρχή όσο το δυνατόν λεπτομερέστερα, τότε αποφεύγεται και κατά τη μετάβαση στην επόμενη βαθμίδα εκπαίδευσης η κατάταξη σε λάθος επίπεδο.

Κατά το σχεδιασμό του μαθήματος μπορεί ο διδάσκοντας να συνθέσει κατά τέτοιο τρόπο τις ομάδες, ώστε να αποφευχθούν οι διαφορετικές επιδόσεις και το διαφορετικό επίπεδο γνώσεων των μαθητών.

Η αξιολόγηση λοιπόν αποσκοπεί στην καταγραφή και παρακολούθηση όλων των σταδίων της μαθησιακής πορείας. Για την περαιτέρω μαθησιακή πορεία όμως δεν έχουν τόση σημασία μόνο τα αποτελέσματα στο τέλος συγκεκριμένων χρονικών διαστημάτων, αλλά κυρίως οι προσωπικές επιδόσεις και προσπάθειες που καταβάλει ο διδασκόμενος.

Οι μέθοδοι για τη διαπίστωση της μαθησιακής προόδου δεν πρέπει να διαφέρουν από τις συνηθισμένες δραστηριότητες και ασκήσεις, οι οποίες είναι οικείες στα παιδιά. Ο προσδιορισμός του επιπέδου γνώσεων από τους διδάσκοντες όπως και η αυτοαξιολόγηση και αυτογνωσία των παιδιών, δεν αποσκοπούν στον έλεγχο και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να προκαλούν φόβο και άγχος. Στην προσχολική εκπαίδευση και στα πρώτα χρόνια του Δημοτικού είναι σκόπιμο να μην βαθμολογούμε καθόλου και να περιοριζόμαστε σε λεκτική αξιολόγηση, περιγραφή της συμπεριφοράς κατά τη διαδικασία εκμάθησης και να διαπιστώνουμε έτσι την ανάπτυξη των δεξιοτήτων. Ακόμη και μια διακριτική μέτρηση της επίδοσης ή και αξιολόγηση μπορεί να ανακόψει τη χαρά της μάθησης και το κίνητρο για συνέχιση.

Στο Νηπιαγωγείο, την προσχολική εκπαίδευση και στην αρχή του Δημοτικού ο βαθμός κατανόησης του παιδιού μπορεί να αξιολογείται, ζητώντας του να αντιδράσει (με χειρονομίες, γλώσσα του σώματος, κινήσεις, ζωγραφίζοντας κ.α.) σε αυτά που του διηγούμαστε ή του διαβάζουμε. Αργότερα μπορούμε να επεκταθούμε και σε άλλες δεξιότητες για να διαπιστώσουμε το γνωστικό του επίπεδο. Βέβαια θα πρέπει πάντα να αποφεύγουμε συστηματικά τις απλές ερωτήσεις και να βρίσκουμε έναν όσο το δυνατόν πιο δημιουργικό τρόπο να διαπιστώνουμε το γνωστικό του επίπεδο και πιθανόν να αξιολογούμε την επίδοσή του, ώστε η μαθησιακή διαδικασία να μην καταντάει ένας απλός έλεγχος.

Το Portfolio (Χαρτοφυλάκιο) Γλωσσών είναι ένα όργανο για τη διαπίστωση του γνωστικού επιπέδου και τεκμηριώνει τόσο τη διαδικασία εκμάθησης της γλώσσας όσο και τις εμπειρίες των παιδιών. Η εφαρμογή του προϋποθέτει μια σταδιακή ανάπτυξη της ικανότητας του παιδιού για αυτοπαρατήρηση και αυτοαξιολόγηση η οποία ενεργοποιείται από τον διδάσκοντα.

Με πρωτοβουλία του Συμβουλίου της Ευρώπης σχεδιάσθηκαν και θεσπίσθηκαν επίσημα «Ευρωπαϊκά Portfolio Γλωσσών» ειδικά για την κάθε χώρα. Ένα τέτοιο Portfolio αποτελείται από τρία μέρη: το Γλωσσικό Βιογραφικό, το Φάκελο και το Διαβατήριο Γλωσσών. Τέτοιους χαρτοφυλάκια μπορούμε να δημιουργήσουμε για τα παιδιά από μικρή ηλικία.

  • Στο «Γλωσσικό Βιογραφικό» καταγράφονται οι προσωπικές διαδικασίες που ακολουθούνται στην εκμάθηση της ξένης γλώσσας και περιγράφονται οι γλωσσικές και διαπολιτισμικές εμπειρίες του μαθητή. Σ’ αυτό περιλαμβάνονται επίσης οι στήλες αυτοαξιολόγησης του μαθητή, με στόχο τον προσδιορισμό του προσωπικού του επιπέδου γνώσεων και προκαθορισμένοι μαθησιακοί στόχοι, ώστε να μπορέσει να διαμορφώσει το δικό του, προσωπικό, τρόπο εκμάθησης και να αναπτύξει τις κατάλληλες γι’ αυτόν μεθόδους κ.α.
  • Στο «Φάκελο» ο μαθητής επιλέγει και καταχωρεί στοιχεία που απεικονίζουν τις εμπειρικο-βιωματικές γλωσσικές του γνώσεις (εικόνες, εκθέσεις, ποιήματα, CD, αφίσες κ.α.) [1].
  • Το «Διαβατήριο Γλωσσών» παρουσιάζει μια γενική εικόνα των γλωσσικών γνώσεων του μαθητή, καθώς εκεί καταγράφονται οι γλωσσικές του δεξιότητες που αντιστοιχούν στα επίπεδα δεξιοτήτων. Το Διαβατήριο Γλωσσών συμπληρώνεται από το διδάσκοντα.
  • Ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα, τα τρία μέρη πρέπει να συμπληρώνονται με διαφορετικό ρυθμό. Στο Νηπιαγωγείο χρησιμοποιείται κυρίως ο Φάκελος ως μέσο διάγνωσης της μαθησιακής προόδου. Στο Δημοτικό τα παιδιά μαθαίνουν σιγά-σιγά να συμπληρώνουν το Γλωσσικό τους βιογραφικό [2].
Εκτός από την αυτοαξιολόγηση, το Portfolio δίνει τη δυνατότητα και σε άλλα πρόσωπα (γονείς και διδάσκοντες οι οποίοι δέχονται καινούργιους μαθητές ή τους παραλαμβάνουν από προηγούμενη βαθμίδα εκπαίδευσης) να ενημερωθούν για το γνωστικό επίπεδο του κατόχου του Portfolio. Το Portfolio είναι ιδιαίτερα χρήσιμο και σημαντικό κατά τη μετάβαση από τη μία βαθμίδα εκπαίδευσης στην επόμενη. Δεν είναι όμως πιστοποιητικό, ούτε αποδεικτικό γνώσεων, αλλά ένα είδος χρηστικού ημερολογίου, το οποίο διαμορφώνεται από τον κάθε μαθητή προσωπικά. Το Portfolio δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να επιβληθεί από τους θεσμικούς φορείς ως υποχρεωτικό σε διδάσκοντες και διδασκόμενους [3].
   

Οδηγίες:

  • Κατά την εκμάθηση ξένης γλώσσας σε μικρή ηλικία η πρόοδος των μαθητών πρέπει να εξετάζεται πάντα  σε συνάρτηση με τη γνωστική διαδικασία. Το ενδιαφέρον δεν πρέπει να εστιάζεται στις επιδόσεις του μαθητή.
  • Κάθε διαδικασία αξιολόγησης πρέπει να σχεδιάζεται επιμελώς και να διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
  • Το Portfolio μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο διάγνωσης του γνωστικού επιπέδου. Συνιστάται η χρήση του ήδη απ’ το Νηπιαγωγείο και η συνέχισή του στην πρωτοβάθμια και ακολούθως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ώστε να δίνει μια συνοπτική γενική εικόνα της γλωσσομάθειας του κατόχου.


Πηγές
[1] Rau/Legutke (2008)
[2] Βλ. Kolb (2008)
[3] Βλ. Burwitz-Melzer (2008) με δείγμα ενός Portfolio Γλωσσών που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης