Οδηγίες της Νυρεμβέργης
Βασικές αρχές μεθοδολογίας και διδακτικής

Κατά τη διδασκαλία της ξένης γλώσσας σε μικρή ηλικία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνολική προσωπικότητα του παιδιού και οι βασικές του ανάγκες. Εκτός από τις φάσεις της εντατικής ενασχόλησης με την καινούργια γλώσσα και τον πολιτισμό, θα πρέπει να υπάρχουν και φάσεις «ηρεμίας», ώστε το παιδί να έχει τη δυνατότητα να σκεφτεί, να συγκεντρωθεί και να εκτονωθεί με την κίνηση.

Οι βασικές αρχές που παρατίθενται παρακάτω αφορούν σε παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν τη διαδικασία του μαθήματος και αναφέρονται ως εκ τούτου σε θέματα που θίγονται σε προηγούμενα κεφάλαια. Η κάθε μια από τις αρχές αυτές ξεχωριστά– έχει την ίδια μεγάλη σημασία για την επιτυχή εκμάθηση ξένης γλώσσας σε μικρή ηλικία.      
  • Το παιδί πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο της μαθησιακής διαδικασίας.
  • Ο εκπαιδευτικός ή ο διδάσκοντας οφείλει να γνωρίζει και να λαμβάνει υπόψη του τις σωματικές και αισθητηριακές μαθησιακές ανάγκες του κάθε παιδιού  και να υποστηρίζει,  στα πλαίσια του προγράμματος της ξένης γλώσσας,  τις συναισθηματικές, κοινωνικές και κινητικές του ικανότητες.
  • Στόχοι, θέματα, περιεχόμενο και μέθοδοι διδασκαλίας πρέπει να επιλέγονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να συνδέονται με τον κόσμο και τις εμπειρίες του παιδιού. Πρέπει να έχουν άμεση σημασία και εφαρμογή στην καθημερινότητα του παιδιού.
  • Στο επίκεντρο της μάθησης   –κυρίως στις αρχικές φάσεις και ανάλογα πάντα με το επίπεδο ανάπτυξης του παιδιού –  βρίσκεται η γλώσσα που ακούγεται και ομιλείται.
  • Στην προσχολική εκπαίδευση και στα πρώτα χρόνια του  Δημοτικού,  τα παιδιά πρέπει σταδιακά και με μικρά βήματα να μάθουν να διαβάζουν και να γράφουν.  Η πρόσληψη έχει μεγαλύτερη σημασία από την παραγωγή, η κατανόηση από την ομιλία, η ομιλία από τη γραφή. Δεν έχει σημασία για τα παιδιά να συνειδητοποιήσουν τις γλωσσικές δομές  – τουλάχιστον όχι σε μεγάλο βαθμό.
  • Η εκμάθηση της ξένης γλώσσας ευνοείται αν η ακολουθούμενη πορεία είναι σπειροειδής.
  • Προγράμματα,  στα οποία η εκμάθηση της γλώσσας συνδέεται με το περιεχόμενο, δίνουν τη δυνατότητα για πιο ανοικτές μορφές διδασκαλίας, π.χ. διαθεματική διδασκαλία. 
  • Τα παιδιά πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους την προσωπική πρόοδο που κάνει το κάθε παιδί μέσα σε μια ομάδα και να αναπτύσσουν αλληλοσεβασμό.
  • Τα παιδιά πρέπει να έχουν το δικαίωμα να συναποφασίζουν για το είδος των ασκήσεων στο μάθημα.
  • Πρέπει να υποστηρίζει το ένα το άλλο,  όταν επικοινωνούν στα πλαίσια μιας ομάδας
  • Οι μικροί διδασκόμενοι πρέπει να μαθαίνουν με παιγνιώδη τρόπο και οι μέθοδοι διδασκαλίας να αποσκοπούν στην ανάπτυξη της εκφραστικής πρωτοβουλίας και αυτενέργειας.
  • Οι μικροί μαθητές πρέπει να μαθαίνουν κανόνες και συσχετισμούς με παραδείγματα, να μιμούνται και ενδεχομένως να ανακαλύπτουν μόνοι τους (επαγωγική μάθηση).
  • Κατά τη διάρκεια των διαφόρων φάσεων του μαθήματος πρέπει να χρησιμοποιούνται όσο το δυνατόν περισσότεροι δίαυλοι εκμάθησης, ώστε να καλύπτονται με ιδανικό τρόπο οι ανάγκες κάθε μαθησιακού τύπου (πολυ-αισθητηριακή /ολιστική μάθηση με την ακοή, την όραση, την αφή, την όσφρηση, την ανάγνωση, την κίνηση, την ομιλία, τη γραφή, τη ζωγραφική).
  • Η μαθησιακή διαδικασία πρέπει να γίνεται ευκολότερη με παραδείγματα και εικονικές αναπαραστάσεις. Ασκήσεις με μικρή κλιμάκωση δυσκολίας και εσωτερική διαφοροποίηση βοηθούν στην κατανόηση και στην εφαρμογή στην πράξη.
  • Με τη συχνή εναλλαγή διαφόρων μορφών εργασίας (ατομική, κατά ζεύγη, σε μικρές ή μεγάλες ομάδες) και τύπων διδασκαλίας  (σταθμοί μάθησης, εκπαιδευτικά σενάρια, σχέδια εργασίας) διασφαλίζεται μεγάλη ποικιλία και έτσι τονώνεται το ενδιαφέρον και η συγκέντρωση.
  • Οι διάφορες μέθοδοι (ολική φυσική απόκριση, αφηγηματική προσέγγιση κλπ.) πρέπει να εφαρμόζονται σε συνάρτηση με τους στόχους και το περιεχόμενο και  να συνδυάζονται μεταξύ τους, αν το επιτρέπουν οι συνθήκες διδασκαλίας. 
  • Το παιδί δεν πρέπει να πιέζεται να μιλήσει στο μάθημα ξένης γλώσσας σε μικρή ηλικία, αλλά κατ’ αρχήν ν’ ακούει, να καταλαβαίνει, να προσλαμβάνει και να αντιδρά,  συχνά μετά αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, μιμούμενο για παράδειγμα μεμονωμένες λέξεις της ξένης γλώσσας ή και ενσωματώνοντάς τες σε προτάσεις που σχηματίζει στη μητρική γλώσσα.
  • Ο εκπαιδευτικός ή διδάσκοντας χρησιμοποιεί στο μάθημα, όσο αυτό είναι δυνατόν, αποκλειστικά και μόνο την ξένη γλώσσα, δείχνει όμως ότι καταλαβαίνει τα παιδιά όταν μιλούν στη μητρική τους γλώσσα.  Ως η βασικότερη αρχή στο μάθημα της ξένης γλώσσας σε μικρή ηλικία θεωρείται με βεβαιότητα η εξής: Όσο το δυνατόν περισσότερη ξένη γλώσσα και όσο το δυνατόν λιγότερη μητρική γλώσσα. 
  • Ο διδάσκοντας πρέπει να γνωρίζει επακριβώς το επίπεδο γλωσσομάθειας των μαθητών του,  να λαμβάνει υπόψη του την προσωπική τους πολυγλωσσία ή τις συνολικές γλωσσικές γνώσεις του καθενός και να τις χρησιμοποιεί, όσο αυτό είναι δυνατόν, στο μάθημα.  Όποτε του δίνεται η ευκαιρία,  μπορεί περιστασιακά να υποδεικνύει με απλό τρόπο στο παιδί τις αναλογίες ή τις διαφορές με τη μητρική γλώσσα ή και με άλλες γλώσσες τις οποίες αυτό ακούει στο περιβάλλον του, ώστε να αποκτήσει γλωσσική συνείδηση. 
  • Ο διδάσκοντας θα πρέπει αμέσως να ενημερώνει για την επιτυχή συμμετοχή του κάθε διδασκόμενου στο μάθημα. Ιδιαίτερα ενθαρρυντικά είναι τα θετικά σχόλια.
  • Τα λάθη είναι φυσιολογική συνέπεια της προσπάθειας να βελτιώσουμε τις γλωσσικές μας γνώσεις και  τα επεξεργαζόμαστε με διάφορες στρατηγικές ανατροφοδότησης. Δεν επιτρέπεται να ανακόπτονται προσπάθειες παραγωγής προφορικού λόγου με διορθώσεις.
  • Ο διδάσκοντας φροντίζει να επικρατεί στην αίθουσα χαλαρή,  φιλική προς τα παιδιά ατμόσφαιρα,  η οποία παρέχει ταυτόχρονα κίνητρα και προκλήσεις και ενισχύει την προθυμία για συμμετοχή.
  • Το μάθημα της ξένης γλώσσας γίνεται, όσο αυτό είναι δυνατόν, στο ίδιο, σταθερό μαθησιακό περιβάλλον, π.χ. πάντα στην ίδια αίθουσα ή στην ίδια γωνιά, ώστε να διασφαλίζονται κατ’ αυτό τον τρόπο οι χωρικές προϋποθέσεις για την αύξηση της προσοχής και της συγκέντρωσης των παιδιών.
  • Ο χώρος διδασκαλίας πρέπει να είναι έτσι εξοπλισμένος, ώστε να υπάρχει εύκολη πρόσβαση στο απαραίτητο υλικό και στα όργανα και να είναι εύκολος ο χειρισμός τους, ώστε να μην ανακόπτεται η ροή του μαθήματος και να μην δημιουργείται ούτε στα παιδιά ούτε στον εκπαιδευτικό ή διδάσκοντα περιττό στρες ή ανησυχία. 
  • Σαφείς δομές, π.χ. στο χρονικό προγραμματισμό, σε συγκεκριμένα τελετουργικά ή τη διάταξη των καθισμάτων, στα οποία π.χ. μπορεί να γραφούν τα ονόματα ή να καθορισθούν έτσι ώστε να γίνουν συνήθεια, αυτοματοποιούν τη γνωστική διαδικασία και ανταποκρίνονται στην παιδική ανάγκη για οργανωμένες διαδικασίες.
  • Τα εποπτικά μέσα (κυρίως τα μέσα νέας τεχνολογίας) πρέπει να χρησιμοποιούνται στοχευμένα, κατόπιν καλής μελέτης και μόνο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
  • Με τη χρήση αυθεντικών μέσων και υλικού (ποιήματα με ομοιοκαταληξία, τραγούδια, ιστορίες, παιδικά βιβλία, εικονογραφικό υλικό, τηλεοπτικά προγράμματα, ταινίες) επιτυγχάνεται ο συνδυασμός του γλωσσικού και πολιτιστικού περιεχομένου του μαθήματος.
  • Το διδακτικό υλικό δεν πρέπει να έχει μόνο γλωσσικό και πολιτιστικό περιεχόμενο, αλλά να δίνει στα παιδιά τη δυνατότητα να αντιληφθούν με πρακτικό τρόπο το περιβάλλον.

Οδηγία :

Για να είμαστε σε θέση να παρακολουθήσουμε τη συνολική ανάπτυξη του παιδιού κατά την εκμάθηση της ξένης γλώσσας, πρέπει να λάβουμε ανάλογα υπόψη μας τις παραπάνω βασικές αρχές της μεθοδολογίας-διδακτικής. 

Περισσότερες πληροφορίες...